ΑΘΗΝΑ
11:20
|
03.12.2022
Με βάση τις μέχρι τώρα μελέτες, θα πληγούν περισσότερο οι νεότεροι, οι εποχικοί και οι χωρίς πτυχίο εργαζόμενοι.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ακόμη και όταν η πανδημία βρισκόταν στην απόλυτη έξαρσή της, οι καθηλωμένες στα σπίτια τους κοινωνίες προσδοκούσαν με ανυπομονησία πότε θα ακουσθεί το σάλπισμα πως έχει περάσει το ‘κακό’. Μετά το δειλό πρώτο άνοιγμα, σε πολλές χώρες του κόσμου την 4η Μαΐου και εν αναμονή και των υπολοίπων μέσα στις ερχόμενες εβδομάδες, όλο το φάσμα του επιχειρηματικού κόσμου περιμένει τα πρώτα αποτελέσματα από το άνοιγμα των εργοστασίων και των καταστημάτων, ενώ και οι αυτοαπασχολούμενοι και οι εργαζόμενοι προσδοκούνενα επιστρέψουν στις δουλειές τους. Όμως η πραγματικότητα δεν θα είναι τόσο ενθαρρυντική, όσο οι ευσεβείς πόθοι των εργαζομένων για την επάνοδο στη θέση εργασίας τους.

Η ύφεση, η υποχώρηση του ΑΕΠ σε όλες τις χώρες του κόσμου, και ιδίως στην Ευρώπη, είναι πλέον γεγονός και πάνω από 60 εκατ. άνθρωποι σε ολάκερη την ήπειρο διατρέχουν άμεσο κίνδυνο το μόνο γραφείο που θα βρουν ανοικτό για αυτούς μετά την έξοδό τους από το σπίτι να είναι εκείνο για την εύρεση εργασίας. Πολλές από τις επιχειρήσεις, ιδίως όσες απασχολούν εποχικό ή μη δηλωμένο προσωπικό και οι οποίες σχετίζονται ιδιαίτερα με τις υπηρεσίες, δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουν να ανοίξουν ή ότι θα ορθοποδήσουν πάλι αν ανοίξουν. Επίσης δεν είναι εγγυημένο πως θα διατηρήσουν το ίδιο εργατικό δυναμικό, καθώς ο όγκος της εργασίας τους δεν θα είναι ο ίδιος. Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες επιχειρήσεις ζητούν να πρυτανεύσει ο “καπιταλιστικός κομμουνισμός” όσον αφορά τις κρατικές επιχορηγήσεις τους, τις προνομιακές παραχωρήσεις κοινοτικών και δημόσιων έργων, τις παρεμβάσεις υπέρ της στήριξης μονοπωλίων τους – αλλά ταυτόχρονα αξιώνοντας όλο και περισσότερη νεοφιλελεύθερη πυγμή και ελευθερία τους, όσον αφορά τις φοροαπαλλαγές, την κατάργηση πολλών εργασιακών δικαιωμάτων και εισφορών, την κινητικότητα στην εργασία, ως μοχλό για την επανεκκίνηση της μετά τον κορονοϊό οικονομίας.

Δεν είναι μία απλή εικασία: ήδη το έχει ζητήσει επιτακτικά ο νέος πρόεδρος του ιταλικού συνδέσμου βιομηχανιών Confidustria, Kάρλο Μπονόμι και έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις. Είναι δε ο ίδιος που ως πρόεδρος του τοπικού επιμελητηρίου της Λομβαρδίας είχε επιβάλλει να μην κλείσουν εργοστάσια και επιχειρήσεις, ιδίως στην στρατηγική βιομηχανικά περιοχή της Μπρέσα, με αποτέλεσμα τις γνωστές εκατόμβες.

Και είναι επίσης ο Μπονόμι, που από τα μέσα Απριλίου οπότε ανέλαβε την Confidustria, έχει πρωταγωνιστήσει στη σταυροφορία που έπεισε την κυβέρνηση να ανοίξει τις επιχειρήσεις παντού, παρά τις συστάσεις όλων των σημαντικών ιολόγων της χώρας να μην λειτουργήσουν ακόμη βιομηχανίες και καταστήματα στις δριμύτερα πληγείσες περιοχές.

Και φυσικά, με βάση τα δεδομένα όλων των μέχρι τώρα μελετών, εκείνοι οι εργαζόμενοι που θα πληγούν περισσότερο είναι όσοι δεν διαθέτουν ένα πανεπιστημιακό πτυχίο ή το εργασιακό τους αντικείμενο δεν τους επιτρέπει να απασχολούνται εκ του μακρόθεν, με τηλε-εργασία.

Και τούτοι, εάν πιστέψουμε την μελέτη του συμβουλευτικού ομίλου McKinsey, αποτελούν το 80% όσων κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς εργασία μετά την επιστροφή στην ‘ομαλότητα’: οι άνευ πτυχίου εργαζόμενοι και όσοι απασχολούνται σε εποχιακά επαγγέλματα, ή σε θέσεις μερικής, ή ορισμένου χρόνου απασχόλησης.

Ένα πόρισμα που συνιστά ακόμη ένα τεκμήριο για την ‘ταξικότητα’ των επιπτώσεων στις συνθήκες ζωής, νοσηλείας και εργασίας του κορονοϊού, που μάλιστα δεν έχουν γίνει σαφέστερα αντιληπτές όσο διαρκεί ο γενικευμένος ‘εγκλεισμός’ και όσο διαρκούν τα (περιορισμένης εμβέλειας) μέτρα για την οικονομική στήριξη των στρωμάτων του πληθυσμού που η εργασία τους έχει πληγεί από τους περιορισμούς. Το τέλος της περιόδου αυτής και η αποτίμηση των συνεπειών μέλλουν, ιδίως στο περιβάλλον της καθολικής χρηματοοικονομικής ύφεσης και της δημοσιονομικής επιδείνωσης εκάστου κράτους, να αποκαλύψουν το πόσο έχουν ενταθεί τούτες οι ‘ταξικές διαφορές’ και πόσο έχει διευρυνθεί η ψαλίδα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους.

Οι χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου, οι λιγότερο καταρτισμένοι και οι νεότεροι θα είναι εκείνοι που θα βρεθούν αντιμέτωποι με το φάσμα της απόλυσης.

Η μελέτη, που απλώς συμπυκνώνει και ιεραρχεί σε στατιστικές πιθανότητες τις διάφορες κατηγορίες, τους υπολογισμούς που όλοι ψυχανεμιζόμαστε, αλλά φοβόμαστε να ομολογήσουμε το εύρος τους, διαπιστώνει στο θεωρητικό της μοντέλο πως εκείνες οι κατηγορίες που θα πληγούν, όπως και πλήττονται ήδη, λιγότερο είναι εκείνες που μπορούν και δεν έπαψαν να χρησιμοποιούν το smartworking, την τηλε-εργασία από το σπίτι και δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τον πελάτη, όπως άλλες κατηγορίες (εστίαση, ξενοδοχεία, μπαρ και εστιατόρια). Συνεπώς αποτελούν εργασιακούς τομείς που δεν αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζονται τόσο πολύ ακόμη και στην πολυαναμενόμενη ‘Φάση 2’ της μερικής άρσης των περιορισμών. Μία φάση που όμως σχεδόν σε όλες τις χώρες αναμένεται να πραγματωθεί πολύ προσεκτικά, σταδιακά και τμηματικά και όχι σε όλο το εύρος των δυνατοτήτων εξυπηρέτησης μεγάλου αριθμού πελατών, καώς θα εξακολουθήσει υπό τον φόβο της επανεμφάνισης του κορονοϊού μία ηπιότερη μορφή “κοινωνικής απόστασης”.

Στην μελέτη αυτή, διαβάζουμε πως οι χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου, οι λιγότερο καταρτισμένοι και οι νεότεροι θα είναι εκείνοι που θα βρεθούν αντιμέτωποι με το φάσμα της απόλυσης, της περικοπής ωρών εργασίας και τα χαμηλότερα ημερομίσθια. Εργαζόμενοι δηλαδή σε τομείς όπως η παροχή υπηρεσιών, η λιανική πώληση, οι τουριστικές επιχειρήσεις, η προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών, οι καλλιτέχνες και μουσικοί.

Φυσικά, μεταξύ αυτών οι δεινότερα πληττόμενοι θα είναι όσοι δεν έχουν να επιδείξουν στο βιογραφικό τους κάποιον επαρκή εκπαιδευτικό τίτλο, μία εξειδικευμένη κατάρτιση, αρκετές γνώσεις, εφόδια που να τους παρέχουν μεγαλύτερη ευελιξία να στραφούν σε νέα εργασιακά αντικείμενα που θα αντιστοιχούν στις συνθήκες απασχόλησης που διαμορφώνονται πλέον. Ιδίως σε τούτη την κατηγορία εμπίπτουν οι νεαρότερες ηλικιες (15 έως 24 ετών) που είτε επεδίωκαν μία εποχική, ή μερική εργασία για να ανταπεξέλθουν στα έξοδα σπουδών, ή στη συμπλήρωση του εισοδήματος της οικογένειας, ή απασχολούνταν σε δύο, ή περισσότερες, μερικού χρόνου και εποχικές εργασίες. Αυτο το ηλικιακό φάσμα εργαζομένων εμφανίζεται ακόμη πιο ευάλωτο από το αμέσως επόμενο επίπεδο εργαζομένων, ηλικίας 25 ετών και άνω.

Στα εξειδικευμένα κριτήρια που χρησιμοποιεί η Mc Kinsey μεγάλη σημασία έχει εκείνο της “φυσικής εγγύτητας”, που διαφοροποιεί βαθιά την έκθεση κάθε επαγγέλματος στην εργασιακή αβεβαιότητα κατά την μετά-κορονοϊό εποχή. Ακόμη και στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, υπάρχει μία σαφής διαφοροποίηση όσον αφορά την διατήρηση του κύκλου εργασιών ακόμη και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σε συσχετισμό πάντα με τη δυνατότητα εξυπηρέτησης χωρίς φυσική εγγύτητα πωλητή-πελάτη: στο σημείο τούτο διαπιστώθηκε μία αύξηση των τηλεπωλήσεων και των διανομών.

Έτσι, η μελέτη αποφαίνεται πως στην Ευρώπη, 160 εκατ. εργαζόμενοι διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να χάσουν τη δουλειά τους και είναι όσοι δεν χρειάζεται να εργασθούν σε φυσική εγγύτητα με άλλους ανθρώπους (λογιστές, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφοι κλπ). Επίσης μικρότερο κίνδυνο διατρέχουν και όσοι εργάζονται σε επαγγέλματα παροχής υγειονομικών υπηρεσιών (γιατροί και νοσηλευτές, μάνατζερ υγείας, οδηγοί νοσοκομειακών), αλλά και όσοι εργάζονται σε άλλα επαγγέλματα ζωτικής σημασίας σε τέτοιους καιρούς (αστυνομικοί, εκπαιδευτικοί, οδηγοί μέσων μεταφοράς, στην παραγωγή τροφίμων).

Στην περιοχή των επαγγελμάτων μεσαίου κινδύνου για απώλεια εργασίας βρίσκονται 14,7 εκατ. άνθρωποι που εργάζονται σε τομείς όπως οι κατασκευές, είναι οδηγοί βαρέων μηχανημάτων, αλλά και ψυχολόγοι.

Ακραίο κίνδυνο ανεργίας όμως αντιμετωπίζουν 55 εκατ. εργαζόμενοι και είναι εκείνοι που αναγκάζονται να έρχονται σε επαφή με το κοινό, όπως είναι οι εργαζόμενοι στις πωλήσεις, την παροχή υπηρεσιών, οι μάγειροι και οι ηθοποιοί. Είναι, σύμφωνα με τα γραφικά της μελέτης, σχεδόν το 50% των τομέων εργασίας στην Ευρώπη και είναι ως επί το πλείστον τομείς που απασχολούν τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου.

Η λιανική πώληση και ο ξενοδοχειακός τομέας και η εστίαση απαριθμούν αντίστοιχα περίπου 14,6 εκατ. και 8, 4 εκατ. εργαζομένους. Μόνον το 17% και το 14% αντίστοιχα σε αυτούς τους τομείς διαθέτει πανεπιστημιακά διπλώματα. Απεναντίας δε, το 52% στον τομέα των υπηρεσιών έχει τίτλους σπουδών: είναι ο τομέας με τον μικρότερο κίνδυνο για απώλεια θέσεων εργασίας, συμπεραίνει η έκθεση.

Οι κυβερνήσεις θα μπορούν πχ να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη παραμονή ξένων εποχιακών εργατών, την επταήμερη εργασία σε οδηγούς και τη διεύρυνση λειτουργίας των καταστημάτων.

Η διατήρηση των θέσεων εργασίας κρίνει ήδη από το προοίμιο της έκθεσής της η Mc Kinsey πρέπει να είναι η απόλυτη προτεραιότητα, δεδομένου ότι μετά την κρίση που ξεκίνησε το 2008 σε ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, πήρε μία ολάκερη δεκαετία ώσπου να ανακτηθεί κάποιο ανεκτό επίπεδο απασχόλησης. Ανάμεσα στα μέτρα που προτείνει είναι η αναπροσληψη ανθρώπων σε τομείς που πλέον με την πανδημία αποδείχθηκαν κρίσιμοι για την κοινωνία – όπως για να κατασκευάζουν μάσκες προστασίας, ή να παρασκευάζουν απολυμαντικά και άλλα φάρμακα, ή στην παραγωγή τροφίμων και άλλων προϊόντων οικιακής κατανάλωσης. Επίσης να επαναπροσανατολίζουν τη λειτουργία και το προσωπικό τους σε μορφές τηλε-εργασίας, όπου είναι εφικτό, ώστε να αποφευχθεί το κλείσιμο της επιχείρησης, ή οι μαζικές απολύσεις. Ή σε άλλη περίπτωση, όπως επισημαίνει μία απο τις προτάσεις της έκθεσης, να επαναπροσδιορισθούν τα ωράρια, το εύρος λειτουργίας, τα ημερομίσθια: ένας επιμερισμός δηλ. της εργασίας μεταξύ του προσωπικού, με τις ανάλογες επιπτώσεις – part time, μείωση μισθών, αύξηση της διάρκειας αδειών άνευ αποδοχών με δικαίωμα επιστροφής στην εργασία, κατάργηση υπερωριών, ή αμοιβών για επιπλέον εργασία τα Σαββατοκύριακα κ.ο.κ.

Από την άλλη, οι κυβερνήσεις, κατά την ίδια μελέτη, θα πρέπει να διευκολύνουν με κάθε τρόπο την προσπάθεια των επιχειρήσεων να επιβιώσουν, με φορολογικές ελαφρύνσεις, αναστολή πληρωμών ΦΠΑ και άλλων υποχρεώσεων, προγράμματα επανακατάρτισης των εργαζομένων τους, εύκολη πρόσβαση σε βραχυπρόθεσμα δάνεια ή επιδοτήσεις νέων και καινοφανών επιχειρήσεων και εξασφάλιση ενός ελάχιστου εισοδήματος σε αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες.

Παράλληλα, για να ισοσκελισθεί και κοινωνικά η ενίσχυση του επιχειρηματικού χώρου, η μελέτη προτείνει την επιδότηση και τη χαλάρωση των κριτηρίων για την ένταξη των ανέργων στα ταμεία και τα προγράμματα επανακατάρτισης (όπως και την ενίσχυση αυτής της επανεκπαίδευσης),τη διεύρυνση των παροχών της δημόσιας υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Επιπλέον θα πρέπει να ενθαρρύνονται επαγγελματικοί κλάδοι να απασχοληθούν σε εναλλακτικού τύπου εργασία, όπως οι οικοδόμοι στην κατασκευή νοσοκομείων, οι εργαζόμενοι στην εστίαση σε μονάδες παρασκευής και διανομής τροφίμων, οι άνεργοι να γίνονται νοσηλευτές, ή να εργασθούν σε παρεμφερή επαγγέλματα παροχής κοινωνικού έργου.

Επιπλέον, οι κυβερνήσεις θα μπορούν να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη παραμονή ξένων εποχιακών εργατών για τη συγκομιδή αγροτικών προϊόντων, να επιτρέψουν σε οδηγούς φορτηγών μεταφοράς την επταήμερη εργασία, τη διεύρυνση λειτουργίας των καταστημάτων (ιδίως των σουπερμάρκετ) και γενικότερα να επιτρέψουν την εργασιακή κινητικότητα. Ένα μέτρο που από καιρό επιδιώκει ο εργοδοτικός κύκλος και που η πανδημία, με τις ανακατατάξεις που έχει προκαλέσει στον τομέα των επιχειρήσεων και της εργασίας, με την βαθιά αλλαγή στα καταναλωτικά πρότυπα που επαγγέλλεται, φαίνεται πως πλέον επιταχύνει την έμπρακτη θέσπισή της.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα