ΑΘΗΝΑ
07:52
|
01.12.2021
Η κυβερνήτρια της Μαδρίτης, Ισαβέλ Ντίαθ Αγιούσο, διεκδικεί με αξιώσεις μια θέση δίπλα στον Τραμπ και τον Μπολσονάρου.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η εικόνα της κυβερνήτριας της Μαδρίτης, Ισάβελ Ντίαθ Αγιούσο, στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας El Mundo έχει προκαλέσει ακόμη μία αντιπαράθεση γύρω από το πρόσωπο της αμφιλεγόμενης συντηρητικής πολιτικού, που έχει απασχολήσει όσο κανείς άλλος την κοινή γνώμη στη χώρα της Ιβηρικής.

Με αυτή τη φωτογραφία, που την απεικονίζει με ύφος Θλιμμένης Παναγιάς με τα χέρια της σταυρωμένα σε στάση ικεσίας και προσευχής (όπως ακριβώς στο γνωστό αγαλματίδιο της Μαντόνας, που κοσμεί πολλά σπίτια των πιστών στην Ισπανία), η πολιτικός που διοικεί την πρώτη τη τάξει αυτόνομη περιφέρεια της χώρας εισέρχεται με αδιαφιλονίκητο τρόπο στο Πάνθεον του παγκόσμιου λαϊκισμού, ενστερνιζόμενη όχι μόνον τα ιδανικά και τον τρόπο έκφρασής τους, αλλά και την συμβολική και εννοιολογική εικονογραφία που έχουν ενσαρκώσει με πολύκροτες εμφανίσεις τους ομοϊδεάτες της όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Ζαΐχ Μπολσονάρου στη Βραζιλία, ο Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία, ο Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία.

Η Αγιούσο καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας και λόγω του ομοσπονδιακού αποκεντρωμένου χαρακτήρα της διοίκησης στην Ισπανία, κατόρθωσε να αναδειχθεί ως ο κατεξοχήν εκφραστής της αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση συμμαχίας Σοσιαλιστών-Podemos του Πέδρο Σάντσεθ, εν μέσω μίας κατάστασης που κατά κανόνα ευνοεί τους επικεφαλής της εκάστοτε κυβέρνησης σε κάθε χώρα, ενώ αντίθετα οι ηγέτες της αντιπολίτευσης επειδή βρίσκονται εκτός του νυμφώνος στη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων ωθούνται στο περιθώριο.

Η Αγιούσο, όμως, όπως και ο κάθε κυβερνήτης αυτόνομης περιφέρειας, ως μικρός πρωθυπουργός, είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής, του τοπικού συστήματος υγείας και εκπαίδευσης και του σχεδιασμού και ανάθεσης κατασκευαστικών έργων, μεταξύ άλλων. Ως εκ τούτου μέσα στην κρίση και την έκτακτη ανάγκη, είχε πρώτο λόγο στην εφαρμογή των μέτρων του lockdown και της στήριξης της κοινωνίας. Η ίδια φρόντισε να επιδείξει τούτη τη θέση υπεροχής της, “στήνοντας” δύο φορές τον πρωθυπουργό Σάντσεθ σε αντίστοιχες συναντήσεις με τους κυβερνήτες των περιφερειών: την πρώτη γιατί περίμενε υλικά και εξοπλισμό για τον κορονοϊό από την Κίνα, και την δεύτερη για να παρακολουθήσει μία παράκληση στον καθεδρικό της Αλμουδένα.

Βέβαια, η Αγιούσο στην αρχή της επιδημίας είχε δηλώσει στο τηλεοπτικό δίκτυο Antena 3 πως “ο φόβος είναι τώρα πιο επικίνδυνος και από τον ίδιο τον ιό, που συνήθως έχει λιγότερες επιπτώσεις ακόμη και από μία απλή γρίπη”, μένοντας πιστή στο πνεύμα σκεπτικισμού για τη σοβαρότητα των συνεπειών του κορονοϊού, που είχαν τηρήσει και οι πιο προβεβλημένοι συντηρητικοί ηγέτες. Εν μέρει συνεχίζει να συντηρεί την ίδια πεποίθηση, παρ’ όλο που η εμπειρία αποδείχθηκε πολύ σκληρή και με μεγάλο τίμημα για την Ισπανία, αναγκάζοντάς την να υπαναχωρήσει από την αρχική, αψήφιστη, εκτίμησή της. Και τούτο γιατί ήδη έχει ζητήσει άνοιγμα όλων των επιχειρήσεων και έξοδο των πολιτών από τη Δευτέρα 11 Μαΐου, παρ’ όλο που οι ειδικοί και η κυβέρνηση προειδοποιούν για την επικινδυνότητα τουλάχιστον αυτής της πρώτης φάσης, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της δικής της τοπικής κυβέρνησης συνεργασίας με τους Ciudadanos, που έφθασαν μέχρι και την παραίτηση της υπευθύνου Υγείας της Μαδρίτης Γιολάνδα Φουέντες. Όλα αυτά, την ώρα που η Μαδρίτη ως η δεινότερα πληγείσα από τον κορονοϊό περιφέρεια ώφειλε να είναι η τελευταία που θα ζητούσε το άνοιγμα των επιχειρήσεων και το τέλος του lockdown.

Η Αγιούσο και οι συνεργάτες της δεν δίστασαν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη για την ικανότητα της διαχείρισης της κρίσης, παραποιώντας στοιχεία και στατιστικές.

Η παλινωδία σχετικά με την σοβαρότητα του κορονοϊού, όμως, δεν ήταν το μόνο “ήξεις, αφίξεις” της Αγιούσο, που ως καλή λαϊκίστρια πολιτικός έχει φροντίσει να αλλάξει αρκετές φορές στάση. Στις 8 Μαρτίου, η ίδια και η αρμοδια αντικυβερνήτης Μπεγόνια Βιλιαθίς και άλλες γυναίκες βουλευτίνες του τοπικού Κοινοβουλίου από τα δεξιά κόμματα ΡΡ και Ciudadanos, είχε συμμετάσχει στη μεγάλη διαδήλωση για την Ημέρα της Γυναίκας, πασχίζοντας να απαλλοτριώσει το νόημά της και την οργάνωσή της. Μετά την έξαρση της επιδημίας Covid-19 η Αγιούσο λησμόνησε ότι προσπάθησε να καπελώσει την εκδήλωση, μονοπωλώντας τα τοπικά μέσα ενημέρωσης και στη συνέχεια διατυμπάνιζε πως η εκδήλωση αυτή υπήρξε η μεγαλύτερη εστία μόλυνσης με τον κορονοϊό στη Μαδρίτη, τουλάχιστον. Παρ’ όλο που όλοι οι ειδικοί σε θέματα υγείας και οι γιατροί, με πρώτον–πρώτον τον “Ισπανό Τσιόδρα” Φερνάνδο Σιμόν, διαβεβαιώνουν με όσα στοιχεία μπορεί να τους πορίσει η επιστήμη, πως αυτό αποκλείεται και κανένας τέτοιος ισχυρισμός σαν της Αγιούσο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί.

Σε άλλες περιπτώσεις, η Αγιούσο και οι συνεργάτες της δεν δίστασαν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη για την ικανότητα της διαχείρισης της κρίσης, παραποιώντας στοιχεία και στατιστικές, που δυστυχώς γι’ αυτούς δημοσίευσαν στο Twitter, οπότε αποκαλύφθηκε πως προσμετρούσαν στοιχεία άσχετα για να παρουσιάσουν καλύτερη εικόνα.

Ακόμη μεγαλύτερο για την Αγιούσο ήταν, όμως, το φιάσκο στο οποίο κατέληξε η κορωνίδα των μέτρων της για τη στήριξη των δεινοπαθούντων πολιτών στην περιφέρεια της ευθύνης της, με την διανομή γευμάτων στα παιδιά οικογενειών με εισοδήματα μικρότερα του κατώτατου μισθού ή με επιδόματα ανεργίας ή στήριξης για την πανδημία. Η Αγιούσο, κλείνοντας συμφωνία με μία εταιρεία (FEN), που όπως καταγγέλθηκε χρηματοδοτείται από εταιρείες σαν τις Coca Cola, McDonald’s, Pepsi, Nestlé και Puleva, επέτρεψε να διανέμονται πακέτα από τις γνωστές φαστ-φουντ εταιρείες Telepizza και Rodilla (έτοιμα σάντουϊτς), ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου, για την απόφαση να τρέφονται με τέτοια παχυντικά, “πλαστικά” και καθόλου θρεπτικά γεύματα γύρω στα 11.500 παιδιά. Όλα αυτά μάλιστα, σε μία περιοχή όπου σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία σχεδόν το 28% των παιδιών αντιμετωπίζουν πρόβλημα παχυσαρκίας.

Σύσσωμες οι οργανώσεις διατροφολόγων, ειδικών γιατρών για παχυσαρκία και διαβήτη, γυμναστών, ακόμη και το ίδρυμα Pau Gasol, του γνωστού μπασκετμπολίστα, για την προώθηση της υγιεινούς ζωής και άθλησης, δημοσίευσαν φιλιππικούς ενάντια στην απόφαση της Αγιούσο. Επιπλέον, αποδείχθηκε πως τα ταχυ-γεύματα τούτα κόστιζαν περισσότερο από τα γεύματα που παρασκευάζονται κανονικά στα σχολεία – όπου θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεχίζουν να παρασκευάζονται, διατηρώντας συνάμα και τις θέσεις εργασίας στις σχετικές υπηρεσίας. Η Αγιούσο φρόντισε να διαφημίσει η ίδια το μέτρο της, παρασκευάζοντας σε μία καντίνα τα σάντουϊτς που θα μοίραζε στη Βιλιαθίς και άλλους στην περιφέρεια, που την ακολούθησαν στην επικοινωνιακή της παράσταση.

Η ίδια προσπάθησε να υπεραμυνθεί της πρωτοβουλίας της, που απάντησε πως “η πίτσα καταναλώνεται από τους ανθρώπους εδώ και 1.000 χρόνια”, αποφεύγοντας όμως να απαντήσει στην ερώτηση εάν η ίδια θα τάιζε τα παιδιά της με αυτά τα γεύματα κάθε μέρα στην καραντίνα. Τελικά, υπέκυψε μπροστά στη μεγάλη κατακραυγή και η διανομή των σκανδαλωδών γευμάτων σταμάτησε.

Μεγάλη ήταν η αμηχανία της Αγιούσο επίσης και για τα διαγνωστικά τεστ του κορονοϊού, που παρήγγειλε η περιφέρεια, για τον έλεγχο του πληθυσμού και των επαγγελματιών.

H ίδια η Αγιούσο, διαβεβαίωνε πως τα διαγνωστικά τούτα δοκιμαστήρια είναι “τα πιο αξιόπιστα που έχουν εισαχθεί στην Ισπανία”, όμως οι υπηρεσίες Υγείας της Μαδρίτης ανακοίνωσαν πως το ένα τρίτο από τα αποτελέσματά τους είναι ανακριβές (το 36% των εξετασθέντων που βρέθηκαν θετικοί δεν ήσαν τελικά), ενώ η αποτελεσματικότητά τους είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που ανακοίνωνε θριαμβικά η Αγιούσο, με ακρίβεια κάτω του 74%.

Ούτε αυτή η αποτυχία ήταν η τελευταία στη σειρά των διαχειριστικών πανωλεθριών της Αγιούσο, της οποίας η σταθερή επωδός για τα πολιτικά και τακτικά ναυάγια ήταν οι “αριστεροί” των Podemos που έχουν αλώσει την κυβέρνηση και σπέρνουν την καταστροφή.

Την προηγούμενη εβδομάδα η ίδια παρέστη στο κλείσιμο του μεγάλου έκτακτου νοσοκομείου εκστρατείας στον εκθεσιακό χώρο της IFEMA, όπου επρόκειτο να νοσηλευθούν σε πρώτη φάση τα κρούσματα του κορονοϊού, προκειμένου να “αναπνεύσει” από την πίεση το σύστημα υγείας – που όπως θα δούμε, η ίδια (ακολουθώντας την ολέθρια τακτική της προκατόχου της, της διαβόητης Εσπεράνθα Αγκίρε) προώθησε την αχαλίνωτη ιδιωτικοποίησή του. Το “μακρο-νοσοκομείο”, όπως το ονόμαζαν, είχε διαφημισθεί ως το μεγαλύτερο αντίστοιχο στην Ευρώπη με 5.500 κλίνες απλωμένες στη σειρά και σε γραμμές μέσα στον αχανή του χώρο. Βέβαια δεν έφθασε να διαθέσει τόσες κλίνες: οι ασθενείς που νοσήλευσε έφθασαν τους 3.700 και το 98% πήρε εξιτήριο. Καθ’ όλη δε τη διάρκεια της λειτουργίας του, πάντοτε με ευθύνη της περιφέρειας της Μαδρίτης, τα παράπονα του προσωπικού και των ασθενών ήσαν αδιάκοπα. Το νοσοκομείο είχε κλίνες, αλλά δεν είχε προσωπικό και υλικά, παρά τα 18.755.402,7 ευρώ που διατέθηκαν.

Επιπλέον, όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι, ουδέποτε ενισχύθηκε με προσλήψεις το προσωπικό, που στηρίχθηκε μόνον στους εργαζόμενους των πρώτων βοηθειών, τα μέτρα ασφαλείας ήσαν ανεπαρκή, ενώ συνολικά ανέδυε μία ψυχρή εικόνα (όχι μόνον λόγω της ανεπαρκούς θέρμανσης) ή στην καλύτερη, όπως δηλώνουν πολλοί ασθενείς, θύμιζε “τσίρκο” περισσότερο, παρά νοσοκομείο, ενισχύοντας τις φωνές που μιλούσαν για απλό επικοινωνιακό και ταμειακό μάρκετινγκ.

Μάλιστα η Αγιούσο φρόντισε ακόμη και την τελετή του κλεισίματος του IFEMA να το μετατρέψει από μήνυμα αισιοδοξίας σχετικά με τη χαραυγή της ημέρας που θα τελειώσει η κρίση, σε νέα πηγή κατακραυγής, καθώς η όλη διαδικασία εκτυλίχθηκε κατά παράβαση όποιου μέτρου ασφαλείας, συνωστισμού, κοινωνικής απόστασης, συμπεριφοράς ανάμεσα σε ανθρώπους εν μέσω μέτρων περιορισμού, των ίδιων που ζητούν από τους πολίτες να τηρήσουν απαρέγκλιτα, επιβάλλοντας μάλιστα σημαντικές ποινές, πρόστιμα, ή ασκώντας βία όπως είδαμε σε τηλεοπτικές εικόνες. Βέβαια, οι παριστάμενοι θα ήλπιζαν μάλλον οι μάσκες που φορούσαν να μην ήσαν σαν εκείνες που μοίραζε η Αγιούσο στη διάρκεια της πανδημίας και αποδείχθηκαν ελαττωματικές.

Το παράδοξο της ιδιωτικοποίησης είναι πως ενώ στη Μαδρίτη κατασκευάστηκαν 11 νέα νοσοκομεία, μειώθηκαν οι παρεχόμενες κλίνες ανά κάτοικο.

Ένα από τα μεγάλα Βατερλώ της Αγιούσο, που μάλιστα απασχόλησαν με εκκωφαντικό τρόπο και την παγκόσμια κοινή γνώμη, ήταν οι εκατόμβες θυμάτων και τα πολυπληθή κρούσματα κορονοϊού στα γηροκομεία της περιφέρειας. Η αδιαφορία των περιφερειακών αρχών αποδείχθηκε εγκληματική, καθώς δεν έλαβαν καμία μέριμνα για να προλάβουν την ανθρώπινη καταστροφή, που πολλοί ειδικοί προέβλεπαν από την αρχή της πανδημίας. Αλλά ήδη και πριν την πανδημία, η λειτουργία των γηροκομείων ήταν προβληματική. Σχεδόν 96 οίκοι ευγηρίας και έξι κέντρα ημερήσιας φροντίδας είχαν βρεθεί ακατάλληλα και τους είχαν επιβληθεί πρόστιμα, ενώ είχαν ανακαλυφθεί και 12 παράνομες τέτοιες δομές σε ιδιωτικά “σαλέ” που έκλεισαν. Για ένα συνολικό αριθμό 475 οίκων ευγηρίας στην περιφέρεια, ο αριθμός τούτος είναι ανησυχητικός. Επιπλέον, από αυτούς, μόνον οι 25 είναι δημόσιοι, οι 271 ιδιωτικοί και οι άλλοι 161 είναι μεν ιδιωτικοί αλλά καλύπτουν, με αλμυρό τίμημα για τα κρατικά ταμεία τις ανάγκες του Δημοσίου και άλλοι 18 είναι δημόσιοι, αλλά τους διαχειρίζονται ιδιωτικές επιχειρήσεις. Συνεπώς το δημόσιο ελέγχει μόλις το 5% των Οίκων Ευγηρίας και το 12% των συνολικών τους κλινών, με ό, τι αυτό μπορεί να σημαίνει, και αποδείχθηκε άλλωστε εκ των πραγμάτων, για την παρεχόμενη ποιότητα φροντίδας και ασφάλειας τροφίμων και προσωπικού έναντι στην Covid-19.

Όπως είναι φυσικό, η περιφερειάρχης και σε αυτήν την περίπτωση αποποιήθηκε των ευθυνών της, κατηγορώντας για τις παραλείψεις την κεντρική κυβέρνηση. Όμως το σύμπτωμα τούτο είναι απόλυτα συνδεδεμένο με το είδος πολιτικής που ακολουθεί στην υγεία η Αγιούσο, σε πλήρη ευθυγράμμιση, όπως προείπαμε, με την προκάτοχό της Εσπεράνθα Αγκίρε. Οι ρυθμοί της ιδιωτικοποίησης και ο αντίκτυπός τους στην ποιότητα της παροχής υγείας στον πληθυσμό και στη δαπάνη του κράτους για τις υπηρεσίες είναι τέτοιοι, που στη Μαδρίτη έχει δημιουργηθεί μία αληθινή βιομηχανία που δεν την επηρεάζει καμία κρίση – και τούτο έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην παρούσα επιδημία. Γιατί έχει εξασφαλισμένη πελατεία και επιβιώνει όχι μόνον από τα αυξημένα νοσήλια που τους ζητεί, αλλά κυρίως από τη χρηματοδότηση της περιφέρειας, επωφελείται από τους μακρείς και ατέλειωτους καταλόγους αναμονής για εξετάσεις, επεμβάσεις και νοσηλεία σε μία καταρρακωμένη και ξεδοντιασμένη δημόσια υγεία, όπου τίποτε δεν επενδύεται, και κερδίζει συνέχεια από περικοπές υλικού και μείωση μισθών και κατάργηση βασικών εργασιακών δικαιωμάτων. Οι μεγάλοι όμιλοι, ισπανικοί και ξένοι, επωφελούνται, συχνά μη πληρώνοντας και φόρους, έχοντας να επιλέξουν είτε να κτίσουν νοσοκομεία, είτε να αναλάβουν τη διαχείριση δημόσιων δομών ή να προσφέρουν εξωτερικές υπηρεσίες ή άλλες παραϊατρικές δραστηριότητες.

Το παράδοξο της ιδιωτικοποίησης, βέβαια, είναι πως μόλο που στη Μαδρίτη κατασκευάστηκαν 11 νέα νοσοκομεία, μειώθηκαν οι παρεχόμενες κλίνες ανά κάτοικο και μάλιστα με τα χειρότερα ποσοστά στην Ισπανία (2,7 ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 3,7 στην Αραγωνία, ή 5% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρώπη). Αλλά και σε αριθμό προσωπικού, η Μαδρίτη είχε 3.000 λιγότερους εργαζόμενους στην υγεία από το 2010 και ενώ μέσα στην κρίση του κορονοϊού, τα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία κατέρρεαν, μόλις το 10% των κρουσμάτων διοχετεύθηκαν στα ιδιωτικά, που ωστόσο επιδοτήθηκαν για την επιδημία.

Η Ισπανία δαπανά το 9% του ΑΕΠ της στην υγεία και σύμφωνα με το ίδρυμα των εργοδοτών του τομέα ΙDIS, το βάρος της ιδιωτικής δαπάνης για την υγεία πάνω στη συνολική δαπάνη για την υγεία είναι 28,8%, όταν στον ΟΟΣΑ ο μέσος όρος είναι 26,5% και σε χώρες όπως η Γερμανία (15,4%), η Γαλλία (17,1%), ή η Ολλανδία (19%) είναι πολύ μεγαλύτερο.

Φυσικά, η περιφέρεια καθυστερεί κάθε αναπτυξιακό έργο στη δημόσια υγεία για να επωφεληθούν οι ιδιώτες. Έχει ιδιωτικοποιήσει μέχρι και το τηλεφωνικό κέντρο για ραντεβού, συχνά μη δίνοντας στον ασθενή να διαπιστώσει εάν όντως δεν υπάρχει διαθέσιμη ώρα σε κάποιο δημόσιο νοσοκομείο ή εάν πράγματι θα πρέπει να επιλέξει μία ιδιωτική δομή. Όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι, που οι αποδοχές τους κατά μέσον όρο σε αυτές τις ιδιωτικές δομές είναι πολύ μικρότερες από αυτές στον δημόσιο τομέα και τα ωράρια πολύ πιο δυσβάστακτα, το τριπλό σύστημα που εφαρμόσθηκε στη Μαδρίτη (συνεργασία δημοσίου-ιδιωτικού, παραχώρηση δημοσίων υπηρεσιών για διαχείριση από ιδιώτες και το πιο καρποφόρο τα holding νοσοκομείων και ομίλων παροχής υπηρεσιών υγείας) έχουν οδηγήσει την υγεία στα χέρια ισχυρών ομίλων και προσώπων. Μέχρι και ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης, Φλορεντίνο Πέρεθ, έχει μπει στον τομέα δυναμικά. Μάλιστα κάποιοι που νέμονται τις υπηρεσίες υγείας είναι υπόδικοι, ή εμπλεκόμενοι σε τρανταχτά σκάνδαλα, για τα οποία μάλιστα είχε καταδικασθεί και η Αγκίρε.

Η μεγαλοστομία της Αγιούσο για τον αγώνα που θα δώσει το έθνος μιλάει στην καρδιά του μέσου πολίτη σε τούτες τις δύσκολες στιγμές.

Τα πρόσωπα τούτα μάλιστα ήσαν εκείνα που ανταποκρίθηκαν στην ίδρυση ενός ταμείου δωρεών από την Αγιούσο για τα έξοδα της αντιμετώπισης του κορονοϊού: για να καλύψει δηλαδή τις δαπάνες που χρειάζεται να κάνει το δημόσιο και δεν έχει διότι οι πόροι του έχουν διοχετευθεί στον ιδιωτικό τομέα.

Και φυσικά, ο αλτρουϊσμός που διαφημίζει τόσο η περιφερειάρχης και η αγαθοεργία που δείχνουν οι δωρητές δεν είναι και τόσο υποκινούμενη από τη φιλανθρωπία. Και τούτο γιατί η Αγιούσο ήδη είχε ανακοινώσει και αρχίσει να εφαρμόζει “τη μεγαλύτερη μείωση φόρων στην ιστορία” του επιχειρείν στη Μαδρίτη, που θα συμβάλλει στο να γλιτώσουν οι μεγαλοδωρητές πολλά εκατομμύρια φόρους.

Και πράγματι, από τα 14,1 εκατ. ευρώ που συγκέντρωσε, τα 12,9 εκατ. προέρχονται από μαικήνες της οικονομίας της περιφέρειας, που βάσει του νόμου για μειώσεις του 35% θα δουν να επιστρέφουν στις τσέπες τους 4,5 εκατ. και εάν προστεθούν και οι άλλες μειώσεις για τις προσφορές με κάρτα, θα τους επιστραφούν άλλα 1,2 εκατ. ευρώ!

Φυσικά, σε αυτά θα πρέπει να συνυπολογισθούν και οι φοροαπαλλαγές που θα ακολουθήσουν αυτές τις “φιλάνθρωπες” χειρονομίες, που δεν έχουν σχέση με την αλληλεγγύη σε τέτοιους καιρούς, καθώς στο κάτω-κάτω η ωφέλειά τους θα στερήσει (και) στο μέλλον πόρους από τη δημόσια υγεία.

Η Αγιούσο, μέσα από την κρίση αναδύεται ως ένα αξιοπρόσεκτο πλέον πολιτικό στοιχείο, όχι μόνον για τη Μαδρίτη, αλλά και για την γενικότερη πολιτική σκηνή της Ισπανίας. Και τούτο γιατί ήδη έχει αρχίσει να συνδιαλέγεται με τον μεγάλο οικονομικό παράγοντα στην περιφέρεια και στη χώρα και να του δημιουργεί ευκαιρίες. Επιπλέον, η λαϊκιστική ρητορεία της υπέρ του επιχειρείν και της διάσωσης της οικονομικής δραστηριότητας την αναδεικνύει ως υποτιθέμενο θεματοφύλακα της μεσαίας τάξης και των εργατών, ιδίως σε εποχικά και μη μόνιμα επαγγέλματα, που θίγονται από την κρίση.

Λαϊκισμός που εκφράζεται και ιδεολογικά, με τη διαρκή επίκλησή της στα σύμβολα του έθνους, τον ύμνο, τη σημαία, που δημιουργεί γύρω της μία συναισθηματική άλω, η οποία συσπειρώνει τους εμφορούμενους από πατριωτισμό, αλλά και όσους έχουν ανάγκη από μία “μητρική αγκαλιά” και εμψύχωση. Η μεγαλοστομία για τον αγώνα που θα δώσει και θα νικήσει το έθνος, μιλάει στην καρδιά του μέσου πολίτη σε τούτες τις δύσκολες στιγμές. Μάλιστα, η Περιφερειάρχης έχει αναλάβει και την εκπροσώπηση των ιδανικών αυτών και σε υψηλότερο επίπεδο και δεν χάνει την ευκαιρία στο τοπικό κοινοβούλιο να ασκεί κριτική στην κεντρική κυβέρνηση για γενικότερες αποφάσεις και πολιτικές στο πλαίσιο της μάχης για την αναχαίτιση της επιδημίας. Και σχεδόν πάντα εκείνος που της απαντά είναι ο ίδιος ο Σάντσεθ. Και στην μονομαχία τούτη, ο ηγέτης του ΡΡ και πολιτικός “προϊστάμενός” της Αγιούσο, Πάβλο Κασάδο είναι απών.

Τελικά μήπως η Αγιούσο είναι δυνητικά ένα ανερχόμενο αστέρι της λαϊκιστικής δεξιάς, που απειλεί και τον ίδιον τον Κασάδο, όπως και τους αντιπάλους της; Άραγε οι Τραμπ, Μπολσονάρου, Τζόνσον και Σαλβίνι, έχουν βρει τον συνομιλητή τους στην Ισπανία όχι στο ακροδεξιό Vox, αλλά στην Αγιούσο; Ο χρόνος θα δείξει.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα