Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Σαντορίνη: Τελευταίες εικόνες ενός νησιού που χάνεται

Μέρες που είναι σκεφτόμουν τη Σαντορίνη… Πώς και δεν βυθίζεται το νησί από τους τουρίστες;

Ήταν αρχή εφηβείας και θυμάμαι να ψήλωσα, κατά τη μυθολογία της οικογένειάς μου, δέκα εκατοστά εκείνο το καλοκαίρι. Έμαθα να κάνω ψαροντούφεκο, να βγαίνω στα μπαρ, συνοδεία των μεγαλύτερων παιδιών των οικογενειακών φίλων, να ακούω “life is life”, να τρέχω σαν άμαθος αναστενάρης (δες προηγούμενo φωτο-οδοποιρικό) πάνω στην μαύρη άμμο της Περίσσας. Και ένα συνολικό black-out ηλεκτρικού ρεύματος θυμάμαι (καμία σχέση με το lockdown – ή μπορεί και όχι!)…

Τις αναμνήσεις μου ξύπνησε το βιβλίο “Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης” της Μαριζας Κωχ: “Καταμεσήμερο άρχισε να μπαίνει το καράβι σε ένα μεγάλο, σαν πλατιά θάλασσα, λιμάνι. Νά το νησί μας, η Σαντορίνη μας, είπε ο κυρ Φώτης! Το ονομάζουν και Θήρα. Από δεξιά μας η είναι Θηρασιά. Η Θηρασιά είναι κομμάτι της Σαντορίνης μας που χωρίστηκε απ’αυτήν όταν ξεφύτρωσε κάποτε το ηφαίστειο και δημιούργησε γύρω του αυτήν τη θάλασσα που τη λέμε Καλντέρα (…) “Μαύρος είναι ο τόπος” τού είπε η αδερφή μου. “Τι να κάνουμε; Έτσι είναι η Σαντορίνη μας” της απάντησε. “Η μια πλευρά που βλέπει το ηφαίστειο είναι κατάμαυρη, και η άλλη που θα πάμε εμείς είναι μεγάλος κάμπος, με χωράφια και αμπέλια. Εκεί το χώμα είναι άσπρο, μόνο οι ξερολιθιές είναι μαύρες (…) Το νησί μας έχει δεκατρία χωριά και πολλές εκκλησίες. Μια, μια μετρημένες 365! Όσες και οι ημέρες του χρόνου! Και πολλούς ξυλογλύπτες! Ξυλόγλυπτα είναι τα περισσότερα εικονοστάσια στις μεγάλες εκκλησίες μας!” “Και πόσα αυτοκίνητα?” τον ρώτησα εγώ. “Ούτε ένα για δείγμα” μου απάντησε”.

Αυτά στο βιβλίο. Στη μνήμη επανέρχεται, ύστερα από χρόνια, το Εμπορείο, με τα σκαμμένα στο βράχο και τα εφαπτόμενα του τείχους σπίτια του. Η “παραδοσιακή-μύγα-μέσα-στο-τουριστικό-γάλα” του κοσμοπολίτικου νησιού, με την ησυχία του μεσημεριού να διακόπτεται από τους τηλεβόες της κοινότητας για τις σημαντικές ανακοινώσεις (χωρίς Zoom, Messenger και Skype τότε). Και στο κάλεσμα του, ίσως και μοναδικού τότε, οινοπαραγωγού του νησιού για φαγητό, μάθαμε τη γεύση της φρέσκιας φάβας Σαντορίνης. Πόσο ανθρώπινο να εισάγεις από παντού, τόσο πολλά, για να τα καταναλώσεις στο ιδανικό μέρος….

Αλλά και ένα αυγουστιάτικο μποτιλιάρισμα θυμάμαι, στα Φηρά: 45’ για να πάμε από το Φηροστεφάνι μέχρι μια τράπεζα και πίσω. Πολλά “δείγματα” αυτοκινήτων πιά – και ένα σουβλάκι συν μια σόδα για 5 ευρώ ή μια βάφλα για 9 ευρώ και όλα αυτά.

Άλλοτε, θυμάμαι μια πρωινή υγρασία, η οποία με τη μορφή βαμβακιού που αιωρείται μας καθήλωσε το χάραμα και αυτοκινητιστικά και συναισθηματικά.

Στη σημερινή εποχή όπου η έννοια των πρώτων καλοκαιρινών διακοπών πωλείται μαζί με το πακέτο διακοπών, οι (ψηφιακές) εικόνες της φύσης ρετουσαρισμένες στο βαθμό που δημιουργούν ένα νέο “προϊόν” ξεπατικώνουν “τις γλάστρες του βασιλικού στις ασπρισμένες αυλές κάποιας θείας, την αλμύρα που αφήνει σημάδια αλατιού πάνω στο δέρμα, τα ατελείωτα καλοκαίρια καύσωνα και αναγκαστικής ησυχίας σε ξέστρωτα λουλουδοσέντονα κρεβάτια, όλα αυτά που ζεσταίναν τη φαντασία κατά τα φοιτητικά χρόνια, όπου το ελληνικό καλοκαίρι γινόταν η πατρίδα που μας ένωνε όλους”.

Το μέτα-νησί, προσφέρει επεξεργασμένες αναμνήσεις σε ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα να τις αγοράσουν. Λιγοστές θειάδες κυκλοφορούν πια με πολύχρωμες ρόμπες στα σοκκάκια. Ξενοδοχεια και ενοικιαζομενα αντικαθιστουν τα διασημα αμπελια της Σαντορινης, τα ντοματίνια έρχονται από το Ισραήλ, ενώ πρό κορονοϊού άνοιγαν και ζητήματα, όπως ο περιορισμός του αριθμού ημερήσιων τουριστών, καθώς στους χιλιάδες επιβάτες κρουαζιέρας που επισκέπτονται τη Σαντορίνη καθημερινά προστίθενται και περίπου άλλοι 2.000 ημερησίως, οι οποίοι έρχονται αυθημερόν από την Κρήτη με μεγάλα ταχύπλοα επιβατηγά.

Φωτογραφίες: Στεφανία Μιζάρα
Κείμενο: Κωνσταντής Μιζάρας