Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Πώς η πανδημία αλλάζει τον ρόλο του ΔΝΤ

Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας έχουν φέρει στην επιφάνεια μια σειρά ζητημάτων, με κύριο αυτό της διαχείρισης κρίσεων σε διεθνές επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή κρίση χρέους της περασμένης δεκαετίας κατάφερε άλλωστε, μεταξύ άλλων, να αναδείξει βασικές ελλείψεις του συστήματος αυτού τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από την επίσημη ίδρυσή του το 1945, στοχεύει, όπως καταγράφεται στο καταστατικό του, στη προώθηση μιας διεθνούς νομισματικής συνεργασίας, στη διευκόλυνση της επέκτασης και ισορροπημένης ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου καθώς και στην εγκαθίδρυση ενός πολυμερούς συστήματος πληρωμών. Ωστόσο, με την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods, ο σημαντικότερος ρόλος που ανέλαβε ήταν να προσφέρει οικονομική βοήθεια στα συμβαλλόμενα κράτη-μέλη που αντιμετώπιζαν σημαντικά προβλήματα στο ισοζύγιο πληρωμών. Πρακτικά, μια χώρα που δεν μπορούσε να αποπληρώσει τα χρέη της στρεφόταν πρώτα στο ΔΝΤ, το οποίο, θέτοντας ως προϋπόθεση οικονομικές μεταρρυθμίσεις, επισφράγιζε αυτή τη βοήθεια μέσω των ‘Stand-By Arrangements’. Υποθετικά, χωρίς τη χρηματοδότηση του ΔΝΤ, που αποσκοπεί στη διόρθωση προσωρινών προβλημάτων ρευστότητας, η χώρα και οι δανειστές της θα έρχονταν αντιμέτωποι με την προοπτική καθυστέρησης εκπλήρωσης μιας συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης, όπως είναι η μη αποπληρωμή δόσης ενός δανείου, η μη αποπληρωμή των κουπονιών ενός ομολόγου, ή οποιουδήποτε άλλου χρηματοοικονομικού μέσου.

Οι τελευταίες αναφορές του Ταμείου δεν παύουν συνεπώς να ασχολούνται με τη χρονική διάρκεια και ένταση της ύφεσης που επέφερε η πανδημία και τα επακόλουθα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Οι κρίσιμες παράμετροι για την ευκολία ή τη δυσκολία απορρόφησης των οικονομικών κραδασμών και η εξελικτική διαδικασία των παρεμβάσεων αναλύονται ωστόσο σε διαφορετικά κεφάλαια για τις ανεπτυγμένες (advanced) και τις αναδυόμενες (emerging) αγορές. Και ενώ το αντικείμενο των παρεμβάσεων παραμένει ίδιο τόσο στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες (developping) οικονομίες, δεδομένων των μακροοικονομικών, δημοσιονομικών και αναπτυξιακών περιορισμών τους, οι διαθέσιμοι πόροι για να την επίτευξη αυτών παραμένουν λιγοστοί. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, αρκετές χώρες θα βρεθούν αντιμέτωπες όχι μόνο με την υγειονομική κρίση αλλά και τα αλλεπάλληλα σοκ εξωτερικής χρηματοδότησης. Παραδείγματος χάριν, οι εμπορικά εξαρτώμενες χώρες, με την πτώση των τιμών των εμπορευμάτων, ίσως βρεθούν στο επίκεντρο διμερούς ή πολυμερούς βοήθειας στη προσπάθειά τους να μην θυσιάσουν δαπάνες απαραίτητες για την υγειονομική περίθαλψη στη δύσκολη διαδικασία αναπροσαρμογής. Και πράγματι, μέχρι και τον Ιούλιο του 2020, 77 κράτη-μέλη στράφηκαν στο ΔΝΤ για οικονομική βοήθεια.

Η κατάσταση παραμένει ιδιαιτέρως τεταμένη για πολλές χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, οι οποίες είτε είναι υπερχρεωμένες είτε διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο υπερχρέωσης. Στη Λατινική Αμερική, η Βενεζουέλα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, το Εκουαδόρ μετά από μαζικές διαδηλώσεις πέρυσι εγκατέλειψε πρόγραμμα του ΔΝΤ, ενώ η Αργεντινή, έχοντας λάβει το 2018 το μεγαλύτερο πακέτο διάσωσης στην ιστορία του Ταμείου, βρίσκεται ακόμη σε διαπραγματεύσεις με κλιμάκια του ΔΝΤ για τη διευθέτηση του χρέους της.

Πολλά από αυτά τα αναπτυσσόμενα κράτη, οι αγορές των οποίων, για να χρηματοδοτήσουν το δημόσιο χρέος τους ή τις παραγωγικές τους επενδύσεις, προσφέρουν ευκαιρίες τοποθετήσεων υψηλού μεν κινδύνου αλλά με επιτόκια και άλλες αποδόσεις πολύ υψηλότερες των αναπτυγμένων χωρών, βλέπουν την αυξανόμενη ζήτηση για πιο ασφαλείς επενδύσεις και τα ολοένα αυξανόμενα επίπεδα δανεισμού, ως απόρροια της πανδημίας, να περιορίζουν ασφυκτικά τον δημοσιονομικό τους χώρο.

Με τo οφειλόμενο χρέος σε ξένο συνάλλαγμα να εκτιμάται πάνω από 8.4 τρισ. δολάρια, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι πώς, και κυρίως ποιος θα φέρει το βάρος αποπληρωμής αυτού του χρέους. Και ενώ η προοπτική μιας καμπάνιας στα πρότυπα του ‘Jubilee debt movement’ που κατάφερε, μεταξύ 2000 και 2015, να κερδίσει ελάφρυνση χρέους της τάξης των 130 δισ. δολαρίων για τις αναπτυσσόμενες χώρες, φαντάζει μάλλον αρκετά αισιόδοξη, ένα άλλο πιθανό ενδεχόμενο αφορά την υλοποίηση ενός προγράμματος που θα βοηθήσει τις εκάστοτε κυβερνήσεις να αναδιαρθρώσουν τα χρέη τους.

Μετά την κρίση χρέους του 1980, όταν χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ανατολικής Ευρώπης και της Αφρικής αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα τραπεζικά τους δάνεια, η λύση που εφαρμόστηκε ήταν η έκδοση ομολόγων (Brady bonds), τα οποία μάλιστα έλαβαν το όνομά τους από τον τότε Υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ Nicholas Brady και αυτό όχι τυχαία, καθώς τα μη εξοφλούμενα δάνεια αυτών των χωρών μετατρέπονταν σε ομόλογα φέροντα σαν εχέγγυο (collateral) ομόλογα του θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ με μηδενικό επιτόκιο. Ουσιαστικά, η έκδοση διαπραγματεύσιμων τίτλων (tradable instruments) ύψους αρκετών δισ. δολαρίων δημιούργησε μια ρευστή δευτερογενή αγορά για κρατικά ομόλογα αναδυόμενων αγορών. Εν ολίγοις, το Brady plan του 1989 αποτέλεσε την αρχή στις συναλλαγές κρατικών ομολόγων, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.

Τότε, ωστόσο, γινόταν λόγος για εμπορικά τραπεζικά δάνεια, τα περισσότερα εξ αυτών μη εξυπηρετούμενα, ενώ αντιθέτως σήμερα οι αγορές αυτές είναι εκτεθειμένες σε ένα ευρύ φάσμα πιστωτών. Ένα σχέδιο ανακούφισης θα χρειαζόταν πρωτίστως την υποστήριξη εκατοντάδων διασκορπισμένων πιστωτών, από hedge funds της Νέας Υόρκης μέχρι κρατικά επενδυτικά ταμεία της Μέσης Ανατολής και συνταξιοδοτικά ταμεία της Ασίας.

Το ΔΝΤ διαθέτει στη φαρέτρα του δανειοδοτική ικανότητα ύψους ενός τρισ. δολαρίων. Από αυτά, 250 δισ. έχουν ήδη διατεθεί στα κράτη-μέλη του. Το βασικό σημείο που αξίζει να σταθούμε, και παραμένει ανοιχτό από την εμπλοκή του οργανισμού στα ευρωπαϊκά προγράμματα της προηγούμενης δεκαετίας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της Ελλάδας, αφορά τη διαχείριση αυτών των πόρων και τον σχεδιασμό προγραμμάτων που θα στοχεύουν πράγματι στη διόρθωση προσωρινών προβλημάτων ρευστότητας της εκάστοτε χώρας.

Η πανδημία λοιπόν ήρθε να αποτελέσει το τελευταίο σοκ στη ζήτηση των διαθέσιμων πόρων του Οργανισμού. Η εξελικτική διαδικασία των παρεμβάσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, και η στήριξη (ή έλλειψη αυτής) των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και παραγωγικών δομών που θα πληγούν από την ύφεση, παραμένουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, εάν ο τρόπος επίλυσης αυτής της κρίσης συμπέσει με την εφαρμογή νέων προγραμμάτων λιτότητας, τότε πάλι θα χρειαστεί να βρεθούμε αντιμέτωποι με τις τεράστιες προκλήσεις που αυτό θα επιφέρει σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας.