Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Η εις βαλάντιον προσφυγή: πώς να τα λοιμώχνετε (αν ειστε η BlackRock)

Ας υποθέσουμε ότι ένας γνωστός σας, επιστήμονας σχετικός με τον λόγο (γλωσσολόγος, ψυχίατρος…), σας λέει: “Έκανα μια συστηματική ανάλυση των tweets του Ντόναλντ Τραμπ και έβγαλα το συμπέρασμα ότι είναι μειωμένης αντίληψης άτομο”. Οι πιθανότητες είναι ότι, αφού ξεπεράσετε τη στιγμιαία έκπληξη και θαυμασμό για το κουράγιο του φίλου σας να βουτήξει σε αυτόν τον λασπερό ωκεανό μικρών παραληρημάτων που είναι τα tweets του προέδρου, θα απαντούσατε ότι ο Τραμπ αναμφισβήτητα έχει αμέτρητα σοβαρά ελαττώματα, αλλά δεδομένης της θέσης του και του πλούτου του, αποκλείεται η ηλιθιότητα να συμπεριλαμβάνεται σε αυτά: κανένας βλάκας δεν θα μπορούσε να γίνει ζάπλουτος – ακόμα περισσότερο πρόεδρος μιας υπερδύναμης, έστω και αν αυτή είναι σε αποδρομή.

Είναι πολύ πιθανό να κάνατε λάθος στην εκτίμησή σας αυτή, ότι δηλαδή ο Τραμπ δεν είναι βλάκας επειδή κανένας βλάκας δεν μπορεί να γίνει πλούσιος. Πρώτα-πρώτα επειδή ο Τραμπ δεν “έγινε” πλούσιος, γεννήθηκε πλούσιος – και σε αυτό το τεταρτημόριο του γαλαξία, παρά τις αφηγήσεις που συχνά σερβίρονται από την κυρίαρχη ιδεολογία, αυτοδημιούργητοι πλούσιοι γίνονται γενικώς όσοι με τον ιδρώτα του προσώπου τους, με διορατικότητα και με πολλή προσοχή διαλέγουν πλούσιους γονείς. Και δεύτερον, επειδή, σύμφωνα με κάποιες μελέτες, ακόμα και αν υπήρχαν αυτοδημιούργητοι πλούσιοι, η εξυπνάδα δεν θα ήταν μια από τις αρετές που αυτοί θα χρειάζονταν για να φτάσουν τη θέση που κατέχουν.

Από τα μεσαιωνικά χρόνια τουλάχιστον, εις βαλάντιον προσφυγή (στα λατινικά: argumentum ad crumenam) λέγεται η άτυπη λογική πλάνη στην οποία πέφτουμε όταν συμπεραίνουμε ότι ένα επιχείρημα είναι σωστό επειδή ο ομιλητής είναι πλούσιος και επομένως καταλαβαίνει καλύτερα από μας, ή ότι ένα επιχείρημα είναι λανθασμένο επειδή ο ομιλητής είναι φτωχός. (Η πλάνη είναι άτυπη, όχι τυπική, επειδή δεν έχει να κάνει με τη δομή του επιχειρήματος και τη χρήση της γλώσσας, αλλά με το περιεχόμενο: είναι κατά τον Αριστοτέλη έλεγχος “ἔξω τῆς λέξεως”).

O Γουόρεν Μπάφετ, έστω κι έμμεσα, λέει ότι η εξυπνάδα δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ικανή συνθήκη πλουτισμού.

Σε μια πρόσφατη σειρά από δημοσιεύσεις, η προσφυγή στο πορτοφόλι (βαλάντιο) βρήκε μια απρόσμενη επιβεβαίωση. Σύμφωνα με επιστήμονες από τα Πανεπιστήμια του Παρισιού, της Βιέννης και της Κατάνιας, υπάρχουν ποσοτικά επιχειρήματα για το ότι η ακραία διαφορά μεταξύ πλούσιων και φτωχών δεν οφείλεται στις ειδικές ικανότητες και την εξυπνάδα των πλουσίων, αλλά στην τυφλή τύχη (αν ξεχάσουμε προς στιγμήν την προφανή εξήγηση της κληρονομιάς). Οι ερευνητές έφτιαξαν ένα απλό υπολογιστικό μοντέλο “ανθρώπινου ταλέντου” (ικανότητα, εξυπνάδα, δεξιότητες κ.ο.κ.), το οποίο το μοίρασαν με τυχαίο τρόπο στα Ν “άτομα” του μοντέλου με άνισο τρόπο – άλλοι πιο έξυπνοι και ικανοί, άλλοι λιγότερο. Αντίθετα, όλα τα “άτομα” ξεκίνησαν την προσομοίωση έχοντας στο “πορτοφόλι” τους το ακριβώς ίδιο ποσό. Τέλος, οι ερευνητές καθόρισαν και έναν παράγοντα τύχης ή ατυχίας, με τον οποίον γίνονταν οι αλληλεπιδράσεις των ατόμων. Κατόπιν οι δύστυχες αυτές ψηφιακές οντότητες που συμμετείχαν θέλοντας και μη στο πείραμα υποχρεώθηκαν να “ζήσουν” τις μονότονες, επαναλαμβανόμενες ψηφιακές τους ζωές κάπου μέσα στα σπλάχνα του υπολογιστή.

Τα αποτελέσματα ήταν μάλλον απρόσμενα. Μετά από 40 χρόνια (όχι πραγματικά, αλλά προσομοιωμένα), η τελική κατανομή πλούτου ήταν πολύ κοντά στον “κανόνα 80/20 του Παρέτο”, που λέει ότι το 20% του πληθυσμού κατέχει το 80% περίπου του συνολικού πλούτου και είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι ισχύει κατά προσέγγιση στις σύγχρονες κοινωνίες (όχι τις προσομοιωμένες, αλλά τις πραγματικές).

Και όχι μόνο αυτό: οι ψηφιακοί πλούσιοι του πειράματος αυτού δεν ήταν καθόλου οι πιο έξυπνοι, ικανοί, ταλαντούχοι κτλ. του δείγματος. Ο κύριος παράγοντας που έπαιξε ρόλο στην τελική ανισοκατανομή πλούτου ήταν ο παράγοντας της τύχης. Επομένως, τουλάχιστον στον υπολογιστή, αν νομίζετε ότι οι ψηφιακοί πλούσιοι έχουν δίκιο, πλανάστε ψηφιακή πλάνη.

Φυσικά τα παραπάνω δεν είναι παρά ένα παιχνίδι, που έπαιξαν κατά τεκμήριο έξυπνοι, ικανοί κτλ. – αλλά μάλλον όχι πλούσιοι άνθρωποι: μιλάμε απλώς για οικονομολόγους, καθηγητές πανεπιστημίου. Μήπως θα ήταν καλύτερα να ζητούσαμε τη γνώμη ενός από τους πιο βαθύπλουτους πλούσιους που υπάρχουν, του Warren Buffett, για το αν είναι μια σωστή επιλογή το να ρωτάς έναν πλούσιο; Ο ίδιος πάντως δεν συμβουλεύεται τους εξαιρετικά ευφυείς οικονομολόγους που τον περιτριγυρίζουν: “Λοιπόν, σκεφτείτε το. Έχετε όλους αυτούς τους οικονομολόγους με IQ 160 που περνάνε τη ζωή τους μελετώντας την οικονομία. Μπορείτε να μου πείτε το όνομα έστω ενός σούπερ πλούσιου οικονομολόγου που να έκανε τα λεφτά του από χρεόγραφα; Όχι”. Με άλλα λόγια, έστω και έμμεσα, ο Buffett λέει ότι η εξυπνάδα δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ικανή συνθήκη πλουτισμού. Άρα το να υποθέτουμε ότι ένα επιχείρημα είναι σωστό (αληθές), μόνο επειδή αυτός που το λέει είναι πλούσιος, είναι λάθος.

(Μισό λεπτό, μισό λεπτό: δηλαδή, ο Buffett λέει ότι οι πλούσιοι δεν οδηγούνται σε σωστά (αληθή) συμπεράσματα· ο Buffett όμως είναι πλούσιος, άρα ο Buffet δεν λέει τα αληθή· επομένως το σωστό είναι το ανάποδο από αυτό που λέει ο Buffett, άρα οι πλούσιοι λένε τα σωστά· ο Buffett όμως είναι πλούσιος, άρα ο Buffett λέει την αλήθεια, άρα…).

Ανατρέχοντας στις γραφές

Τέλος πάντων, αφήνοντας στην άκρη τέτοιες σοφιστικές διαστροφές και επιστρέφοντας στους οικονομολόγους, τέτοιος ήταν και ο Παρέτο που αναφέρθηκε παραπάνω, ένας από τους θεμελιωτές των “νεοκλασικών” οικονομικών θεωριών των αρχών του 20ου αιώνα, που σήμερα τις λέμε “νεοφιλελεύθερες”. Υψηλόβαθμο στέλεχος της βρετανικής γραφειοκρατίας ήταν όμως και ο Κέινς, ο οποίος διατυπώνοντας τις μακροοικονομικές του θεωρίες έμελλε να συμβιβάσει τον καθαρό και ανόθευτο καπιταλισμό των νεοκλασικών από τη μία, με τις ανερχόμενες εργατικές διεκδικήσεις από την άλλη, όπως τις φούντωνε το παράδειγμα της νεοσύστατης τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Από τη Σοβιετία, ας μην ξεχνάμε, προέρχονταν οι ριζοσπαστικές τότε μακροοικονομικές έννοιες-κλειδιά του ΑΕΠ, του κεντρικού σχεδιασμού, του αυξημένου ρόλου του κράτους κτλ., τις οποίες ενσωμάτωσε δημιουργικά ο Κέινς στο έργο του. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι εκείνη την εποχή, η ριζική αναδιατύπωση των οικονομικών θεωριών στη σοσιαλιστική αυτή χώρα, συνδυαζόταν όχι μόνο με άμεση επιτυχή έξοδο από την βαθιά κρίση που ταλάνιζε τη Δύση, αλλά και με εξαιρετικές επιδόσεις ως προς την ανεργία και την προστασία των εργαζομένων. Βέβαια, αυτές οι επιτυχίες δεν προορίζονταν να κρατήσουν και τόσο πολύ, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.

Ο Κέινς στα νιάτα του, πριν δει το φως το αληθινό και διατυπώσει τις αρχές της θεωρίας του, που θα αποτελούσαν το “ευαγγέλιο” της μεταπολεμικής γενιάς σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων στη Δύση (μετέπειτα ανάθεμα για τους μονεταριστές και τους νεοφιλελεύθερους, δηλαδή τους ξαναγεννημένους νεοκλασικούς), παρά την αναμφισβήτητη εξυπνάδα και ικανότητά του στα οικονομικά, είχε μάλλον πενιχρά αποτελέσματα στην προσπάθειά του να γίνει ο ίδιος πλούσιος παίζοντας στην αγορά συναλλάγματος (δικαιώνοντας έτσι και τον Buffett που έχει δίκιο επειδή είναι πλούσιος και άρα έχει άδικο επειδή είναι πλούσιος και άρα έχει…).

Παρόλα αυτά, όπως έγραψε και το TIME στο τεύχος του 1999 για τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, “ο Κέινς με τη ριζοσπαστική του ιδέα ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να ξοδεύουν χρήμα που δεν έχουν, ίσως να έσωσε τον καπιταλισμό […] και πάντως κράτησε τους σύγχρονους μαρξιστές στην άκρη τους”. Η πραγματικότητα είναι αυτή: όντως το κράτος, ως εκδότης του χρήματος, αντίθετα με το ιδιωτικό κεφάλαιο, είναι σε θέση να ξοδεύει λεφτά που δεν τα “έχει”, είναι σε θέση δηλαδή να κινητοποιεί αυτήν την εργασία και αυτούς τους παραγωγικούς πόρους που βρίσκονται στα όρια της επικράτειάς του χωρίς λογιστικό όριο. (Τώρα αν αυτό είναι πολιτικά εφικτό και υπό ποιες συνθήκες είναι άλλο, δυσκολότερο ζήτημα, εδώ εξετάζουμε το λογιστικό θέμα).

Το κράτος, ως εκδότης του χρήματος, αντίθετα με το ιδιωτικό κεφάλαιο, είναι σε θέση να ξοδεύει λεφτά που δεν τα “έχει”.

Όμως όλα τα ωραία πράγματα κρατάνε λίγο· η κρίση της δεκαετίας του ’70 σήμανε ότι η ώρα του κεινσιανισμού είχε τελειώσει και έτσι την δεκαετία του ’80 είχαμε την επιστροφή σε νεοκλασικές μεθόδους που θέλουν ακριβώς να σταματήσουν το “σπάταλο” κράτος από το να ξοδεύει χρήματα που δεν έχει – ειδικά αν έστω και ψίχουλα από αυτά καταλήξουν να καλύψουν ανάγκες των φτωχότερων, στην υγεία και περίθαλψη, στην παιδεία αλλά και σε εταιρείες κοινής ωφελείας, υποδομές κτλ. Αυτή είναι εξάλλου η έννοια των συγγενικών μεταξύ τους λέξεων “λιτότητα”, “μνημόνιο”, “ευρώ”, “Ευρωπαϊκή Ένωση”, “λεφτά υπάρχουν” κτλ. Επειδή το κράτος μπορεί πάντα να ξοδεύει, καλό είναι να σταματήσει να τα ξοδεύει, ώστε να μην ζητάνε και άλλα οι πληβείοι, γιατί τότε είναι “σπάταλο” και “ανεύθυνο” και “χρεώνει τα εγγόνια μας”. Βασική στρατηγική ήταν η μεταβίβαση τομέων “σπατάλης” από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα.

Το πρόβλημα με αυτήν τη μετάβαση ήταν ότι έτσι οι φτωχότεροι δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε τέτοιες ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες όταν αυτές, αντί να γίνονται φτηνότερες, παραδόξως ακρίβαιναν – ένα χωρίς εξήγηση μυστήριο. Είναι προφανές ότι η ανάγκη για κερδοφορία αλλά και η ξαφνική ανάγκη για διαφήμιση, νομική προστασία και άλλα τέτοια παρασιτικά έξοδα δεν έχουν καμία σχέση – το πιο πιθανό είναι ότι το κράτος συνέχιζε να είναι σπάταλο και οι δημόσιοι υπάλληλοι τεμπέληδες. Όπως και αν έχει, την ανάγκη για κάλυψη στοιχειωδών λαϊκών αναγκών την ανέλαβαν οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικές εταιρίες που άρχισαν να πουλάνε “φτηνά” δάνεια (το καθεστώς χαμηλού πληθωρισμού σε όλη αυτή την περίοδο βοηθάει στην ψευδαίσθηση της φτήνιας) σε χαμηλά εισοδήματα. Εξαιρετικό κόλπο-λακκούβα: είσαι φτωχός; δανείζεσαι για να σπουδάσεις το παιδί σου σε ιδιωτική παιδεία (σε ΚΕΚ, καλή ώρα), άρα κερδοφορούν και οι εταιρίες εκπαίδευσης και οι τράπεζες. Όλοι ευχαριστημένοι! (εκτός από τους δανειολήπτες, αλλά ποιος τους λογαριάζει αυτούς…).

Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι μετά την κρίση του 2008, και μετά από πάνω από σαράντα χρόνια εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων συνταγών, όχι μόνο τα εγγόνια μας χρεώθηκαν μέχρι τον λαιμό με τη βοήθεια του “υπεύθυνου” και όχι σπάταλου αυτού κράτους (το οποίο σε πολλές περιπτώσεις, παρότι υπεύθυνο, δανείστηκε και αυτό μέχρι τα μπούνια), αλλά επιπλέον οι κυβερνήσεις άρχισαν να το ξανασκέφτονται. Τα σημάδια ήταν προφανή πριν από τον κορονοϊό. Το φθινόπωρο του 2019 ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ δήλωνε: “Χρειάζεται να ξανασκεφτούμε πλήρως την κεντρική τραπεζική καθώς και όλες τις αγαπημένες μας έννοιες για το τι νομίζουμε ότι κάνουμε […] Οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν μείνει με λίγο χώρο γα νομισματικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας”.

Λεφτά υπάρχουν

Έτσι τα έφερε η άτιμη η ανάγκη που δειλά δειλά έχουμε αρχίσει να ξαναγυρίζουμε σε σπάταλα κράτη και ανευθυνότητες σχεδόν σοσιαλιστικές. Πρόχειρο παράδειγμα, ο Μωυσής Αιλουροειδής Μητσοτάκης που πρόσφατα μας αιφνιδίασε σε συνέντευξή του στην “Καθημερινή” λέγοντας ότι η κυβέρνηση “έδωσε πολλά χρήματα κυρίως για να τονώσει την εργασία και το εισόδημα. Και το έκανε με τρόπο θα έλεγα – και μη σας αιφνιδιάσω εδώ – σχεδόν σοσιαλιστικό”, αναφερόμενος στα 800 ευρώ που δόθηκαν οριζοντίως σε επαγγελματίες.

Με παρόμοιο τελικά οριζόντιο και “σοσιαλιστικό” τρόπο δόθηκαν και τα τονωτικά 600 ευρώ σε επιστήμονες. Η διαφορά είναι ότι το αρχικό σοσιαλιστικό σχέδιο προέβλεπε πως οι εκπαιδευτές (και αφειδείς πάροχοι #σκοιλ_ελικικου) θα έπαιρναν και αυτοί, ως ελάχιστη αναγνώριση της αφιλοκερδούς και σοσιαλιστικής προσφοράς άφθονου #μετζη_του_νεουκτη στο διψασμένο για επιμόρφωση κοινό τους, ένα εντελώς συμβολικό, ανάξιο λόγου ποσόν μερικών δεκάδων εκατομμυρίων. Τα ψωρομύρια αυτά βέβαια, ύστερα απο την κατακραυγή, δεν λοιμώχθηκαν για διανομή στους αφιλοκερδείς ιδιοκτήτες ΚΕΚ σε αυτή τη φάση (γιατί ναι μεν και οι βλάκες έχουν, όπως είδαμε, δικαίωμα στον πλουτισμό, αλλά υπάρχουν φαίνεται και κάποια όρια στη βλακεία τελικά). Αλλά και να είχαν λοιμωχτεί, ή μάλλον όταν εν τέλει λοιμωχτούν, θα είναι πραγματικά ψίχουλα σε σχέση με τα κρατικά ποσά που λοιμώχνονται με αντίστοιχες κεϊνσιανές και σοσιαλιστικές μεθόδους σε στοιχειωδώς σοβαρότερους παίχτες είτε εδώ είτε κυρίως στην αδιάφθορη, επαρκώς επιμορφωμένη και πολιτισμένη Εσπερία.

Παραδείγματι: στα πλαίσια της αντιμετώπισης της κρίσης η αμερικανική κεντρική τράπεζα, αποφάσισε (σε συνεννόηση φυσικά με την κυβέρνηση) να κάνει και αυτή #ό,τι_χρειαστεί (whatever it takes) προκειμένου να μετριαστούν οι επιπτώσεις της κρίσης που επάγει στην οικονομία ο ιός SARS-CoV-2. Και τι είναι αυτό; Λεφτά με τη σέσουλα, λεφτά που ποτέ δεν έχουν ξαναδοθεί σε περίοδο ειρήνης, λεφτά που (ξεχνώντας δεκαετίες ορθοφροσύνης, υπευθυνότητας, περιορισμού της σπατάλης και προπαντός πνεύματος και ηθικής) θα τα δώσει το κράτος, παρά το γεγονός ότι γενικά δεν τα έχει – όταν, ας πούμε, πρόκειται για νοσοκομεία. Το ιστορικό ποσό είναι δύο τρισεκατομμύρια δολάρια πάνω κάτω, περίπου 10% του αμερικάνικου ΑΕΠ.

Φυσικά υπάρχουν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, δεν θα τα πάρει ο οποιοσδήποτε (π.χ. το σύστημα υγείας), αλλά μόνο όσοι είναι κατά τεκμήριο ικανοί να τα διαχειριστούν. Έτσι τα τρία πλάνα της FED περιλαμβάνουν την αγορά “νέας έκδοσης εταιρικών ομολόγων, την αγορά ήδη υπαρχόντων ομολόγων, και την αγορά κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου που βρίσκονται ήδη υπό διαπραγμάτευση στην αγορά αρκεί να είναι υψηλής επενδυτικής βαθμίδας”. Μετάφραση: Οι εταιρίες ενός κάποιου μεγέθους, παρακαλούνται να πάνε στο κοντινότερο τυπογραφείο και να τυπώσουν χρωματιστά ει δυνατόν χαρτιά με τη φίρμα τους επάνω. Τα χαρτιά αυτά λέγονται “ομόλογα”. Η FED έρχεται και τα ανταλλάσσει με ζεστό χρήμα, ονομάζοντας τη διαδικασία “δανεισμό”, αν και κατά τα φαινόμενα πρόκειται για δανεισμό απροσδιόριστης διάρκειας, γνωστό και ως “δανεικά κι αγύριστα”. Μια υπεύθυνη και καθόλου σπάταλη διαδικασία.

Επειδή προφανώς το κράτος είναι “ανεύθυνο” και “σπάταλο”, τα λεφτά δεν θα τα μοιράσει η ίδια η FED, αλλά η Blackrock, η μεγαλύτερη εταιρία συμβούλων επενδύσεων του πλανήτη.

(Παρένθεση: Η ακριβής διαδικασία περιλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τα χρηματιστικά προϊόντα που λέγοντα ETFs (exchange-traded funds), ή στα ελληνικά Διαπραγματεύσιμα Αμοιβαία Κεφάλαια. Πρόκειται για ομόλογα που είναι συνήθως συνδεδεμένα με έναν δείκτη (π.χ. τον NASDAQ), επομένως η περιγραφή της προηγούμενης παραγράφου δεν είναι τεχνικά ακριβής, αλλά το γενικό νόημα είναι χοντρικά το ίδιο. Τα λεφτά επίσης δεν επιστρέφονται. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε εδώ όλες τις φρικιαστικές λεπτομέρειες).

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι, επειδή προφανώς το κράτος είναι “ανεύθυνο” και “σπάταλο”, τα λεφτά δεν θα τα μοιράσει η ίδια η FED (η οποία πάντως δεν είναι κρατική), αλλά η Blackrock, η μεγαλύτερη εταιρία συμβούλων επενδύσεων του πλανήτη, που πέρσι είχε στην διαχείρισή της συμβόλαια αξίας πάνω από 7,4 τρισ. δολάρια, ενώ η χρηματιστηριακή της αξία είναι μεγαλύτερη από 84 δισ. δολάρια (δηλ. λίγο λιγότερο από το μισό ελληνικό ΑΕΠ) και τα καθαρά της κέρδη ήταν 5,4 δισ. δολάρια.

Γιατί η Blackrock; Μα επειδή είναι ο μεγαλύτερος εκδότης ETFs στον κόσμο. Μόνο το ETF σταθερού εισοδήματος που εκδίδει αξίζει 566 δισ. δολάρια, είναι δηλαδή μόνο του περίπου το μισό του διεθνούς συνόλου. Και γιατί το πρόγραμμα γίνεται με τόσο μεγάλη χρήση ETFs; Για τους ίδιους λόγους που την επιμόρφωση θα την έκαναν αυτά τα ΚΕΚ και όχι άλλα: γιατί έτσι λοιμώχνουμε (βέβαια, στην ελληνική περίπτωση προσπάθησαν κάπως να μοιράσουν τη λεία, δεν τα έδωσαν όλα σε έναν, ενώ και η λεία η ίδια ήταν ψίχουλα, όχι μερικά τρισ. – να τα λέμε κι αυτά).

Meet the boss

Τη μέρα που έγινε η ανακοίνωση από τη FED και λόγω ακριβώς της ανακοίνωσης αυτής, το ETF της Blackrock δέχτηκε επενδυτικές εισροές ύψους-ρεκόρ 1,5 δισ. δολαρίων. Σε μία μέρα! Η Blackrock διευκρίνισε βέβαια ότι για τα δικά της ETF που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα δεν θα χρεώνει προμήθεια στην FED. Να το διευκρινίσουμε αυτό γιατί είναι περίπλοκο: από τα ομόλογα που εκδίδει η Blackrock, η ίδια αποφασίζει ότι μερικά θα αγοραστούν από την FED. Η τελευταία χωρίς να ρωτήσει τίποτα απλώς πληρώνει. Πόσο; Όσο κοστίζουν, δηλαδή όσο τα πουλάει η Blackrock. Για αυτά λοιπόν τα ομόλογα η αρχόντισσα Blackrock δεν θα χρεώνει προμήθεια στη FED, όπως θα κάνει με τα ομόλογα όλων των υπόλοιπων εταιριών. Όπως είπε κι ένας από τους επενδυτές της Wall Street, “είναι πραγματικά εξοργιστικό: η Blackrock θα διαχειρίζεται το ταμείο και θα αποφασίζει αν θα χρησιμοποιεί κρατικά λεφτά για να αγοράσει ένα ΕΤF που διαχειρίζεται η ίδια. Υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι 100-200 που μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά, αλλά διαλέξανε την Blackrock”.

Δύο είναι τα σημεία που κρατάμε: πρώτον, το εξοργιστικό είναι που μόνο η Blackrock θα “φάει” (και θα αποφασίσει και ποιος άλλος θα “φάει” από τα αποφάγια της) και όχι η ιστορικών διαστάσεων “ανεύθυνη σπατάλη” 2 τρις δολαρίων. Πολύ λογικό. Προφανώς εδώ έχουμε μια υπεύθυνη και μετρημένη στάση μπροστά στον κίνδυνο της κρίσης. Δεύτερο: η δήλωση έγινε υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας. Αυτός που την έκανε δεν ήθελε να καταλήξει στο χαντάκι στην άκρη του δρόμου, προφανώς.

Είναι δύσκολο να πει κανείς ότι ήταν εξυπνάδα ή διορατικότητα αυτό που έφερε την Blackrock σε αυτήν την κυρίαρχη θέση. Ο Larry Fink, ιδρυτής και μεγάλο αφεντικό της εταιρίας, είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις δισεκατομμυριούχων που ξεκίνησαν από χαμηλά ανεβαίνοντας την ιεραρχία μέσα από τις τράπεζες για τις οποίες δούλεψαν με αφοσίωση, τιμιότητα και χωρίς ποτέ να βλάψουν κανέναν. Για παράδειγμα, όταν το 2006 μια τεράστια επένδυση της Blackrock σε ακίνητα του Μανχάταν κατέρρευσε, οι πελάτες της “έχασαν τα λεφτά τους, ανάμεσά τους και το συνταξιοδοτικό ταμείο της Καλιφόρνιας που έχασε περίπου μισό δισ.”.

Επίσης, η Blackrock είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία μέσω ενός εξειδικευμένου ETF. Ενδεχομένως αυτός είναι ο λόγος που ο Fink έχει βραβευτεί για την θετική του συνεισφορά στη συνεργασία των ΗΠΑ με τη Μέση Ανατολή: ο ρόλος των αμερικανικών οπλικών συστημάτων είναι κομβικός για τη διατήρηση της ειρήνης και της ευτυχίας των φίλων μας μεσανατολιτών – να μην μιλήσουμε για τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που υπάρχουν εξαιτίας τους. O Fink είναι μέλος των Δημοκρατικών, φιλάνθρωπος και μέλος πολλών σωματείων που ασχολούνται με τη βελτίωση της ζωής των συμπαθών κατώτερων τάξεων στη Νέα Υόρκη, μεταξύ των οποίων και το “Ίδρυμα Ρομπέν των Δασών” (ναι, είναι αληθινό).

Το εξοργιστικό είναι ότι μόνο η Blackrock θα “φάει” (και θα αποφασίσει και ποιος άλλος θα “φάει” από τα αποφάγια της) .

Όπως κι αν έχει, από τη στιγμή που έφτασε σε αυτό το επίπεδο, ο Fink έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με τους Financial Times, “πριν δυο βδομάδες ο Fink συνάντησε τον Τραμπ και τον πίεσε για το βαρύτητα της κατάστασης, σύμφωνα με πηγές με γνώση της συνάντησης”, με αποτέλεσμα το αποκλειστικό αυτό συμβόλαιο. Προφανώς τέτοιου τύπου φιλικές σχέσεις καλλιεργούνται συστηματικά. Ο Fink είναι πολύ φίλος με πολύ κόσμο. Έτσι πρόχειρα, τρεις καλοί του φίλοι είναι ο Philipp Hildebrand, πρώην κεντρικός τραπεζίτης της Ελβετίας (που είναι αντιπρόεδρος της εταιρίας), ο Stanley Fischer, πρώην αντιπρόεδρος της FED και πρώην διοικητής της Τράπεζας του Ισραήλ και ο George Osborne, πρώην υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου (οι οποίοι είναι στελέχη της εταιρίας).

Δεν είναι λοιπόν περίεργο που ο Fink αντιμετωπίζει το μέλλον με συγκρατημένη, θα λέγαμε, αισιοδοξία. Σε γράμμα του στους μετόχους επ’ ευκαιρία του deal, λέει: “Ο κόσμος θα βγει από την κρίση. Η Οικονομία θα ανακάμψει. Και για τον επενδυτή που δεν κοιτάει το τρεμάμενο έδαφος αλλά τον ορίζοντα στο βάθος, υπάρχουν τρομερές ευκαιρίες στις σημερινές αγορές”.

Είναι πιθανό να ισχύει το παραπάνω. Είναι όμως πιθανό, όπως είδαμε, να ισχύει και το εις βαλάντιον επιχείρημα: μην ρωτάς τον πλούσιο να σου πει. Ένας πιθανός λόγος στην περίπτωση του Fink είναι και το ότι ο πλούσιος ίσως να έγινε πλούσιος δίνοντας τις λάθος απαντήσεις (όπως λ.χ. έμαθαν στο ταμείο συντάξεων της Καλιφόρνιας). Για να το θέσουμε με τον πάντα κομψό τρόπο των Financial Times: “Όποιος εξακολουθεί να αγοράζει στη βουτιά τους τίτλους υψηλού ρίσκου, ενώ αρνείται να ακούσει το επιχείρημα ότι έρχεται ακόμα μεγαλύτερη βουτιά, θα πρέπει να στήσει αυτί στον πνιχτό γδούπο των traders πετρελαίου που χτυπούν τα κεφάλια στα γραφεία τους”.

Και το μέλλον άδηλον

Το συσσωρευμένο ιδιωτικό χρέος στον πλανήτη και ειδικά στις ΗΠΑ, χρέος που η διαχείρισή του είναι ουσιαστικά η δουλειά της Blackrock, δεν προοιωνίζεται καλά για το μέλλον της οικονομίας, ειδικά μετά το χτύπημα του κορονοϊού. Η κατάσταση στην αγορά πετρελαίου, κύριο θύμα της οποίας ως τώρα είναι οι αμερικανικοί πετρελαϊκοί όμιλοι, δείχνει ότι οι προβλέψεις των μεγιστάνων είναι καλές μόνο τις καλές μέρες. Και είμαστε ακόμα στην αρχή μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί (θα εξαρτηθεί εν μέρει και από την εξέλιξη της καραντίνας).

Ο ρόλος που θα κρατήσει το κράτος είναι κι αυτός δύσκολο να προβλεφθεί – εκτός από ένα μόνο σημείο: ο νεοφιλελευθερισμός είναι σαφές ότι πέθανε ύστερα από τη συνεχή τα τελευταία χρόνια αύξηση των χρεών και την απόλυτη αδυναμία του να αντιμετωπίσει την επιδημία· εντούτοις δεν θα τον αντικαταστήσει κάποια φιλολαϊκή εκδοχή κεϊνσιανής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό έγινε μια φορά στο παρελθόν, σε περιβάλλον υψηλότατης κερδοφορίας (που δεν υπάρχει προς το παρόν) μαζί με ισχυρά εργατικά κινήματα (ομοίως).

Η κατάσταση δεν είναι καθόλου παρόμοια με τότε. Ήδη ο αριθμός των ανέργων στις ΗΠΑ ξεπέρασε την προηγούμενη εβδομάδα τα 20.000.000, ένα πρωτοφανές νούμερο, αλλά τα σοσιαλιστικά τρισεκατομύρια δεν πάνε στους άνεργους παρά στις εταιρίες, οι οποίες, υποτίθεται, θα τα κάνουν επενδύσεις για νέες θέσεις εργασίας. Αν η ιστορική πείρα έχει κάποια αξία, το πιο πιθανό είναι ότι θα εφαρμόσουν το αλάνθαστο σύστημα μακροπρόθεσμης επένδυσης “πάρε τα λεφτά και τρέχα”.

Αν τα παραπάνω δεν ακούγονται πειστικά, ίσως να βοηθάει το αντίθετο της εις βαλάντιον προσφυγής, το argumentum ad Lazarum ή επίκληση της φτώχειας. Αυτή λέει ότι αν ο ομιλητής είναι φτωχός (όπως και ο υποφαινόμενος) τότε λέει μάλλον την αλήθεια. Λοιπόν, παρότι και αυτή κατατάσσεται στις άτυπες λογικές πλάνες, υπάρχουν ισχυρές πειραματικές ενδείξεις ότι αντίθετα δεν αποτελεί πλάνη, αλλά όντως ισχύει. Το 2017 μια μελέτη στο Πανεπιστήμιο του Waterloo στον Καναδά βρήκε ότι οι φτωχοί και τα μέλη της εργατικής τάξης είναι πιο πιθανό να επιδείξουν “σοφία”, δηλαδή την ικανότητα να εξετάσουν αντίπαλες προοπτικές και να βρουν μια μέση θέση που να συμβιβάζει (ή να συνθέτει, πιο διαλεκτικά) τα δύο αντίθετα. Το γεγονός ότι η έρευνα αυτή δημοσιεύτηκε στα εγκυρότατα πρακτικά της Βασιλικής Εταιρείας, ως τι άλλο θα μπορούσε να εκληφθεί παρά ως ύστατη επικύρωση του παρόντος άρθρου;

Αυτό είναι εξάλλου και η επίκληση της Αυθεντίας (Ad Verecundiam, ή ipse dixit): αν το είπε κάποιος με τέτοιο κύρος όσο η Βασιλική Εταιρεία, δεν μπορεί παρά να είναι και σωστό.