Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ιούλιος 2015: η αρχή (του τέλους)

Αν η μεταπολίτευση σήμανε την είσοδο της Ελλάδας σε μια κατάσταση δημοκρατικής σταθερότητας ― μετά από μια μακρά περίοδο πολέμων, «βίας και νοθείας», ξένων παρεμβάσεων, και πραξικοπημάτων ―, το δημοψήφισμα του 2015 σήμανε την οριστική μετατροπή της χώρας σε νοτιο-αμερικάνικου τύπου μπανανία.

Οι νεοέλληνες αρέσκονται να συγκρίνουν (συνήθως παραπονεμένοι) τη χώρα τους με την Δυτική Ευρώπη, ως ένα καχεκτικό μεν, αδερφό δε, κράτος, το οποίο «ανήκει εις την Δύσιν».

Η ιστορική πραγματικότητα όμως τοποθετεί την Ελλάδα μάλλον στον Δεύτερο (από τον οποίο δεν πέρασε από σπόντα) αν όχι στον Τρίτο (πολιτικώς ορθά «αναπτυσσόμενο») κόσμο.

Τα κράτη της Δύσης, ακόμα και η πτωχή Πορτογαλία, διατηρούσαν (και διατηρούν, είτε ανοιχτά, είτε με ύπουλες σχέσης εξάρτησης) αποικίες. Η Ελλάδα αντίθετα υπήρξε αποικία (το Ιόνιο ήταν βρετανικό έως το 1864 ενώ τα Δωδεκάνησα υπό Ιταλικό έλεγχο έως το 1948).

Τα κράτη της Δύσης μοίραζαν ζώνες επιρροής. Το Ελληνικό κράτος, (το όποιο για μέγα διάστημα αποτελούσαν η Πελοπόννησος και κάτι ψιλά, καθόσον η Θεσσαλία προσαρτήθηκε το 1881 και η Κρήτη και η Μακεδονία το 1913) υπήρξε από την αρχή το ίδιο υπό Βρετανική, Γαλλική και Ρωσική επιρροή, για να περάσει στην Αμερικάνικη μετά τον Β’ ΠΠ (με μια χούφτα ανυπότακτους Γαλάτες στα βουνά και τα ξερονήσια να την αντιπαλεύονται).

Η μεταπολίτευση έφερε την «εθνική συμφιλίωση» και την κρατική αναγνώριση της αριστεράς. Συνέβαλε σε αυτό και η αρχή του «όταν τρώνε δε μιλάνε». Ήταν μια περίοδος ταχείας αύξησης του βιοτικού επιπέδου, και τέτοιες περίοδοι δεν ενδείκνυνται για οξείες ταξικές συγκρούσεις. Η αριστεροσύνη πέρασε εν πολλοίς στα αμφιθέατρα, στην «ευαισθησία» και στον «πολιτισμό», ενώ στους δρόμους αγωνίζονταν κυρίως για συντεχνιακά αιτήματα. Με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, και τη συνεργασία του ΚΚΕ με το Δρακουμέλ, κατά τον πρώτο Συνασπισμό (του 1989), η έννοια της «αριστεράς» ήταν πλέον ισότιμη όχι της εργατικής τάξης, της ταξικής πάλης, ή του κομμουνισμού, αλλά της νεφελώδους «προόδου». Το έλεγε και στην μαρκίζα.

Φυσικά από την πρόοδο στην πρόσοδο είναι ένα τσιγάρο δρόμος. Ο «εκσυγχρονισμός», συνδεδεμένος και αυτός με αμφότερες, ολοκλήρωσε την «εθνική συμφιλίωση» και συσπείρωσε την «κεντρο-αριστερά» ― που διεκδικεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ.

Δηλαδή ένα χώρο με προοδευτικές διεκδικήσεις στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτισμικές ευαισθησίες (αλλά λάιτ), οικονομική και κοινωνική πολιτική λίγο δεξιότερα του Ευάγγελου Αβέρωφ, και εξωτερική πολιτική με πυγμή και ανεξαρτησία που είχαμε να δούμε από τον καιρό που ο Κανελλόπουλος υποδέχονταν τον Βαν Φλιτ.

Ακολούθησε η παράδοση του ελέγχου της οικονομίας στην ΕΚΤ και το «ευρώ», η εκμαύλιση των αναπτυξιακών πακέτων (που σπαταλήθηκαν σε χρήσιμα αλλά υπερχρεωμένα δημόσια έργα, εύκολα δάνεια, στήριξη της μεταπρατικής και μη-παραγωγικής αγοράς, καταστροφή της αγροτικής παραγωγής, και στη φιέστα των Ολυμπιακών Αγώνων).

Μια περίπου δεκαετία από αυτό το πανηγύρι και οι πανηγυρισμοί για την «Ελλάδα στους ισχυρούς της Ευρώπης» έδωσαν τη θέση τους στο πρώτο Μνημόνιο, την καταβαράθρωση του ΑΕΠ, την έξοδο 5% του πληθυσμού (του πλέον καταρτισμένου και νεαρού εργατικού δυναμικού) στο εξωτερικό, την άνοδο της ακροδεξιάς, και τα τρία κακά της μοίρας μας.

Η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ήταν η τελευταία αναλαμπή, και οι χειρισμοί του στο δημοψήφισμα του 2015 φρόντισαν να σβήσουν κάθε ελπίδα για «άλλους κόσμους που είναι εφικτοί» και να εμπεδώσουν σε όλους το νόημα του φιλελεύθερου ΤΙΝΑ (There Is No Alternative, Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση). Η επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβριο δεν ήταν επικύρωση της πολιτικής του ― ήταν το αποτέλεσμα της απάθειας και της ηττοπάθειας που έφερε η αποδοχή της έλλειψης εναλλακτικής.

Από τότε ζούμε πλέον και επίσημα σε μια μπανανία, καθότι διαθέτουμε πλέον όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας:

― Τα όρια της οικονομικής πολιτικής και τους όρους της κοινωνικής πολιτικής τους επιβάλλουν εξωθεσμικοί και μη δημοκρατικά ελεγμένοι εξωτερικοί «θεσμοί» (οι ίδιοι που προηγουμένως ονομάζονταν «τρόικα», με τα ίδια πρόσωπα, τους ίδιους παρασκηνιακούς μηχανισμούς, και την ίδια υπερεκπροσώπηση της Γερμανίας)…

― Η δημόσια περιουσία ξεπουλιέται ή παραχωρείται υπό εξευτελιστικούς όρους σε τρίτες χώρες και ξένες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κρατικές υπηρεσίες και οργανισμοί περνάνε σε ιδιωτικό έλεγχο…

― Τα πρόσωπα σε θέσεις κλειδιά, από την κυβέρνηση έως τους μεγάλους δήμους, ανήκουν κατά πλειοψηφία σε ελάχιστες οικογένειες, που ελέγχουν την πολιτική ζωή της χώρας επί δεκαετίες…

― Πολιτικοί διατηρούν ανοιχτά σχέσεις (ή κατέχουν ή ίδιοι ή συγγενείς τους) με ιδιωτικές επιχειρήσεις που λαμβάνουν δημόσια έργα, χωρίς να ελέγχεται κανείς ή να τρέχει τίποτα…

― Περιθωριακοί πολιτικοί σχηματισμοί ―Χρυσή Αυγή, Βελόπουλος, Λεβέντης, μεθαύριο ίσως Έλληνες Γ.Τ.Π(.Κ)― και κόμματα με ανύπαρκτο πολιτικό παρελθόν ή κοινωνική βάση όπως το Ποτάμι, εκλέγονται στο κοινοβούλιο, το οποίο συγκεντρώνει όλο και περισσότερα λούμπεν στοιχεία, κομματικούς γυρολόγους, ηθοποιούς, αθλητές, σελέμπριτις, και «ανθρώπους του πνεύματος» σε αναζήτηση μεροκάματου…

― Ο δημόσιος και πολιτικός λόγος ξεπέφτει σε χυδαιότητες επιπέδου tweet του Τατσόπουλου ή του Θανάση Χειμωνά, «γραβάτας με πέη» και «στα τέσσερα» του Καμμένου, ξεκατινιασμάτων τύπου Άδωνι και Πολάκη, μαγκιάς τύπου Χαρδαλιά ή Μεϊμαράκη, κλπ

― Τύπος φιμωμένος με μηνύσεις, παρεμβάσεις, και απολύσεις για να μην μιλάει από τη μια, και μπουκωμένος με εκατομμύρια ευρώ από την άλλη για να γράφει ύμνους για το κυβερνητικό έργο και να κάνει λαϊφσταϊλιστική προβολή των στελεχών και των παρατρεχάμενων του κυβερνώντος κόμματος (τύπου «ο σέξι Νικ Χάρντ» και «το συνολάκι της Μαρέβας»)…

― Γκάνγκστερς και έμποροι ναρκωτικών που παίζουν ολοένα και αυξανόμενο ρόλο στην επιχειρηματική και πολιτική ζωή, μάρτυρες που «αυτοκτονούν» ή ανατινάζονται μυστηριωδώς, παραδικαστικά κυκλώματα, ευρεία διαφθορά στην αστυνομία, επιχειρηματίες που ζημίωσαν εκατοντάδες εκατομμύρια το δημόσιο αποφυλακίζονται στο άψε-σβήσε (ακόμα και αν έχουν αποδεδειγμένα λαδώσει ψευδομάρτυρες),

― Ασήμαντες περιστάσεις, όπως μια υπό φυσιολογικές συνθήκες ελεγχόμενη πυρκαγιά (Μάτι) ή μια ισχυρή βροχόπτωση (Μάνδρα) μπορεί να προκαλέσει εκατόμβη θυμάτων καθόσον δεν υπάρχει συντονισμός των δημόσιων και δημοτικών φορέων, δεν γίνονται στοιχειώδη έργα (πολεοδομίας, αντιπλημμυρικής προστασίας, κ.α.), και ο πληθυσμός αφήνεται σταδιακά στη μοίρα του…

― Δημόσια «έργα» τύπου Μεγάλος Περίπατος που κομίζουν (όταν δεν αντιγράφουν ανοικτά σε σχέδιο και τεχνογνωσία) τριτοκοσμική αντίληψη περί αστικών υποδομών, ενώ υπάρχουσες υποδομές (από τα Ολυμπιακά Έργα έως το Πεδίο του Άρεως) αφήνονται να καταστραφούν…

― Η χώρα υποδέχεται τουρίστες σε περίοδο πανδημίας (καθόσον ο τουρισμός είναι αναγκαίος ως η μεγαλύτερη εναπομένουσα μη μεταπρατική πηγή εισοδήματος) με εξευτελιστικές φιέστες που θυμίζουν το στεφάνωμα με γιρλάντες των επισκεπτών στη Χαβάη…

Όλες αυτές οι παθογένειες προϋπήρχαν φυσικά στην Ελληνική δημόσια ζωή στον έναν ή τον άλλο βαθμό.

Όλες όμως διογκώθηκαν, επισημοποιήθηκαν, νομιμοποιήθηκαν, και κυριαρχούν πλέον ξεδιάντροπα και απρόσκοπτα από τον Σεπτέμβριο 2015 και μετά.

Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ, δεν ήταν παρά το πρώτο σημάδι ότι εδώ δεν ισχύει καν ο στοιχειώδης δημοκρατικός έλεγχος. Ότι μπορούνε όχι απλά να υπόσχονται και να αθετούν, αλλά να αναιρούν το ίδιο το Σύνταγμα, να γελάνε στα μούτρα μας, και εμείς δεν μπορούμε παρά να το ανεχθούμε.

Το αν η μετατροπή του «όχι» σε «ναι» ήταν σε οποιοδήποτε βαθμό δικαιολογημένη λόγω της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που συνιστούσε η χρεωκοπία της χώρας δεν αλλάζει κάτι στην ουσία των παραπάνω. Απλά την εξηγεί και την επιβεβαιώνει.

Πέντε χρόνια από το δημοψήφισμα οι καταστάσεις που περιγράψαμε αποτελούν την περίφημη «νέα κανονικότητα».

Να την χαιρόμαστε.