Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Η Τιεν Αν Μεν και ο μετασχηματισμός της Κίνας

Τα τραγικά γεγονότα της 4ης Ιουνίου 1989 στην πλατεία Τιεν Αν Μεν συνέβαλαν καθοριστικά στη στροφή της Κίνας προς την οικονομία της αγοράς στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η απόφαση για την αιματηρή καταστολή δεν ελήφθη από τα συντεταγμένα κρατικά ή κομματικά όργανα αλλά από έναν ηγετικό κύκλο περί τον Ντενγκ Σιάο Πινγκ. Σημαντικοί ηγέτες όπως ο Τσεν Γιουν αντιτάχθηκαν στη χρήση βίας καθώς και στο μετέπειτα άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, στα χρόνια που ακολούθησαν η Κίνα αναδείχθηκε στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, αν και πρέπει να σημειωθεί πως το επίτευγμα αυτό βασίστηκε στην οικοδόμηση των προηγούμενων δεκαετιών και ειδικά της δεκαετίας του 1950 και του 1980, όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης ξεπερνούσαν σταθερά το 11% ετησίως. 

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο Το Κράτος στην Κίνα (1949-2019), εκδ. Τόπος, 2019, σελ. 217-224.

Η κρίση του 1989 και το συνέδριο του 1992

Τη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε στροφή στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη της Κίνας. Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η κομβική αλλαγή έγινε τότε και όχι νωρίτερα ή αργότερα πρέπει να αναζητηθεί στους διεθνείς και εσωτερικούς παράγοντες. Η μελέτη των αλλαγών στην οικονομία βοηθά, μεθοδολογικά, να διευκρινιστεί καλύτερα ο χαρακτήρας των μεταβολών που επήλθαν στην κρατική εξουσία και στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Επομένως, είναι αναγκαίο να ξεκινήσει κανείς από αυτές προκειμένου να κατανοήσει την ουσία του σημερινού κινεζικού κράτους.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1980 και ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έγιναν σοβαρές αλλαγές σε διεθνές επίπεδο που επέδρασαν καταλυτικά στις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Κίνα. Την περίοδο 1989-1991 σημειώθηκε η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης. Στις χώρες αυτές παλινορθώθηκε ο καπιταλισμός και τα κράτη μετασχηματίστηκαν σε αστικά. Έχει σημασία να υπογραμμιστεί ότι είχε προηγηθεί μια μακρόχρονη διαδικασία γραφειοκρατικού εκφυλισμού των σοσιαλιστικών κρατών και ότι η ηγεσία των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων στις χώρες αυτές, ή τουλάχιστον ένα ισχυρό τμήμα της, καθοδήγησε τη διάλυση της σοσιαλιστικής οικονομίας και τη μετάβαση στην καπιταλιστική. Εκ των πραγμάτων ο διεθνής συσχετισμός των δυνάμεων και το διεθνές τοπίο άλλαξαν δραστικά. 

Οι εξελίξεις αυτές αντικειμενικά δεν μπορούσαν παρά να επηρεάσουν την Κίνα. Επηρέασαν οπωσδήποτε την κοινή γνώμη αλλά επηρέασαν και την ηγεσία της. Ενισχύθηκαν στο εσωτερικό της οι τάσεις για μετάβαση στην οικονομία της αγοράς. Είναι γεγονός ότι τέτοιες τάσεις προϋπήρχαν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου ερμηνεύονταν από κάποιους ως στοιχείο βαθμιαίας μετάβασης στον καπιταλισμό. Άλλωστε, την ίδια περίπου περίοδο στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες πραγματοποιούνταν αντίστοιχες αλλαγές. Ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προσεγγίσεις του ενός ή άλλου κινέζου ηγέτη, τόσο αυτές οι μεταρρυθμίσεις όσο και άλλα στοιχεία αντικειμενικά ωθούσαν προς τα εκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να τιθασευθούν. Πάντως, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αυτές οι τάσεις στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας δεν ήταν ακόμη απολύτως κυρίαρχες. 

Καθώς ο παγκόσμιος συσχετισμός μεταβαλλόταν με την καπιταλιστική παλινόρθωση στη Σοβιετική Ένωση και τα άλλα κράτη της ανατολικής Ευρώπης, η κινεζική ηγεσία βρέθηκε ενώπιον του διλήμματος: να παραμείνει στην προσπάθεια οικοδόμησης σοσιαλιστικής οικονομίας και κοινωνίας και να κρατήσει μόνη το βάρος της αντιπαράθεσης με το ιμπεριαλιστικό σύστημα ή να μετεξελιχθεί ελεγχόμενα σε καπιταλιστική οικονομία. 

Επέλεξε το δεύτερο. Η επιλογή έγινε μετά τα γεγονότα της Τιεν Αν Μεν. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η απόφαση αυτή δεν φαίνεται να είχε ακόμη ληφθεί και οριστικοποιηθεί. Η πρώτη επιλογή θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να ενεργοποιήσει το λαϊκό παράγοντα για να αντιμετωπίσει τόσο τις πολιτικές πιέσεις (ενδεχόμενα και στρατιωτικές) όσο και τις οικονομικές. Η ενεργοποίηση όμως του λαϊκού παράγοντα δεν μπορούσε να συμβεί χωρίς την ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας, την επαναφορά της αρχής της αιρετότητας και ανακλητότητας και τελικά τον περιορισμό έως και κατάργηση της προνομιούχας θέσης της ηγετικής γραφειοκρατίας. Αντίθετα, το κοινωνικό αυτό στρώμα είχε συσσωρεύσει προνόμια, χρήμα και πλούτο που δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας. Έτεινε να μετατραπεί σε κεφαλαιοκρατική τάξη.

Στην ηγεσία του ΚΚ Κίνας αναπτύχθηκαν προβληματισμοί όχι μόνο για το αν θα γίνει η μετάβαση στις καπιταλιστικές σχέσεις αλλά και για τον τρόπο μετάβασης σε αυτές. Η εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών κρατών σημαδεύτηκε από τον κατακερματισμό, τις συγκρούσεις και τη ληστρική επιδρομή του ξένου κεφαλαίου. Τελικά, όπως θα φανεί, η μορφή των εξελίξεων στην Κίνα διέφερε από εκείνη της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων πρώην σοσιαλιστικών κρατών. 

Τα γεγονότα της Τιεν Αν Μεν

Εκτός των διεθνών, υπήρξαν σημαντικοί ενδογενείς παράγοντες που οδήγησαν σε οικονομικές, πολιτικές και κατά συνέπεια συνταγματικές εξελίξεις στην Κίνα. Ένας από τους παράγοντες αυτούς ήταν η πολιτική κρίση του 1989. Στη διεθνή βιβλιογραφία αλλά και στη δημοσιογραφική συζήτηση είναι γνωστή η κορύφωση αυτής της κρίσης με την εξέγερση της πλατείας Τιεν Αν Μεν στο Πεκίνο και την αιματηρή καταστολή της. Αντίστοιχες διαμαρτυρίες υπήρξαν και σε πολλές άλλες πόλεις της Κίνας. 

Η πολιτική αυτή κρίση αποτέλεσε την έκφραση βαθύτερων διαδικασιών. Συνήθως εξηγείται με ένα τρόπο μάλλον απλουστευτικό. Θεωρείται δηλαδή ότι η λαϊκή διαμαρτυρία και εξέγερση αποσκοπούσε μονοσήμαντα στη διεκδίκηση της δημοκρατίας έναντι της “κομμουνιστικής δικτατορίας”. Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα είναι υπερβολικά απλοϊκό καθώς δεν λαμβάνει υπόψη του τις βαθύτερες και συνολικότερες διεργασίες της κινεζικής κοινωνίας της περιόδου. Το σχήμα αυτό είχε περισσότερο προπαγανδιστικό χαρακτήρα εξυπηρετώντας τις πολιτικές επιδιώξεις της Δύσης. 

Η ουσιαστική αιτία των γεγονότων πρέπει να αναζητηθεί στην οικονομία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στο επίπεδο της δημοκρατίας και της πολιτικής. Όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, η αυτοτέλεια των επιχειρήσεων που είχε ήδη εμπεδωθεί δυο χρόνια μετά την εφαρμογή του Συντάγματος του 1982 και ακόμη περισσότερο μετά την αναθεώρηση του 1988 έφερε αρχικά θετικά αποτελέσματα. Στη συνέχεια όμως, η πολιτική αυτή συμπληρώθηκε με περαιτέρω βήματα στη λογική της διεύρυνσης του ρόλου της αγοράς. Οδήγησε στην απελευθέρωση των τιμών η οποία έφερε πληθωρισμό και έθιξε τα λαϊκά εισοδήματα. Προκλήθηκε δυσαρέσκεια η οποία ήταν η υλική βάση της διαμαρτυρίας στην Τιεν Αν Μεν. 

Εκεί στην πραγματικότητα συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν τα πιο διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας. Σε πολιτικό επίπεδο, οι προσδοκίες των διαμαρτυρομένων ήταν επίσης διαμετρικά αντίθετες και αδιαμόρφωτες, χωρίς σαφή επίγνωση και πολιτική συνείδηση, όπως συχνά συμβαίνει σε ανάλογες περιστάσεις. Συνυπήρχαν οι οπαδοί του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας με τους οπαδούς του σοσιαλισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι τμήμα των διαδηλωτών τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος των διαδηλώσεων χρησιμοποιούσε ως έμβλημα τον ύμνο της κομμουνιστικής διεθνούς.

Η ηγεσία της Κίνας (για την ακρίβεια ο ηγετικός πυρήνας του ΚΚ Κίνας) αξιοποίησε τη λαϊκή δυσαρέσκεια που κορυφώθηκε στα γεγονότα της Τιεν Αν Μεν προκειμένου να πραγματοποιήσει τη στροφή και να βαδίσει στο δρόμο του καπιταλισμού. Κατέστειλε πρώτα απ’ όλα το κίνημα διαμαρτυρίας ώστε να ελέγχει αυτή μόνη τις εξελίξεις. Στη συνέχεια, παρουσίασε το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς ως δήθεν λύση των προβλημάτων και ως μέθοδο υπέρβασης της δυσαρέσκειας. Το κλίμα εκφοβισμού που δημιούργησε η καταστολή, χρησίμευσε για να ξεκινήσει χωρίς αντιστάσεις η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων.

Ο χειρισμός αυτός αποδείχθηκε αποτελεσματικός. Εξασφάλισε τον έλεγχο της μετάβασης, απέφυγε τις διαλυτικές τάσεις και την ανεξέλεγκτη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου που παρατηρήθηκαν στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Διασφάλισε τον έλεγχο των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων από το περιβάλλον της ηγετικής γραφειοκρατίας. Δημιούργησε κοινωνικές συμμαχίες με στρώματα του πληθυσμού που αναδείχθηκαν σε μικροϊδιοκτήτες. Πέτυχε έτσι κάποια πολιτική σταθερότητα.

Η κρίση του 1989 αξιοποιήθηκε λοιπόν για την πραγματοποίηση μιας οικονομικής και πολιτικής στροφής. Η πολιτική τομή ολοκληρώθηκε κατά κάποιο τρόπο στο 14ο συνέδριο του ΚΚ Κίνας το 1992. Εκεί επικράτησε η πολιτική του ανοίγματος στην οικονομία της αγοράς. Εννοείται πως η πολιτική αυτή είχε αρχίσει να προετοιμάζεται ιδεολογικά και σε ένα βαθμό να εφαρμόζεται στην πράξη νωρίτερα. Μέχρι τότε όμως η ιδιωτική ιδιοκτησία και οι καπιταλιστικές σχέσεις είχαν δευτερεύοντα έως και περιθωριακό χαρακτήρα. Ούτε το “άνοιγμα” του 1978 ούτε ακόμη και οι αλλαγές του μέσου της δεκαετίας του 1980 συνιστούσαν ποιοτική μεταβολή και εγκαθίδρυση της κυριαρχίας της αγοράς, παρά τις όποιες μεταρρυθμίσεις στη λογική αυτή. Το 1992 έφερε μια ποιοτική στροφή.

Κατά την προσφιλή μέθοδο της κινεζικής ηγεσίας και ιδίως του Ντενγκ Σιάο Πινγκ η καπιταλιστική παλινόρθωση δοκιμάστηκε πειραματικά σε κάποιες περιοχές της χώρας και στη συνέχεια επεκτάθηκε. Στο συνέδριο ολοκληρώθηκε και επισημοποιήθηκε η επιλογή αυτή ώστε, στη συνέχεια, να υλοποιηθεί σε μεγαλύτερο βάθος και έκταση. Στο συνέδριο υπήρξαν αντιστάσεις στην οικονομία της αγοράς. Ηγετική φυσιογνωμία αυτής της αντίστασης αναδείχθηκε και πάλι ο Τσεν Γιουν, ο οποίος είχε αντιταχθεί και στην καταστολή των διαδηλωτών της Τιεν Αν Μεν. Ωστόσο, οι θέσεις του ιστορικού υπέργηρου ηγέτη και όσων υποστήριζαν μια πολιτική περιορισμένου και ιστορικά προσωρινού ανοίγματος στον καπιταλισμό ηττήθηκαν.

Ο ηγέτης του ΚΚ Κίνας Ντενγκ Σιάο Πινγκ χρησιμοποίησε εκείνη την περίοδο -ήδη λίγο πριν το 14ο συνέδριο- το σύνθημα “πλουτίστε!”. Ανάλογο σύνθημα είχε προτείνει ο Ν. Μπουχάριν το 1925 στη Σοβιετική Ένωση. Η χρησιμοποίηση του συνθήματος από τον Ντενγκ είχε ως στόχο να εκτονώσει τη δυσαρέσκεια του πληθυσμού από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση και να δημιουργήσει προσδοκίες από το άνοιγμα στην οικονομία της αγοράς. Παράλληλα, συνειδητά ή όχι, θύμιζε το σύνθημα του Μπουχάριν και άρα παρέπεμπε στην πολιτική της ΝΕΠ, δηλαδή σε μια πολιτική ιστορικά προσωρινής υποχώρησης στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Τεχνηέντως δηλαδή καλλιεργούσε την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για παράδοση στον καπιταλισμό αλλά μόνο για προσωρινή υποχώρηση.

Το κύμα μαζικών ιδιωτικοποιήσεων που ακολούθησε, επέτρεψε πράγματι να ενσωματωθεί ένα μέρος της κοινωνικής διαμαρτυρίας του 1989. Αυτό συνέβη επειδή ένα μέρος του πληθυσμού ευνοήθηκε εν μέρει από αυτές αλλά και επειδή η καταστολή και η έλλειψη εναλλακτικής λύσης οδήγησαν τον πληθυσμό μονομερώς στην επιδίωξη της προσαρμογής στη νέα οικονομική πραγματικότητα της αγοράς.