Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Πώς πέθανε η Αθήνα

Ο Κώστας Μπακογιάννης τα κατάφερε. Μετά από τρεις περίπου δεκαετίες συστηματικής προσπάθειας διαδοχικών δημάρχων της Αθήνας να ικανοποίησουν τις επιθυμίες της άτυπης συνομοσπονδίας των συμφερόντων που οραματίζονται μία συγκεκριμένη εκδοχή του κέντρου της πρωτεύουσας, κατάφερε να πατήσει ανενόχλητος πόδι σε μία ανεξερεύνητη επικράτεια: με την ανάπλαση της Ομόνοιας παρέδωσε στους κατοίκους της Αθήνας το πρώτο έργο χωρίς κανένα πρόσχημα δημοκρατικότητας στον δημόσιο χώρο. Η νέα πλατεία πρακτικά φωνάζει σε όλα τα χρώματα του σιντριβανιού: “δεν σας θέλουμε εδώ” – και το πλήθος ζητωκραυγάζει.

Τα κατάφερε και μάλιστα αναίμακτα. Απέναντί του βρήκε τις αναιμικές διαθέσεις ενός κόσμου που ανέπτυξε μιθριδατισμό απέναντι στον σταδιακό εκτοπισμό από την πόλη του. Υπέστη μαζικές εξώσεις, είδε ολόκληρες γειτονιές να ξηλώνονται και συνήθισε να μπαίνει στο μετρό με μπάρες, υπό το βλέμμα πάνοπλων αστυνομικών. Δέχθηκε τον κατακερματισμό: η μία γειτονιά να είναι πλούσια, η άλλη εναλλακτική, η τρίτη μικροαστική, η τέταρτη τουριστική – και τίποτα να μην δίνει το ερέθισμα πια να περάσεις το κατώφλι μιας περιοχής, αν δεν ανήκεις στον κλειστό κόσμο της. Στο τέλος, έμαθε και να παπαγαλίζει τους δημοσιολογούντες της πόλης. Για την πόλη του, ο Αθήναιος ξέρει μόνο να λέει ότι δεν είναι ευρωπαϊκή – και ως εκεί τον ενδιαφέρει.

Αυτό δεν έγινε εν μία νυκτί. Ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιου αιφνίδιου σοκ ή μιας βραχυπρόθεσμης στρατηγικής – άλλο αν ευνοείται από ειδικές συνθήκες ή αν οι άμεσα ωφελούμενοι παρεμβαίνουν στην κατάσταση με τις δικές τους ατζέντες. Χτίστηκε ιδέα προς ιδέα από το πρώτο μεγάλο παιχνίδι που έπαιξε στην Πλάκα η κάστα των μηχανικών, τα εκλεκτά παιδιά μιας Μεταπολίτευσης φτιαγμένης από τσιμέντο, χάλυβα και ΕΣΠΑ, που σε συνεργασία με την πολιτική εξουσία ξήλωσαν μία ζωντανή περιοχή, ύψωσαν τους τουρίστες ως ανάχωμα στους υπόλοιπους επίδοξους κατοίκους και εξασφάλισαν πολυτελείς κατοικίες για τους εαυτούς τους. Έγιναν προνομιακοί δημότες και οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις ή αναπλάσεις που επιθυμούσαν κατά περίπτωση ικανοποιούνταν πάντα. Έκτοτε, στον ιδεολογικό κόσμο της Μεταπολίτευσης, δεν τέθηκε ποτέ ξανά ζήτημα γειτονιάς, κουλτούρας ή ταυτότητας. Όλα ήταν οικονομία, οικοδομή και τουρισμός ή δεν είχαν καμία απολύτως σημασία.

Αν κάτι έσωζε την πόλη, ήταν ότι επί το πλείστον η παρασιτική τάξη του νεοπλουτισμού ζούσε στη δική της autopia. Αυτο-εξόριστη στο υπόλοιπο Αττικής σε βλαχομπαρόκ McΜέγαρα με γερμανικό αμάξι στο γκαράζ, προικοσίδερα στην οροφή και εκκλησάκι για τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου, ελάχιστο ενδιαφέρον είχε για τη ζωή της πόλης. Μέχρι τη μέρα τουλάχιστον που η Αθήνα ανακοινώθηκε ως πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι πολιτικοί μηχανικοί άρχισαν να σπέρνουν πολυκατοικίες ακαθόριστου “νεωτερικού” στυλ με οροφοδιαμερίσματα πάνω στα συντρίμμια των παλιών αθηναϊκών σπιτιών. Τα τερατουργήματα αυτά κατέλαβαν αστραπιαία οι έποικοι των προαστίων που κατέβηκαν να ζήσουν τον “ρυθμό της πόλης”. Στο τραπεζάκι του καφέ (ο οποίος έγινε στο μεταξύ εσπρέσο), η Athens Voice αντικατέστησε το ΚΛΙΚ, σίγουρα όχι με πάταγο, αλλά ούτε και με λυγμό.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πήραν τα προαστιακά κόμπλεξ των νέων Αθηναίων και τα έκαναν τραύματα – και οι νεοφώτιστοι αθηνολόγοι στα free press και αλλού έσπευσαν να τα καταστήσουν συλλογικά. Στο ντάτσουν που ίππευσε ο Διονύσης Σαββόπουλος στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, όλοι είδαν οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον εαυτό τους. Η μόδα εξακολουθούσε να επιτάσσει να ζουν στο κέντρο της πόλης, αλλά κανείς τους δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στην ιδέα ότι πλέον δεν ζει σε κάποια περιφραγμένη έκταση, όπου έχει την πολυτέλεια να μην συνυπάρχει με τον γείτονά του. Και μιας και αυτοί (μαζί με τα απανταχού συμφέροντα) ήταν που έγιναν το προνομιακό ακροατήριο της μεταδημοκρατικής εποχής, έτσι και οι δημοτικές αρχές έγιναν τα όργανά τους. Όλοι μαζί ήθελαν η Αθήνα να σταματήσει να είναι πόλη.

Αυτό είναι ο Δήμος της Αθήνας, εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια: μια μηχανή που αλέθει τα πολιτισμικά κόμπλεξ του εκσυγχρονισμού και τα επιστρέφει ως ζημιογόνες αναπλάσεις. Γύρω του συνωστίζονταν δημοσιολογούντες της πόλης σε επιφανειακές διαμάχες εκ δεξιών και εξ ευωνύμων. Οι πρώτοι βάφτιζαν αδιάκριτα κάθε αθηναϊκό στοιχείο “πληγή του κέντρου”, εφόσον δεν τους θύμιζε τους άψυχους εμπορικούς περιπάτους που έκαναν στα κέντρα των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων – ξεχνώντας ότι τα πρότυπά τους ήταν πλέον απονεκρωμένες καταναλωτικές Ντίσνεϊλαντ χωρίς καμία ιδιαίτερη ταυτότητα. Οι δεύτεροι, τουλάχιστον στη θεωρία, επιθυμούσαν δημόσιους χώρους, είχαν ενίοτε δημιουργικές ιδέες, αλλά κατά κανόνα η φαντασία τους ελάχιστα πήγαινε πέρα από τον φθόνο για τις εξευγενισμένες ευρωπαϊκές πόλεις.

Αμφότεροι όμως εχθρεύονται ή (στην σπανιότερη και καλύτερη των περιπτώσεων) αγνοούν τα στοιχεία που έκαναν την Αθήνα την πιο ασχημόμορφη πόλη του κόσμου. Τα “χειρότερα πεζοδρόμια του κόσμου”, όπως μου είπε κάποτε γελώντας ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, ανήκουν σε μια πόλη κάποτε ζωντανή και φιλήδονη, πολυσχιδή και άναρχη, με μία ρευστή ταυτότητα που της επέτρεπε να εξελίσσεται από γωνία σε γωνία. Και αυτή η πόλη αυτή τη στιγμή θάβεται κάτω από τόννους τσιμέντου και κόμπλεξ.

Η Αθήνα είναι τρόπον τινά ένα ακούσιο πείραμα μεταστροφής του χώρου, ιδιαίτερα επιτυχημένο. Έχοντας έλλειψη στους παραδοσιακούς χώρους που οριοθετούν την κοινωνική ζωή στη “σωστή” πολεοδομία, η ίδια η πόλη παρότρυνε τους Αθηναίους να την οικειοποιούνται. Αφού δεν υπάρχουν πάρκα, τα παιδιά πηδούν τις μάντρες των δημόσιων σχολείων τα απογεύματα. Παπατζήδες και λαχειοπώλες στήνουν αυτοσχέδια σημεία συνάντησης για περαστικούς κάτω από την Αθηνάς. Ρακοσυλλέκτες κρατούν ζωντανούς τους δρόμους και την ιστορική μνήμη των αντικειμένων. Γειτονιές κάθε είδους επανεφευρίσκονται μέσα στις στοές του ιστορικού τριγώνου, γύρω από παλαιοβιβλιοπωλεία, δισκάδικα ή τσιπουράδικα. Η Βαρβάκειος αποτελεί τον διαταξικό πνεύμονα της πόλης που αναπνέει καλύτερα τις παραμονές της Καθαράς Δευτέρας.

Αυτοσχέδια γλέντια στην Καισαριανή, το Μεταξουργείο και τον Κολωνό επιτρέπουν σε μία τρομερά πυκνοκατοικημένη πόλη να γνωρίζονται οι γείτονες μεταξύ τους. Κάθε είδους νυχτερινά μαγαζιά, από σκυλάδικα μέχρι εναλλακτικά μπαρ, πλαισιωμένα από την αχαλίνωτη υπαίθρια ζωή της πόλης με τους παράνομους θεατές των συναυλιών στα ανοιχτά θέατρα ή τα ξενύχτικα πάρτι στο Πεδίον του Άρεως, τον Στρέφη, το Πολυτεχνείο και την Πανεπιστημιούπολη απελευθερώνουν τον ελεύθερο χρόνο. Στις καταλήψεις κυοφορείται διαχρονικά κάθε είδους πολιτιστική πρωτοπορία. Όσο προχωράνε δε τα πεπαλαιωμένα (και εξαρχής σάπια) οράματα του “αρχαιολογικού περιπάτου”, τόσο εξαφανίζεται η ζωντανή σχέση των Αθηναίων με την αρχαιολογική κληρονομία και το ιδιαίτερο αστικό τοπίο που αυτή παρήγαγε: ένα-ένα τα αρχαία μνημεία δίπλα στα οποία συνέρρεαν παρέες με μπίρες και κρασιά, περιφράσσονται από κάγκελα.

Το κόμπλεξ του ευρωπαϊσμού δεν γνωρίζει σύνορα πολιτικών χώρων. Είναι σχεδόν οριζόντια η συναίνεση με την οποία προτιμώνται τα αποστειρωμένα, άκαπνα μαγαζιά ενός ακαθόριστου στυλ που σερβίρουν φίνο, μίζερο και απομονωμένο εσπρέσο, από τους ζωντανούς χώρους που αποτελούσαν τόπους συνεύρεσης, κοινωνικοποίησης και συνύπαρξης διαφορετικών ανθρώπων. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι “ενοχλήσεις” της πόλης πρέπει να καταστέλλονται και ότι ο χώρος που βλέπουμε πρέπει συνεχώς να μεταμορφώνεται προς το κατά φαντασίαν ευρωπαϊκότερο. Μια φαντασία που ζει υπό τη σκιά του καταγωγικού συμπλέγματος του εκσυγχρονισμού δεν μπορεί να πάει πέρα από το να ζητάει πεζοδρομήσεις και καταστολή – και για αυτό όλοι κοιτάνε άνευροι τη γελοία δικαιολογία περί πανδημίας που έδωσε ο Δήμος Αθηναίων για να ξεκινήσει να εφαρμόζει τον αποκλεισμό και την απονέκρωση του ιστορικού κέντρου.

Αθήνα όμως είναι το γιουσουρούμ, όχι η Ερμού. Η Βικτώρια, όχι η Πλατεία Κολωνακίου. Τα ημιπαράνομα σκυλάδικα πέριξ της Πλατείας Βάθης, όχι τα άνευρα κλαμπ με τον DJ να προσέχει μην ξεφύγει από την εξευγενισμένη τέκνο που δεν θέλει να ακούγονται τα ταμπούρα της. Η πάλαι ποτέ Βίλλα Αμαλίας, όχι το τυχαίο, ανέκφραστο cafe, βγαλμένο κατευθείαν από το Autocad για να σερβίρει κομπούχα από ραδίκια σε όσους θέλουν να φαντασιώνονται ένα άλλο πολιτισμικό στάτους. Αθήνα είναι οι άνθρωποι που αναπνέουν το χάος μιας αστικής εμπειρίας που τολμάει να ζει στον δρόμο, όχι η κάστα που δεν την απόλαυσε ποτέ και την αναδιαμορφώνει με τα κριτήρια ενός Σαββατοκύριακου στο Μόναχο. Αυτοί είναι εχθροί της πόλης – και ως τέτοιοι πρέπει να αντιμετωπίζονται.