Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Για τις δηλώσεις Πεσκόφ: Ρωσo-άγνοια και ρωσοφοβία

Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στις δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ σχετικά με την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Ο Ρώσος αξιωματούχος υποστήριξε πως η αλλαγή χρήσης του μνημείου αποτελεί εσωτερικό τουρκικό ζήτημα, ενώ αναφέρθηκε επίσης στο χαμηλότερο κόστος που θα επωμίζονται οι Ρώσοι τουρίστες για την πρόσβαση στην Αγία Σοφία.

Για κάποιον ακατανόητο λόγο οι δηλώσεις αυτές θεωρήθηκαν βλαπτικές για την Ελλάδα, όπως και απρόσμενες. Στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτα από τα δύο – αν και η αναφορά στο κόστος για τους Ρώσους τουρίστες συνιστά για ένα τέτοιο ζήτημα δείγμα απρόσμενης ελαφρότητας. Οι αντιδράσεις στις δηλώσεις Πεσκόφ, για άλλη μία φορά, προδίδουν επαρχιωτισμό και άγνοια των διεθνών εξελίξεων από ελληνικής πλευράς.

Για διαφορετικούς λόγους, ένα μέρος της κοινής γνώμης βλέπει τη Ρωσία σαν κεκαλυμμένη εκδοχή της Σοβιετικής Ένωσης (για την οποία επίσης διαθέτει μια στρεβλή, καθότι εξιδανικευμένη άποψη), ένα άλλο μέρος σαν προστάτιδα των ορθοδόξων (και άρα σαν τον εν τέλει προστάτη μας), ενώ μια τρίτη πλευρά ανακαλύπτει στη χώρα του Πούτιν ανακαλύπτει έναν μεταμοντέρνο τσαρισμό και μια ατελείωτη αντιδραστική, βαρβαρότητα.

Η πραγματικότητα φυσικά είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύ λιγότερο βολική από τα στερεοτυπικά σχήματα. Η Ρωσία όχι μόνο είναι μια καπιταλιστική χώρα (η οποία μάλιστα δεν έχει συμφιλιωθεί, ιδίως σε ό,τι αφορά τις ελίτ της χώρας, με το σοβιετικό της παρελθόν το οποίο κερδίζει σε δημοφιλία διαρκώς μεταξύ του λαού της), αλλά επιπλέον είναι μια πολύ λιγότερο αναπτυγμένη καπιταλιστική δύναμη ως προς τους ανταγωνιστές και δύσκολους συμμάχους της, η οποία βιώνει συνθήκες περικύκλωσης.

Το γεγονός ότι αποπειράται να καλύψει “τρύπες” τις οποίες αφήνει πίσω της, η συρρικνωμένη ισχύς των ΗΠΑ δεν αναιρεί το ότι βρίσκεται σε ιστορική φάση άμυνας και όχι επέκτασης.

Η Ρωσία αξιοποιεί την ορθοδοξία ως πολιτικό όπλο (καθότι οι εκκλησίες και οι θρησκείες αποτελούν κοσμικούς θεσμούς άσκησης εξουσίας), όπως κάνουν όλα τα κράτη ανεξαιρέτως. Βεβαίως, η εν λόγω στάση των ρωσικών ελίτ πρέπει να ισορροπεί με το λαϊκό αίσθημα, το οποίο σαφώς και συγκινείται εν μέρει, από τα τεκταινόμενα στην Αγία Σοφία – όπως βεβαίως συγκινούνταν και από την αυτοκεφαλία της ουκρανικής εκκλησίας, όπου η Ελλάδα αποφάσισε να παίξει για άλλη μια φορά το παιχνίδι των ΗΠΑ.

Κανείς ωστόσο ούτε θα πολεμήσει, ούτε θα χαλάσει τις σχέσεις του με την Τουρκία, επειδή η τελευταία θα μετατρέψει την Αγία Σοφία από μουσείο σε τζαμί. Όσοι μάλιστα ονειρεύονται μια νέα σταυροφορία από τον χριστιανικό κόσμο, καλό είναι να ξαναδιαβάσουν την ιστορία και ειδικότερα τα σχετικά με την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204.

Επιπλέον, η Ρωσία διανύει μια φάση ιστορικών προκλήσεων, με ανοιχτή την απειλή ολοκληρωτικού πολέμου και με εσωτερική κοινή γνώμη που έχει κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις από τον πρόεδρο Πούτιν: απαιτήσεις τις οποίες η ρωσική οικονομία δεν μπορεί να ικανοποιήσει αποτελεσματικά πάντοτε, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπως το προαναφερθέν.

Αυτό που αποπειράται να κάνει η ρωσική διπλωματία, όπως περίπου και επί σοβιετικής εποχής, είναι να αντιμετωπίσει την προσπάθεια περικύκλωσής της και άρα αφενός να διευρύνει τις σφαίρες επιρροής της και αφετέρου να διασπάσει τις συμμαχίες που δομούν οι αντίπαλοί της.

Η Τουρκία του Ερντογάν, ευφυώς αποφάσισε να “παίξει” με την ανησυχία της Ρωσίας. Διαμόρφωσε μια σχέση συνεννόησης, τακτικού χαρακτήρα, ενόσω η Ελλάδα βλακωδώς μετατρεπόταν από την πλέον φιλική προς τη Ρωσία ΝΑΤΟϊκή χώρα, σε ενεργούμενο των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.

Η Ρωσία δεν έχει συμφέρον από μια ευθεία σύγκρουση με την Τουρκία. Προκειμένου να ισορροπήσει μεταξύ των διεθνοπολιτικών συμφερόντων και της κοινής γνώμης της, κρατά χαμηλούς τόνους σε ένα ζήτημα μικρής πρακτικής σημασίας, αλλά υψηλής συμβολικής και συναισθηματικής αξίας, όπως είναι η Αγία Σοφία.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι ακόμα και μια τακτική συμμαχία Τουρκίας και Ρωσίας μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνη για την Ελλάδα. Πέρα από το διαφωτιστικό προηγούμενο της σύμπραξης της νεαρής Σοβιετικής Ένωσης (εναντίον της οποίας παρεμπιπτόντως είχαμε αποσταλεί και ελληνικό εκστρατευτικό σώμα) και του Κεμάλ, η Ρωσία αποτελεί όχι μόνο για λόγους ιστορικούς αλλά και σχετιζόμενους με σημερινές αποκλίνουσες επιδιώξεις των δύο κρατών, τον παράγοντα που μπορεί να ελέγξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό.

Αν η Ελλάδα διατηρούσε άλλη στάση, μέχρι ενός σημείου μπορεί να τροποποιούνταν και η στάση της Ρωσίας. Αν ήταν η Ελλάδα, αντί της Τουρκίας, η απρόβλεπτη ΝΑΤΟϊκή σύμμαχος, η ρωσική στάση θα άλλαζε στο βαθμό που θα έβλεπε στη χώρα μας έναν ισχυρό και εξισορροπητικό παράγοντα. Αυτό το τρένο εμείς επιλέγουμε να το χάσουμε.

Όπως άλλωστε επιλέγουμε να έχουμε ως κύρια περιφερειακή συμμαχία το Ισραήλ και παύουμε να διαθέτουμε στην πραγματικότητα αραβική πολιτική. Αν θέλουμε να “κουρδοποιηθούμε” – να “αδειαστούμε” δηλαδή όπως οι Κούρδοι της Συρίας – δεν μας φταίει κανένας.

Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνούμε ότι ακόμα και μετά την τραγική επιλογή Κοτζιά για απέλαση Ρώσων διπλωματών υπήρξαν κάποιες απόπειρες επανεκκίνησης των διμερών σχέσεων, στις οποίες ουδέποτε υπήρξε επαρκής ανταπόκριση από ελληνικής πλευράς.

Η ρωσική στάση και στο ζήτημα της Αγίας Σοφίας μας δείχνει, για ακόμα μία φορά, ότι σε έναν κόσμο διεθνών εντάσεων και συγκρούσεων, η μονομέρεια των επιλογών μας, κοστίζει.

Αντί να ψάχνουμε για “κακούς” και για “καλούς” ή να θεωρούμε ότι δικαιούμαστε της υποστήριξης όλων, όποτε εμείς τη θέλουμε, καλό είναι να αντιληφθούμε πού έχουμε φτάσει την εξωτερική μας πολιτική, ώστε να θεωρούμαστε τόσο δεδομένοι και άρα ασήμαντοι.

Αντί να κατηγορούμε τη Ρωσία γιατί δεν εκπληρώνει προφητείες της ελληνικής trash TV είναι ωφελιμότερο να εκπονήσουμε στρατηγική για συμμαχία κατά της αλλαγής συνόρων και του αναθεωρητισμού στην περιοχή. Μια τέτοια στρατηγική δεν περνάει μέσα από τις ΗΠΑ αλλά από διαφορετικές και πολύπλευρες συμμαχίες.