ΑΘΗΝΑ
07:33
|
24.09.2021

Συμπληρώθηκε μια δεκαετία αφότου πετρελαϊκές του μεγέθους της αμερικάνικής Anadarko και της ιταλικής ENI επιβεβαίωναν την ύπαρξη τεράστιων αποθεμάτων φυσικού αερίου λίγο έξω από τις ακτές της επαρχίας Κάμπο Ντελγκάδο στη […]

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Συμπληρώθηκε μια δεκαετία αφότου πετρελαϊκές του μεγέθους της αμερικάνικής Anadarko και της ιταλικής ENI επιβεβαίωναν την ύπαρξη τεράστιων αποθεμάτων φυσικού αερίου λίγο έξω από τις ακτές της επαρχίας Κάμπο Ντελγκάδο στη Μοζαμβίκη, που οικονομικοί κύκλοι υπολόγιζαν σε 150 δισεκατομμύρια δολάρια (αντίστοιχο περίπου του αθροιζόμενου δεκαετούς ΑΕΠ της χώρας) δίνοντας την ελπίδα της ανάπτυξης σε μια από τις πιο φτωχές χώρες της υφηλίου. Και όμως, παρά την εισροή ενδιαφερομένων πετρελαϊκών κολοσσών προς άγρα συμβολαίων εκμετάλλευσης και το ότι αυτή τη στιγμή τρία μεγάλα επενδυτικά προγράμματα υγροποιημένου φυσικού αερίου βρίσκονται σε εξέλιξη, η Μοζαμβίκη δείχνει να ακολουθεί την πορεία πολλών άλλων χωρών για τις οποίες η παρουσία φυσικών πόρων σήμανε την απαρχή περισσότερων δεινών.

Η ίδια η άφιξη της πετρελαϊκής βιομηχανίας ήρθε ως πρώτη διάψευση των ελπίδων για ευημερία. Και αυτό γιατί, αν και η εξόρυξη των κοιτασμάτων λαμβάνει χώρα στη θάλασσα, οι υποστηρικτικές εγκαταστάσεις είναι χερσαίες και αυτό απαιτεί την μετεγκατάσταση μιας μερίδας κατοίκων ή ολόκληρων κοινοτήτων που απασχολούνται σε μικρές οικογενειακές φάρμες. Η έκθεση εξάλλου της πετρελαϊκής Anadarko (η οποία πούλησε τo 2019 τα περιουσιακά της στοιχεία στην γαλλική Total) για το 2016 ήταν ξεκάθαρη ως προς την ανάγκη απομάκρυνσης συνολικά 1500 οικογενειών ώστε να δημιουργηθεί χώρος για τις εγκαταστάσεις του Σχεδίου Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (γνωστού ως LNG Project), ενός εκ των τριών προγραμμάτων.

Η μετάβαση στην πετρελαϊκή κανονικότητα σήμανε χειρότερες μέρες και για τους αλιείς της περιοχής, οι οποίοι από την αρχή των γεωτρήσεων περίπου μια δεκαπενταετία πριν, βλέπουν τις ψαριές τους να μειώνονται δραματικά. Πέραν τούτου, σε 3.000 χιλιάδες υπολογίζονται οι ψαράδες που εξαιτίας των δραστηριοτήτων εξόρυξης θα χάσουν την πρόσβαση στη θάλασσα και κατά συνέπεια στις ζώνες αλιείας τους. Αν και οι ξένες εταιρίες δεσμεύτηκαν για την αποζημίωση των αγροτών, αναφορές από μη κυβερνητικές οργανώσεις όπως οι Φίλοι της Γης στη Μοζαμβίκη / Περιβαλλοντική Δικαιοσύνη (Friends of the Earth Mozambique / Justica Ambiental) υποστηρίζουν πως οι αποζημιώσεις δεν επαρκείς, ενώ σε μερικές περιπτώσεις οι νέες καλλιεργήσιμες εκτάσεις που παραχωρούνται καταπατούν αγροτικές εκτάσεις άλλων κοινοτήτων δημιουργώντας προστριβές.

Εκτός φυσικά της απειλής για τις παραδοσιακές μορφές οικονομίας και όσους βιοπορίζονται εξ αυτών, υφίσταται ολοζώντανος και ο περιβαλλοντικός κίνδυνος. Συγκεκριμένα, το αρχιπέλαγος Κιρίμπας, ενταγμένο στο Δίκτυο Αποθεμάτων Βιόσφαιρας της UNESCO λόγω της βιοποικιλότητας του, αποτελεί ενδιαίτημα για 3000 είδη φυτών, 447 είδη πουλιών, οκτώ είδη θαλάσσιων θηλαστικών καθώς και απειλούμενα είδη, όπως ελέφαντες, λιοντάρια και βούβαλους. Η κατασκευή θαλασσίων και χερσαίων εγκαταστάσεων, η (υψηλού ρίσκου) διαχείριση της απόθεσης αποβλήτων και διαδικασίες απαραίτητες για την εξαγωγή φυσικού αερίου, όπως η βυθοκόρηση, εκτιμάται πως θα επηρεάσουν εξαιρετικά δυσμενώς το οικοσύστημα, με πλήθος ειδών να το εγκαταλείπει λόγω του θορύβου που προκαλείται από τις σεισμικές έρευνες και της υποβάθμισης του οικότοπού τους, ενώ ισχυρές ενδείξεις υπάρχουν για αυξημένα ποσοστά θνητότητας θαλασσίων θηλαστικών.

Δεν είναι όμως μόνο οι ανάγκες της πετρελαϊκής βιομηχανίας που μετακινούν τους ανθρώπους. Από τον Οκτώβρη του 2017 ανταρτικές ομάδες έχουν πραγματοποιήσει σειρά επιθέσεων τόσο εναντίον κυβερνητικών στρατιωτικών στόχων αλλά κυρίως κατά άοπλων πολιτών στην (πλειοψηφικά μουσουλμανική) επαρχία Κάμπο Ντελγκάδο. Και ενώ αρχικά η διαπίστωση της ακριβούς ταυτότητας των ενόπλων έπαιρνε χαρακτηριστικά γρίφου, λόγω της απουσίας ηγετικών μορφών ή διακηρυγμένων πολιτικών στόχων, και κέρδιζε έδαφος η πεποίθηση πως επρόκειτο για συμμορίες κοινών ληστών, η ανάληψη ευθύνης μετά από την περσινή επίθεση στην μικρή πόλη της Μοσίμποα ντε Πράια ήταν το πρώτο δείγμα για τον ακραία ισλαμιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης Ansar al-Sunna (τουτέστιν, “Υποστηρικτές της Παράδοσης”στην αραβική γλώσσα), γνωστής κι ως Ansar al-Sharia.

Η πρόσφατη παραδοχή του Εθνικού Συμβουλίου Άμυνας και Ασφάλειας για την παρουσία του “Ισλαμικού Κράτους” στη χώρα επιβεβαίωσε πως πρόκειται για οργάνωση που αποτελεί παράρτημα του τζιχαντιστικού μορφώματος στην περιοχή. Είχε μεσολαβήσει το μακελειό με θύματα 52 νέους άνδρες που αρνήθηκαν την στρτολόγησή τους στην οργάνωση, η οποία καταφεύγει σε έναν συνδυασμό τρομοκρατίας και υποκατάστασης των κρατικών θεσμών. Η παρουσία της, που σύμφωνα με τον αρχηγό της αστυνομίας εκτείνεται σε 7 περιοχές της επαρχίας, συνοδεύεται σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων από όργιο βίας (αποκεφαλισμούς, απαγωγές, εξαφανίσεις γυναικών και παιδιών) και, σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, οι εκτοπισμένοι υπολογίζονται τουλάχιστον σε 100.000 και οι θάνατοι αγγίζουν τον αριθμό των χιλίων για το περασμένο έτος, με τον Απρίλιο να είναι ο πλέον αιματηρός μήνας.

Αν και η ιστορία της οργάνωσης πηγαίνει στις αρχές της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας και την ριζοσπαστικοποίηση νεαρών μελετητών εντός του κύκλου του Ισλαμικού Συμβουλίου Μοζαμβίκης, την διαδοχή του αρχικού σχήματος από όλο και πιο φονταμελιστικές ομαδοποιήσεις και την ανοικτή επικοινωνία με τις χώρες της περιοχής των Μεγάλων Λιμνών και ειδικά την Τανζανία, αναλυτές επισημαίνουν πως η στρατολόγηση νέων μελών είναι μια διαδικασία που συμβαίνει κυρίως εντός της χώρας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως η μεγάλη πλειοψηφία των στρατολογήσεων προέρχεται από τις παράκτιες επαρχίες Ναμπούλα και Κάμπο Ντελγκάδο, ενώ το δίκτυο στρατολόγησης επιστρατεύει ποικίλες μεθόδους, από την σύναψη γάμων (που συνοδεύονται από αγροτικό κλήρο) και την αξιοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μέχρι την παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης από μεντρεσέδες στις φτωχότερες συνοικίες των πιο απομακρυσμένων περιοχών (η πληγείσα Μοσίμποα ντε Πράγια συνιστά κατεξοχήν τέτοια περίπτωση). Και είναι πρωτίστως το τελευταίο, δηλαδή η ανάγκη για επιβίωση και η έλλειψη ευκαιριών που κάνει την επιλογή της ένταξης σε μια εξτρεμιστική ομάδα ελκυστική για νέους κι άνεργους Μοζαμβικανούς που έχουν μόνη εναλλακτική του παραεμπόριο ή την επαιτεία.

Στην εξίσωση θα πρέπει να προστεθούν οι παρακαταθήκες του δεκαπενταετους εμφυλίου πολέμου μεταξύ του ακόμη και σήμερα κυβερνώντος αριστερού, αν και αποριζοσπαστικοποιημένου στο πέρας του χρόνου, FRELIMO (Μέτωπο Απελευθέρωσης Μοζαμβίκης) και του ακροδεξιού και εθνικιστικού RENAMO (Εθνική Αντίσταση Μοζαμβίκης). Η αυστηρή πολιτική εκκοσμίκευσης του FRELIMO στα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του είχε στο στόχαστρό της την έντονα θρησκευόμενη και ευνοημένη από τους Πορτογάλους (ως ανάχωμα απέναντι στην επιρροή των Μαρξιστών του FRELIMO) επαρχία του Κάμπο Ντελγκάδο. Ακόμη ένα κληροδότημα του πολέμου, οι διαιρέσεις σε επίπεδο φυλής και εθνικότητας οικοδόμησαν νέες κοινωνικές ιεραρχίες και δημιούργησαν αντιπαλότητες, με φυλές όπως οι Μακόντε που τάχθηκαν συντριπτικά με το πλευρό των νικητών, να έχουν προνομιακή πρόσβαση σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις και σε συντάξεις αποστράτων σε σχέση με φυλές, όπως οι Μουάνι, μερίδα των οποίων συμμετείχαν σε ένα μικρής διάρκειας και κλίμακας αντάρτικο μετά την απελευθέρωση.

Σήμερα, και παρά την πρόσφατη επικράτησή της επί της τζιχαντιστικής οργάνωσης στην πόλη Μακόμια η κυβέρνηση δεν δείχνει σε καμία περίπτωση έτοιμη να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Αποδυναμωμένη λόγω της εξαετούς σύρραξης (2013-2019) ανάμεσα στην κυβέρνηση του FRELIMO και τον προαιώνιο εχθρό του RENAMO και των ασφυκτικά περιορισμένων δημοσιονομικών πόρων, η μαχητική ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων της χώρας βρίσκεται σε κακή κατάσταση και ο στρατός έχει περιοριστεί σε έναν αντενεργητικό ρόλο.

Αντιθέτως, η ικανότητα των τζιχαντιστών να κρατήσουν την πόλη και να κινητοποιήσουν δυνάμεις που σε αριθμό υπερέβαιναν τους 100 μαχητές λέει πολλά για την διαρκώς αναπτυσσόμενη επιχειρησιακή ικανότητα τους. Είναι τέτοια μάλιστα η αδυναμία της κυβέρνησης να ανταπεξέλθει στις βασικές απαιτήσεις, που από τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους κλήθηκαν μισθοφόροι της ρωσικής ιδιωτικής εταιρείας Wagner να συνδράμουν στο έργο της καταστολής των ισλαμιστών φονταμενταλιστών.

Της εγκατάστασης της εταιρείας σε αφρικανικό έδαφος είχε προηγηθεί η συνάντηση του Προέδρου της Μοζαμβίκης, Φελίπε Νγιούσι και του Ρώσου ομολόγου του, Βλαντίμιρ Πούτιν, στο πλαίσιο επίσημης επίσκεψης του πρώτου τον Αύγουστο του 2019, κατά την οποία ο ηγέτης της αφρικανικής χώρας απηύθηνε πρόσκληση για επενδύσεις. Το Κρεμλίνο άδραξε την ευκαιρία, ανοίγοντας την συζήτηση περί εκμετάλλευσης κοιτασμάτων φυσικού αερίου από κοινοπραξία της ρωσικής Rosneft με την αμερικανική ExxonMobil, με τη συνεργασία και της μοζαμβικανής κρατικής Empresa Nacional, την ίδια ώρα που το 95% των χρεών της Μοζαμβίκης στη Ρωσική Ομοσπονδία διαγραφόταν.

Το αυξημένο ενδιαφέρον της Ρωσίας θα πρέπει να ειδωθεί στο πλαίσιο της επιδίωξης της Μόσχας αφενός να διαφοροποιήσει τους τομείς των εισαγωγών και των εξαγωγών, απαλύνοντας τον αντίκτυπο των κυρώσεων της Δύσης και αφετέρου να αντισταθμίσει την πολύ πιο κοστοβόρο εξαγωγή φυσικών πόρων στη Ρωσία με τις οικονομικότερες εναλλακτικές της Αφρικής. Άλλωστε, η επαναφορά της ρωσικής παρουσίας στην χώρα (καθοριστικής στο παρελθόν για την νίκη έναντι των Πορτογάλων αποικιοκρατών και την οικονομική στήριξη της τότε νεογέννητης σοσιαλιστικής Μοζαμβίκης) μετά από μια μακρόχρονη περίοδο απόσυρσης που ακολούθησε την κατάρρευση της ΕΣΣΔ είχε αποτυπωθεί από τα προηγούμενα χρόνια με την κατακόρυφη αύξηση του διμερούς εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών που σημείωσε αύξηση της τάξης του 25% το 2018.

Αγκάθι όμως στη σχέση Μόσχας και Μαπούτο παραμένει το επαχθές δάνειο των δύο δισ. δολαρίων που έλαβε προ ετών η κυβέρνηση της νοτιοαφρικανικής χώρας από τα χρηματοπιστωτικά μεγαθήρια της ελβετικής Credit Suisse και της ρωσικής (και σε μεγάλο ποσοστό κρατικής ιδιοκτησίας) VTB για την ανανέωση του αλιευτικού στόλου και κατέληξε σε στρατιωτικές δαπάνες και δωροδοκίες αξιωματούχων και τραπεζικών στελεχών. Παρότι η ρωσική τράπεζα κατέβαλε προσπάθειες για τη σύναψη συμφωνίας με την μοζαμβικανή ηγεσία για αναδιάρθρωση μέρους του χρέους (σε αντίθεση με την Credit Suisse) δεν έχει βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση.

Από την πλευρά της η Μοζαμβίκη δεν περιορίστηκε στη ρωσική βοήθεια, αλλά ζήτησε τη συνδρομή της Νοτιοαφρικανικής Κοινότητας Ανάπτυξης (SADC), του κύριου διακυβερνητικού οργανισμού οικονομικής ανάπτυξης και συνεργασίας στην περιοχή,κατά την τελευταία σύνοδο με θέμα την ασφάλεια, στις 20 Μαΐου στην Χαράρε της Ζιμπάμπουε. Όμως παρά την ομόφωνη έκφραση αλληλεγγύης των κρατών-μελών και το ενδιαφέρον της Νότιας Αφρικής, δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη δέσμευση ούτε κανένας περαιτέρω σχεδιασμός για ανάληψη στρατιωτικής δράσης το επόμενο διάστημα.

Γνώστες της περιοχής, όπως η Τζασμίν Όπερμαν της επιφορτισμένης με την καταγραφή δεδομένων σχετικά με τις ένοπλες συγκρούσεις ACLED και ο ερευνητής του Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών Νότιας Αφρικής, Ρινγκισάι Τσικοχομέρο, επισημαίνουν ότι λόγω της πανδημικής κρίσης του κορονοϊού (η οποία βρίσκεται σε φάση επιδημιολογικής ανάπτυξης στην αφρικανική ήπειρο) οι χώρες της περιοχής έχουν στρέψει όλη την προσοχή τους στο εσωτερικό μέτωπο και δεν επιδιεκύνυον διάθεση πραγματικής εμπλοκής.

Την κατάσταση περιπλέκει η υπόσχεση του Υπουργού Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ντόμινικ Ράαμπ, στο πλαίσιο τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Πρόεδρο Νγιούσι για στήριξη της Μοζαμβίκης (μέλους, παραδόξως, της Βρετανικής Κοιονοπολιτείας) στη μάχη έναντι των τζιχαντιστών. Και κανείς δεν μπορεί σε δεύτερο χρόνο να αφαιρέσει “από το κάδρο’’ τον παράγοντα Η.Π.Α., τον μέχρι σήμερα μεγαλύτερο δωρητή κρατικής διμερούς βοήθειας και στρατηγικό εταίρο της χώρας στην καταπολέμηση της πειρατείας. Και αν τα κίνητρα για μια πιθανή αμερικανική εμπλοκή θα πρέπει να αναζητηθούν στο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και την ανάγκη να συνεχιστεί η παρουσία της ExxonMobil σε δύο πετρελαϊκά επενδυτικά προγράμματα (Coral και Rovuma) τα αίτια της όψιμης βρετανικής ανάμιξης έχουν να κάνουν με την ανάμειξη του Λονδίνου σε επενδυτικά σχέδια που λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν αποικιακά.

Προς το παρόν, με τις γειτονικές χώρες απρόθυμες να εμπλακούν σε μια πολεμική αναμέτρηση και τους μεγάλους παίκτες του διεθνούς συστήματος να είναι απορροφημένοι από την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης και των συνεπειών της, η Μοζαμβίκη καλείται να ανταπεξέλθει με τις δικές της δυνάμεις, όσο οι φανατικοί ισλαμιστές συνεχίζουν τη δράση τους. Όμως με την χώρα να αντιμετωπίζει ορατό τον κίνδυνο επισιτιστικής κρίσης, τις περιπέτειες των δανείων να υφίστανται ακόμη, τα δομικά προβλήματα της οικονομίας ανεπίλυτα, τα κρούσματα του κορονοϊού να τετραπλασιάζονται σε λιγότερο από ένα μήνα και το AIDS να συνιστά ως τα σήμερα μαζική αιτία θανάτων για το παραγωγικότερο τμήμα του πληθυσμού κανείς δεν ρισκάρει καμία πρόβλεψη για το πόσα μπορεί να καταφέρει μια χώρα που, ενώ κρύβει τόσο πλούτο, συνάμα παράγει τόση φτώχεια.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα