Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ιταλία: Μετά πενήντα έτη, το “καθεστώς των εργαζομένων” πιο επίκαιρο από ποτέ

Στη βαθιά πληγωμένη από την κρίση του κορονοϊού Ιταλία, όπου η οικονομική δραστηριότητα στους τομείς που είχαν παραμείνει ανενεργοί κατά τη διάρκεια της φονικής επιδημίας αποπειράται να σταθεί ξανά στα πόδια της, η 20η Μαΐου αποτελεί μία ημέρα ορόσημο για τα εργασιακά δεδομένα της χώρας. Πριν ακριβώς πενήντα χρόνια, στις 20 Μαΐου 1970, ψηφιζόταν ο εμβληματικός νόμος υπ. αριθμ. 300, που έμελλε να μείνει στην ιστορία του εργατικού κινήματος με την επωνυμία “Καθεστώς των Εργαζομένων”. Καρπός μεγάλων αγώνων σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, το “Καθεστώς” εισήγαγε σημαντικές και αξιοσημείωτες αλλαγές, τόσο στις συνθήκες εργασίας, όσο και στις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, θεσπίζοντας θεμελιώδεις διατάξεις για την προστασία στους χώρους της δουλειάς και στην συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Το κείμενο τούτο του “Καθεστώτος” με μικρές προσθήκες και τροποποιήσεις δώθε κείθε, αποτελεί ίσαμε τις μέρες μας τη ραχοκοκαλιά του ιταλικού εργατικού δικαίου. Μόνο που σήμερα την πρέπουσα επετειακή διάθεση έρχεται να σκιάσει κρίση και η κατήφεια, που συμπαρασύρει τις όποιες πρόνοιες για τα εργατικά δικαιώματα, έτοιμα να αλεστούν από τις μυλόπετρες της “ανάγκης” για επανεκκίνηση της οικονομίας που προτάσσουν εργοδότες και κυβερνήσεις, ως μία “πολυτέλεια”, που θα πρέπει να παραμερισθεί.

Η σημασία του Καθεστώτος των Εργαζομένων σήμερα είναι επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε, καθώς η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε ετοιμάζεται να εφαρμόσει το γιγαντιαίο σχέδιο επαναφοράς της οικονομίας σε παραγωγική τροχιά, μοιράζοντας αφειδώς χρήματα σε μεγάλες επιχειρήσεις (είτε ως μαξι-επιδοτήσεις, είτε με σοβαρή μείωση των φορολογικών εισφορών) και σοβαρά κίνητρα για τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, καταναλωτικών ή “πράσινης οικονομίας”, που πάλι ευνοούν τις πωλήσεις των επιχειρήσεων, στο πλαίσιο ενός ιδιόμορφου “καπιταλιστικού κομμουνισμού” υπέρ των “μεγάλων” και των εργοδοτών.

Την ίδια στιγμή, μόνο ως ψιχία δύνανται να χαρακτηρισθούν όσα παρέχονται για την υγεία (τρία δισ. ευρώ, όταν για κάποιες εταιρείες , όπως η Fiat Chrysler, που από χρόνια δεν παράγει όλη τη γκάμα της στην Ιταλία, και δεν έχει και την έδρα της καθαυτή στη χώρα, ζητεί επιδότηση ύψους 6,3 δισ. ευρώ). Ή φερ’ ειπείν η ελεημοσύνη στους ελεύθερους επαγγελματίες, εργαζομένους όπως οι οικιακές βοηθοί και οι συνοδοί ηλικιωμένων ή η απλώς κατά δύο μήνες παράταση της καταβολής επιδόματος ανεργίας. Την ώρα που πάμπλουτοι Μαφιόζοι πέρνουν παχυλά επιδόματα και κατώτατο μισθό ή όταν πλουτίζουν χάρις στην κατακόρυφη αύξηση της τοκογλυφίας κατά την περίοδο του εγκλεισμού, οπότε το κράτος αδιαφορούσε για το μέλλον των μικρών επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών που για να μείνουν εν ζωή (όχι μόνον επιχειρηματικά, αλλά και κυριολεκτικά) είχαν και έχουν ανάγκη από ρευστό, που φυσικά δεν τους διαθέτουν οι ανακεφαλαιοποιημένες από τους φορολογούμενους τράπεζες. Και τώρα, ως οι μόνοι που διαθέτουν άφθονο ρευστό στην Ιταλία, οι Μαφιόζοι απειλούν να “αγοράσουν” και το υγιές κομμάτι της οικονομίας, όπως προειδοποιούν πολλοί δικαστές στη χώρα.

Πέρα από όλα τα οικονομικά μέτρα που ευνοούν τις επιχειρήσεις να αποκαταστήσουν τις απώλειες στην παραγωγή και τις πωλήσεις-εξαγωγές (ίσως και να επωφεληθούν ενίοτε πολλαπλάσια απ’ όσο θα κέρδιζαν, εάν συνέχιζαν κανονικά την δραστηριότητά τους) ή να μην αποσύρουν χρήματα για επενδύσεις από τους κρυφούς λογαριασμούς τους σε “νόμιμους” φορολογικούς παραδείσους (όπως η Ολλανδία που τόσο αντιτίθεται στην έκδοση “κορονο-ομολόγων”), θα πρέπει να καταγραφεί και η απόπειρα να απαλλαγούν από οποιαδήποτε ευθύνη οι εργοδότες για την περίπτωση που υπάρξουν κρούσματα κορονοϊού στην εταιρεία τους. Η σχετική διάταξη απηχεί τις αντιδράσεις του εργοδοτικού κλάδου, του ίδιου που έστελνε από την αρχή της κρίσης στα εργοστάσια τον κόσμο και πίεζε να μην κλείσουν παρά τις εκατόμβες των νεκρών. Την ώρα που οι καταγγελίες στην αντίστοιχη Επιθεώρηση Εργασίας για περιστατικά κρουσμάτων κορονοϊού στους χώρους δουλειάς έχουν ξεπεράσει τα 37.700 (με το 40% να προέρχεται από τον υγειονομικό τομέα).

Η ευνοϊκή τούτη νομική ασπίδα ουσιαστικά απαλλάσσει τον εργοδότη και από την στοιχειώδη υποχρέωση να τηρεί τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας για την Covid-19 στον χώρο εργασίας. Διότι ένας εργοδότης που τηρεί τα μέτρα ασφαλείας στο ακέραιο, δεν έχει να φοβάται από τυχόν κρούσματα στον χώρο της δουλειάς, καθώς θα είναι εύκολο να αποδειχθεί πως η δρακόντεια εφαρμογή τους μεταφέρει τις πιθανότητες προσβολής στο εξωεργασιακό περιβάλλον. Η αξίωση των εργοδοτών να απαλλαγούν εξ υπαρχής και τελείως από κάθε νομική ευθύνη, στην ουσία ποινικοποιεί τον τρόπο συμπεριφοράς και ζωής του εργαζόμενου. Το εθνικό πρωτόκολλο, που η κυβέρνηση προώθησε, νομοθετικά “συνιστά” τη θέσπιση γενικών μέτρων προστασίας. Το χάσμα ανάμεσα στην εξασφαλισμένη μέγιστη δυνατή ασφάλεια και την έγκριση γενικών μέτρων μπορεί να αποδεχθεί μεγάλο. Το να υποστηρίζει κάποιος (όπως κάνει το υπουργείο Εργασίας στις σελίδες του οργάνου των εργοδοτών, την εφημερίδα Il Sole 24 Ore) ότι η συμμόρφωση στο πρωτόκολλο προστατεύει τον εργοδότη από την ποινική ευθύνη, σημαίνει προφανώς παραίτηση από την αρχή της μέγιστης προφύλαξης που αποτελεί πυλώνα της ασφάλειας στην εργασία.

Από την άλλη, ακόμη και οι μεγάλες επιχειρήσεις υιοθετούν και αναπετάσσουν ως δικό τους ένα εύλογο επιχείρημα που αρθρώνουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όσες απασχολούν λιγοστούς εργαζόμενους ή ασχολούνται με χειρωνακτικού τύπου και κατ’ οίκον υπηρεσίες. Εκείνες δηλ. που υποστηρίζουν πως εάν κληθούν να πληρώσουν την ευθύνη για κάποιο κρούσμα σε υπάλληλό τους θα καταστραφούν οικονομικά. Προφανώς, στο επιχείρημα ενυπάρχει μία λογική αντίφαση και κυρίως μία επικίνδυνη πρακτική τάση: οι οικονομικοί λόγοι κάλλιστα θα μπορούν να νομιμοποιήσουν τις “εκπτώσεις” στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας – κάτι που διαπιστώσαμε άλλωστε και σε πολλές περιπτώσεις και στη χώρα μας, όπως και παντού. Είναι η πρόθεση και η γενικευμένη κουλτούρα του ανταγωνισμού και του κέρδους, που κανοναρχεί ότι για να μειωθεί το κόστος και ν αυξηθούν τα έσοδα, μπορούμε να εξοικονομήσουμε ακόμη και από τις μάσκες ή άλλα μέτρα ασφαλείας για τους εργαζομένους.

Ουσιαστικά, το ερώτημα τούτο συσκοτίζει την γενικότερη διάσταση στο θέμα της τήρησης των μέτρων ασφαλείας στον εργασιακό χώρο. Γιατί να θεωρείται οικονομικά επισφαλές να τηρούνται οι κανονισμοί ασφαλείας και τα πρωτόκολλα για την Covid-19, όταν το ίδιο ζήτημα τίθεται και σε κανονικές συνθήκες αναφορικά με την ασφάλεια στον χώρο εργασίας; Το να πέσει κάποιος από μεγάλο ύψος, ή να χάσει το χέρι του σε πριονοκορδέλα ή να πεθάνει από ασφυξία στη ναυτικοεπισκευαστική ζώνη ή να πάθει κάτι επειδή δεν τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας, δεν συνιστά μεγάλο οικονομικό κίνδυνο για τον κάθε, μικρό, ή μεγάλο εργοδότη; Μήπως με πρόσχημα το οικονομικό κόστος της μετάδοσης του κορονοϊού, προωθείται μία, εάν όχι απαλλαγή, τουλάχιστον μία πιο ευέλικτη και επιεικής αντιμετώπιση του εργοδότη, όσον αφορά την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, μπροστά στο υποτιθέμενο φάσμα της οικονομικής ζημίας και του αρνητικού αντίκτυπου στην ευρύτερη οικονομία; Τώρα ιδίως που πρέπει να ανακάμψει με γοργούς ρυθμούς και όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ιδίως για τον ακροδεξιό ηγέτη της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι, που διατρανώνει “το μικρό είναι καλό”) και ο τομέας των υπηρεσιών, ίσως οι πλέον εκτεθειμένοι κλάδοι στην μετάδοση της νόσου, θεωρούνται βασικοί πυλώνες στο παρόν μοντέλο παραγωγής της Ιταλίας.

Μήπως, με την “Πατρόκλου πρόφασιν” της επείγουσας αναγκαιότητας για ανάκαμψη πρόκειται να δοθεί συγχωροχάρτι σε οποιαδήποτε παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων; Μήπως αποτελεί μία κερκόπορτα για την εμπέδωση στην πράξη καταδικάσιμων πρακτικών, όπως οι υπεργολαβίες έργων ή η ενοικίαση εργαζομένων;

Ήδη στον Ιταλικό Νότο, που σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει η Ένωση για την Βιομηχανική Ανάπτυξη στον Νότο, η περιοχή τούτη αναμένεται να πληγεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη από την κρίση, πρόσφατα η κυβέρνηση, σε μία σπασμωδική κίνηση, τόλμησε να κάνει ένα άνοιγμα για την προσωρινή νομιμοποίηση των εγκλωβισμένων ξένων εργατών στα χωράφια, προκειμένου να διασωθεί η προμήθεια σε τρόφιμα και η αλυσίδα παραγωγής του αγροτοδιατροφικού τομέα. Χωρίς όμως ταυτόχρονα να εξασφαλίζονται τα εργασιακά δικαιώματα και ανθρώπινα ημερομίσθια στους “φτωχοδιάβολους”, που υφίστανται την εκμετάλλευση των εργολάβων και της Μάφιας του ειδεχθούς “καποραλάτο”. Πρόσφατο παράδειγμα η επίθεση που δέχθηκε στην Τερατσίνα ξένος εργάτης από τον γαιοκτήμονα και τον γιό του επειδή τους ζήτησε μάσκα προστασίας.

Και όλα αυτά, ενώ οι “λευκοί θάνατοι” από εργατικά ατυχήματα εξακολουθούν να αυξάνονται: 191 εργαζόμενοι έχουν σκοτωθεί από τις αρχές του έτους (382, αν συνυπολογισθούν όσοι έχασαν τη ζωή τους στη διαδρομή από και προς τον χώρο εργασίας τους). Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν άλλοι 353 εργαζόμενοι που πέθαναν από τον κορονοϊό, με όλες τις επιφυλάξεις. Ανάμεσά τους 161 γιατροί, 45 νοσοκόμες και εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, 105 ιερείς ενοριών, 10 καραμπινιέροι, τρεις δημοσιογράφοι, οκτώ φαρμακοποιοί, αστυνομικοί, πυροσβέστες, εργαζόμενοι, υπάλληλοι, ταμίες, οδικοί μεταφορείς, συνδικαλιστές κτλ. Παράλληλα, άλλοι 43 αγρότες έχουν ήδη σκοτωθεί από ανατροπές τρακτέρ από την 1η Ιανουαρίου: ο νεότερος ήταν μόλις 13 ετών και ο πιο ηλικιωμένος 90 χρόνων.

Σήμερα, το Καθεστώς των Εργαζομένων μοιάζει να έχει τεθεί σε δεύτερη μοίρα, είτε μέσω των διαρκών τροποποιήσεών του, που φέρουν την υπογραφή και τα σημάδια από τα χτυπήματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής από τη δεκαετία του ‘90, είτε εκ των πραγμάτων από τους κανόνες μίας άναρχης και αδηφάγας αγοράς και των κερδοσκοπικών μεθόδων της, που όχι μόνον παραβιάζουν, αλλά και υποτάσσουν συνάμα ηγεμονικά το κράτος και την εξουσία.

Πρακτικές όπως η εργολαβία και η προσφορά και εκμίσθωση εργαζομένων, χωρίς καθορισμένα ωράρια, με ημερομίσθια κάτω από τα επίπεδα των συμβάσεων, με εποχική εργασία και κινητικότητα (που στην Ιταλία φθάνει το 67%, ποσοστό διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου). Με τη διάκριση μεταξύ φύλων και τον εργοδοτικό εκβιασμό να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της προσφοράς εργασίας. Με την εμφιλοχώρηση στον τρόπο παραγωγής των νέων μέσων που δημιουργούν de facto νέες εργασιακές σχέσεις και νέα μισθολόγια με ανισότητες. Με τακτικές απολύσεων που καθιστούν νεκρό γράμμα κάθε εργατική νομοθεσία και κανόνα. Με το 14% των εργατών να βρίσκονται σε κίνδυνο να περάσουν το κατώφλι της φτώχειας και πριν την κρίση του κορονοϊού, χωρίς την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς και καθολικού κατώτατου μισθού. Χωρίς το δικαίωμα του εργαζόμενου και την υποχρέωση του εργοδότη να πληρώνεται και να πληρώνει για την (επανα)κατάρτισή του, χωρίς δικαίωμα στο συνδικαλίζεσθαι σε ορισμένες, νεοπαγείς κατά κύριο λόγο, υπηρεσίες και τομείς.

Το “Καθεστώς των Εργαζομένων” ξεπήδησε από μεγάλους αγώνες στη δεκαετία του ’60: εκείνη της “οικονομικής έκρηξης” της Ιταλίας, ιδίως του Βορρά που στηρίχθηκε στα φτωχά εργατικά χέρια που παρείχε στην ιταλική βιομηχανία ο φτωχός Νότος. Τα χέρια εκείνα, που στο άναρχο τότε μοντέλο παραγωγής της χώρας, έμειναν ανασφάλιστα, υποπληρωμένα, χωρίς ανθρώπινη στέγη και με τις διακρίσεις να τους σπρώχνουν στο περιθώριο των μεγάλων πόλεων: ολάκερη η παραγωγή του ιταλικού νεορεαλιστικού κινηματογράφου τροφοδοτήθηκε από τη μεγάλη δεξαμενή θεμάτων που του παρείχε η εσωτερική μετανάστευση. Σε μία χώρα της οποίας το Σύνταγμα, στο πρώτο του καταστατικό άρθρο ορίζει την Ιταλία ως “δημοκρατία που βασίζεται στην εργασία”. Χρειάσθηκαν όμως έκτοτε πολλοί αγώνες για να ενσαρκωθεί σε ένα νομοθετικό κείμενο τούτη η συνταγματική επιταγή. Οι αγώνες στα εργοστάσια και στους δρόμους, έθεσαν τις βάσεις και το αξεπέραστο σε παλμό και αποφασιστικότητα “θερμό φθινόπωρο”του ‘69 ωρίμασε τις συνθήκες για τη σύνταξη του “Καθεστώτος”. Σήμερα, μία νέα τέτοια πνοή χρειάζεται και πάλι για να θέσει τα θεμέλια για να θεσπισθούν νέοι κανόνες για την εργασία και την προστασία του εργαζομένου, της οικογενειακής του ζωής και της κουλτούρας του. Που θα θέτει τις βάσεις για μία διαρθρωτική και δίκαιη μεταβολή του ορίζοντα της εργασίας, με περισσότερα δικαιώματα και προστασία, κυρίως από το κράτος ως θεματοφύλακα των δικαιωμάτων του εργαζομένου, ο οποίος ως ελεύθερος πολίτης έχει δικαίωμα σε αξιοπρεπή εργασία, όχι μερίδιο στην εκμετάλλευση.