Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Πώς τα δακρυγόνα έγιναν βασικό μέσο επιβολής της αμερικανικής αστυνομίας

Το 1932, ο Στρατός των Αποζημιώσεων (Bonus Army), μια συμμαχία άνεργων βετεράνων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πραγματοποίησε διαμαρτυρία στην Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση διέλυσε τη συγκέντρωσή τους με δακρυγόνα.


του Lauren Vespoli

Στις 28 Ιουλίου 1932, ο Πρόεδρος Χέρμπερτ Χούβερ έστειλε ομοσπονδιακά στρατεύματα και άρματα μάχης για να διαλύσουν τον «Στρατό των Αποζημιώσεων» (Bonus Army) που είχαν συστήσει δεκάδες χιλιάδες άνεργοι βετεράνοι του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και οι οικογένειές τους, και οι οποίοι διαμαρτύρονταν στην πρωτεύουσα του κράτους (ΗΠΑ). Τα στρατεύματα χρησιμοποίησαν δακρυγόνα. Δύο άντρες και δύο βρέφη αναφέρθηκαν νεκρά. Το συμβάν, μια από τις πρώτες μεγάλες διαμαρτυρίες στις οποίες η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε δακρυγόνα, που θεωρούνται πολεμικά όπλα, κατά των ίδιων της των πολιτών, προκάλεσε τη δημόσια οργή, καταστρέφοντας κάθε πιθανότητα επανεκλογής του Χούβερ. Για τις χημικές εταιρείες που προσπαθούσαν να πουλήσουν δακρυγόνα για την επιβολή του νόμου, ο Στρατός των Αποζημιώσεων ήταν μια επιτυχημένη επίδειξη της αποτελεσματικότητας των προϊόντων τους.


Καθώς οι διαμαρτυρίες εναντίον της αστυνομικής βαρβαρότητας εξαπλώνονται στις ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2020, η αστυνομία έχει χρησιμοποιήσει δακρυγόνα κατά διαδηλωτών σε τουλάχιστον 100 αμερικανικές πόλεις – παρά την απαγόρευση της χρήσης τους σε διεθνείς πολεμικές επιχειρήσεις. Έρευνες έχουν δείξει επίσης ότι τα δακρυγόνα ενδέχεται να κάνουν τους ανθρώπους πιο επιρρεπείς σε αναπνευστικές ασθένειες, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τον νέο κορονοϊό. Από τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς για εξωγενή ταραχοποιά στοιχεία, μέχρι τις συνθήκες εκτεταμένης ανεργίας, και τη δημόσια κατακραυγή που προκαλεί η επίδειξη δύναμης εκ μέρους των φορέων επιβολής του νόμου, οι ομοιότητες ανάμεσα στις διαμαρτυρίες του Στρατού των Αποζημιώσεων και την κοινωνική αναταραχή που επικρατεί αυτές τις μέρες στην Αμερική είναι πολλές.
Η “Εκστρατευτική Δύναμη για τις Αποζημιώσεις” (Bonus Expeditionary Force), όπως ονομάστηκε επίσημα το κίνημα, έφτασε στην Ουάσιγκτον στα τέλη της άνοιξης του 1932. Η διαμαρτυρία ξεκίνησε στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, όταν o πρώην λοχίας Walter W. Waters ηγήθηκε μιας ομάδας από 250 περίπου βετεράνους που θα ταξίδευαν στην Ουάσιγκτον για να απαιτήσουν την άμεση καταβολή των αποζημιώσεων που τους οφείλονταν σύμφωνα με τον Νόμο για τις Προσαρμοσμένες Αποζημίωσεις του Παγκοσμίου Πολέμου. Ο νόμος που ψηφίστηκε το 1924 δεσμευτόταν να αποζημιώσει τους βετεράνους για αποδοχές που είχαν χάσει ενώ συμμετείχαν στις μάχες του Μεγάλου Πολέμου με 1,25 δολάρια για κάθε ημέρα υπηρεσίας εκτός αμερικανικού εδάφους και 1,00 δολάριο για κάθε ημέρα που υπηρέτησαν στο εσωτερικό της χώρας.

Ωστόσο, οι βετεράνοι δεν επρόκειτο να λάβουν τις εν λόγω αποζημιώσεις, οι οποίες ανέρχονταν σε περίπου 1.000 δολάρια ανά άτομο, μέχρι το 1945. Καθώς η ομάδα του Waters που διέσχιζε όλη τη χώρα στήνονας πρόχειρα καταλύματα τράβηξε την προσοχή του Τύπου, βετεράνοι απ’ όλη τη χώρα, άνεργοι και απελπισμένοι, αποφάσισαν να την ακολουθήσουν – περπατώντας, κάνοντας ωτοστόπ και πηδώντας πάνω σε φορτηγά τρένα για να φτάσουν στην Ουάσιγκτον.


Οι άνεργοι βετεράνοι έστησαν «φυλετικά ενοποιημένες παραγκουπόλεις στη μέση μιας διαχωρισμένης πόλης».


Η πρώτη ομάδα των διαδηλωτών του Bonus Army έφτασε στις 23 Μαΐου. Στους επόμενους δύο μήνες, περίπου 25.000 επιπλέον βετεράνοι ενώθηκαν μαζί τους. Όπως γράφουν οι ιστορικοί Paul Dickson και Thomas B. Allen στην Ιστορία της Ουάσιγκτον, οι άνεργοι βετεράνοι δημιούργησαν «φυλετικά ενοποιημένες παραγκουπόλεις στη μέση μιας διαχωρισμένης πόλης». Κατέλαβαν κενά ομοσπονδιακά κτίρια κατά μήκος της Λεωφόρου Πενσυλβανίας και έχτισαν παραπήγματα με ξύλα και παλιοσίδερα που ανέσυραν  από  σωρούς σκουπιδιών κατά μήκος του Βάλτου του Ανακόστια, ένα λασπώδες έλος στις όχθες του ομώνυμου ποταμού δίπλα στο Καπιτώλιο. 

Εξέδιδαν ακόμη και τη δική τους καθημερινή εφημερίδα, The B.E.F. Army News [Τα Νέα του Στρατού Ε.Δ.Α.], την οποία πουλούσαν για να συγκεντρώνουν χρήματα για τρόφιμα και τσιγάρα. Η θέση στο Βάλτο του Ανακόστια όπου στρατοπέδευσαν, φιλοξένησε μία από τις μεγαλύτερες παραγκουπόλεις στη χώρα (που έμειναν γνωστές ως «Hoovervilles» εφόσον το όνομα του Αμερικανού Προέδρου συνδέθηκε με την αύξηση των απόρων και των άστεγων στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης), με 15.000 κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων περίπου 1.100 γυναικών και παιδιών.

Στις 15 Ιουνίου, μετά από μια δραματική συζήτηση στην οποία ο αντιπρόσωπος του Τενεσί Edward Eslick πέθανε από καρδιακή προσβολή ενώ υποστήριζε το νομοσχέδιο, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε το Νομοσχέδιο για τις Αποζημιώσεις των Βετεράνων του Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο θα εξασφάλιζε την άμεση καταβολή των επιδομάτων στους δικαιούχους. Λίγες μέρες αργότερα, ωστόσο, το νομοσχέδιο καταψηφίστηκε στη Γερουσία, και περίπου 8.000 βετεράνοι συγκεντρώθηκαν μπροστά από το Καπιτώλιο για να τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο. Ο Waters δήλωσε ότι οι διαδηλωτές «θα μείνουμε εδώ μέχρι το 1945, αν χρειαστεί, για να πάρουμε τα επιδόματά μας». Όπως ανέφερε ο Τζον Ντος Πάσος σε άρθρο του για το περιοδικό The New Republic:
«Η άφιξη του Bonus Army φαίνεται να είναι το πρώτο γεγονός που δίνει στους κατοίκους της Ουάσινγκτον κάποια υπόνοια ότι κάτι συμβαίνει στον κόσμο που βρίσκεται έξω από τη νυσταλέα κλειστή βεράντα τους.»
Αυτή η «υπόνοια» δεν άργησε να μετατραπεί σε ανησυχία. Μέχρι τα τέλη του Ιουλίου, ο Πρόεδρος Χούβερ και η κυβέρνησή του άρχισαν να φοβούνται για πιθανή εξέγερση, πιστεύοντας ότι ο Bonus Army υπέθαλπε ριζοσπάστες κομμουνιστές. Η κυβέρνηση αποφάσισε να εκκενώσει τα κενά κυβερνητικά κτίρια στο κέντρο της πόλης, τα οποία προορίζονταν για κατεδάφιση, από όσους είχαν βρει σ’ αυτά πρόχειρα καταλύματα. Έτσι, στις 28 Ιουλίου, μια ομάδα αστυνομικών ανέλαβε να απομακρύνει τους βετεράνους, οι οποίοι αρνήθηκαν να φύγουν και άρχισαν να ρίχνουν τούβλα στους αστυνομικούς. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε, και ένας αστυνομικός πανικοβλήθηκε, με αποτέλεσμα να πυροβολήσει δύο βετεράνους. Ο αρχηγός του επιτελείου του στρατού Στρατηγός Ντάγκλας Μακάρθουρ που κλήθηκε να στείλει ενισχύσεις έστειλε πέντε άρματα μάχης, 200 οπλίτες του ιππικού και 300 του πεζικού. Σύντομα το κέντρο της Ουάσιγκτον γέμισε με φωτιές και μαύρα σύννεφα καπνού από βομβίδες δακρυγόνων.
Όπως γράφει ο ιστορικός Donald J. Lisio στο περιοδικό The Wisconsin Magazine of History, ο Πρόεδρος Χούβερ ισχυρίστηκε ότι είχε απλώς διατάξει την απομάκρυνση του Bonus Army από το επιχειρηματικό κέντρο της πόλης. Ο Μακάρθουρ είχε φανεί πέραν του δέοντος πρόθυμος στην εκτέλεση του καθήκοντος, με αποτέλεσμα να αψηφίσει τις εντολές και να διώξει όλους τους διαδηλωτές από την πόλη, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν προς το Μέριλαντ και βαζοντας φωτια στον καταυλισμό του Ανακόστια, πιστεύοντας ότι «οι ταραξίες ήταν στην πραγματικότητα στασιαστές κομμουνιστές που είχαν σκοπό να εκτελέσουν ένα καλά σχεδιασμένο, αιματηρό πραξικόπημα». Ο Χούβερ διαβεβαίωσε τον Τύπο ότι «υπονομευτικές δυνάμεις» είχαν πάρει τον έλεγχο του Bonus Army και, στη συνέχεια, «οργάνωσαν και ξεκίνησαν» την εξέγερση.
Επιπλέον, οι επίσημες κυβερνητικές εκθέσεις για την εξέγερση του Bonus Army ισχυρίζονταν ότι υπήρχε μόνο ένας θάνατος βρέφους, και ότι αυτός οφειλόταν σε φυσικά αίτια και όχι σε ασφυξία από τα δακρυγόνα. Αλλά, όπως γράφει η ιστορικός Anna Feigenbaum στο βιβλίο της Δακρυγόνα: Από τα πεδία της μάχης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στους σύγχρονους δρόμους (Tear Gas: From the Battlefields of the World War I to the Streets of Today), ο Bonus Army ανταπάντησε σε αυτό που θεώρησε ως προσπάθεια συγκάλυψης, γράφοντας ένα σατιρικό τραγούδι με τίτλο «Χωρίς αδικαιολόγητη βία», το οποίο περιείχε τους στίχους:

«Δεν χρησιμοποιήσαμε αδικαιολόγητη βία» –
Γι’ αυτό, μωρό Myers, ησύχασε!
Αν και δεν είναι προφανές
Για το μικρό μυαλό σου
Ψεκάστηκες με τις καλύτερες προθέσεις!

Ανεπανόρθωτα εκτεθειμένη, και προσπαθώντας να μετριάσει την κατακραυγή της κοινής γνώμης, η κυβέρνηση άλλαξε τακτική. Αντί να προσπαθεί να αποδείξει την κομμουνιστική διείσδυση στον Bonus Army, προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ομάδα του ήταν καταφύγιο εγκληματιών. Αλλά τα αρχεία της αστυνομίας δείχνουν ότι υπήρχε χαμηλότερη εγκληματικότητα τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο σε σχέση με τον Αύγουστο, μετά τη βίαιη απομάκρυνση του Bonus Army.

Η βίαιη διάλυση του Bonus Army σηματοδότησε την κορύφωση, στη δημόσια πολιτική σκηνή, μιας δεκαετίας μάρκετινγκ υπέρ των δακρυγόνων και καταστολής των κοινωνικών εξεγέρσεων με τη συνδρομή τους. Ο Allison C. Meier σημειώνει πώς, κατά τη διάρκεια των κοινωνικών αναταραχών στην Αμερική που παρατηρήθηκαν μετά τον πόλεμο, όπως τα περιστατικά βίας λευκών πολιτών κατά Αφροαμερικανών στη διάρκεια του Κόκκινου Καλοκαιριού του 1919, «οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου είδαν στα δακρυγόνα την ευκαιρία να μετατοπιστεί ο έλεγχος από τις μάζες στα χέρια μερικών αστυνομικών».
Αυτή η «δημόσια βία», σε συνδυασμό με την επιθυμία της Υπηρεσίας Χημικού Πολέμου (Chemical Warfare Service – CWS) να αποδείξει τη χρησιμότητά της σε καιρό ειρήνης, τροφοδότησε την παραγωγή και τη ζήτηση για δακρυγόνα, τα οποία η CWS είχε κατασκευάσει κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μετά την ανακωχή, το Υπουργείο Πολέμου απαγόρευσε τη χρήση δακρυγόνων εναντίον αμάχων, εμποδίζοντας έτσι την CWS να προμηθεύει βομβίδες δακρυγόνων στα ομοσπονδιακά στρατεύματα. Ας σημειωθεί ότι η απαγόρευση ανακαλέστηκε προσωρινά όταν προέκυψαν ευκαιρίες για να καταδειχθεί η αποτελεσματικότητα των δακρυγόνων στον έλεγχο των εργατικών απεργιών.
Όπως γράφει στο περιοδικό Technology and Culture,  ο ιστορικός Ντάνιελ Π. Τζόουνς, τον Αύγουστο του 1921, όταν ο κυβερνήτης της Δυτικής Βιρτζίνια ζήτησε ομοσπονδιακή βοήθεια για να αντιμετωπίσει την απεργία των ανθρακωρύχων που είχε γίνει βίαιη, στάλθηκαν ομοσπονδιακά στρατεύματα μαζί με 1.000 βομβίδες χλωροακετοφαινόνης και 350 ολμοβόλα. Ωστόσο, η παρουσία των στρατευμάτων οδήγησε τους ανθρακωρύχους να παραδοθούν ειρηνικά, χωρίς να χρησιμοποιηθούν οι βομβίδες δακρυγόνου. Τον Ιούλιο του 1922, η CWS αποφάσισε και πάλι να άρει την απαγόρευση και έδωσε στα ομοσπονδιακά στρατεύματα την άδεια να χρησιμοποιήσουν δακρυγόνα για να αποκαταστήσουν την τάξη κατά τη διάρκεια των απεργιών των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους σε όλη τη χώρα.
Εν τω μεταξύ, ιδιωτικές εταιρείες που διευθύνονταν από πρώην αξιωματικούς της CWS, όπως η Lake Erie Chemical Company, προωθούσαν και πουλούσαν δακρυγόνα σε αστυνομικές υπηρεσίες σε όλη τη χώρα. Η CWS μπορούσε να στέλνει σε αυτές τις εταιρείες μικρές ποσότητες χλωροακετοφαινόνης ως βοήθεια στην «έρευνα και ανάπτυξή» τους χωρίς να παραβιάζει τους κανόνες του Υπουργείου Πολέμου. Και εκείνες μπορούσαν, με τη σειρά τους, να προμηθεύουν τα προϊόντα τους στην Εθνική Φρουρά.
Τελικά, η αντιπαράθεση με τον Bonus Army είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση του Χούβερ και συνέβαλε στην ηχηρή ήττα του από τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ στις εκλογές του Νοεμβρίου. Οι βετεράνοι τελικά εισέπραξαν τα επιδόματα της αποζημίωσης το 1936, και ο ακτιβισμός του Bonus Army συνέβαλε στην υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τους βετεράνους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστού ως GI Bill of Rights, το 1944.
Ωστόσο, υπήρξε και μια άλλη ακούσια συνέπεια της κληρονομιάς που άφησε πίσω του ο Bonus Army. Όπως γράφει η Anna Feigenbaum στο βιβλίο της:


«[…] για τους αρχηγούς της αστυνομίας, τους βιομηχάνους και τους προξένους σε όλο τον κόσμο, η εκδίωξη του Bonus Army ήταν μια ευκαιρία να αναδειχθεί η δύναμη των προϊόντων για τον έλεγχο των κοινωνικών αναταραχών.
Το Edgewood Arsenal, εργοστάσιο όπλων και στρατιωτικό κέντρο έρευνας χημικών ουσιών στο Μέριλαντ, χαρακτήρισε τη διαμαρτυρία του Bonus Army ως τη «μεγαλύτερη πρακτική δοκιμή» δακρυγόνων. Η Lake Erie Chemical Company, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ιδρύθηκε από βετεράνο της Υπηρεσίας Χημικού Πολέμου του Στρατού, έγινε ένας από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς παραγωγούς δακρυγόνων. Η εταιρεία συμπεριέλαβε φωτογραφίες των διαδηλώσεων στους διαφημιστικούς καταλόγους των προϊόντων της. Το προωθητικό κείμενο υποσχόταν «μια πανίσχυρη εκτυφλωτική έκρηξη ασφυκτικού πόνου» που «δεν προκαλεί μόνιμο τραυματισμό».