Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Τα σημαντικά κείμενα και γιατί τα χρειαζόμαστε

Είχαμε καιρό να δούμε τέτοια κείμενα· και ξαφνικά εμφανίστηκαν δύο μαζί. Από τελείως διαφορετικές υπογραφές, με τελείως διαφορετικές αφετηρίες και απόσταση μόλις λίγων ωρών μεταξύ τους. Και τα δύο υπήρξαν καθοριστικά στο πεδίο παρέμβασής τους και ανάγκασαν μία μεγάλη μάζα ενδιαφερόμενων να τα κυνηγήσουν για να τα διαβάσουν, αντί να περιμένουν να τα συναπαντήσουν σε κάποιο βαριεστημένο σκρολάρισμα. Και τα δύο πήραν προϋπάρχοντες θορύβους και τους συσπείρωσαν σε συγκρούσεις – αν και το χτύπημα που κατάφεραν στους εμπλεκόμενους ήταν τόσο ισχυρό, ώστε η πρώτη αντίδραση που προκάλεσαν να είναι ένα έντονο μούδιασμα.

Πρώτη ήρθε η μακροσκελής παρέμβαση του Ευγένιου Αρανίτση στη Lifo για τις κατηγορίες περί λογοκλοπής, οι οποίες προκαλούν κλιμακούμενες αναταραχές στον χώρο τον γραμμάτων τους τελευταίους μήνες. Ένα έξοχο δείγμα πολεμικής με προσεγμένη χρήση της χολής από τον “μεγαλύτερο εν ζωή τεχνίτη της πρόζας” όπως έγραψε κάποιος, που καθώς προχωρά μετατρέπεται σε ένα δριμύ κατηγορώ προς πάσα κατεύθυνση, προτού εκβάλλει σε ένα θεωρητικό μανιφέστο ενάντια στις σκληρύνσσεις που αδίκως ταλανίζουν την παραγωγή λόγου στην εποχή των υπερκειμένων. Και κατά την έξοδο, όλο αυτό το εντυπωσιακό οικοδόμημα πολλών χιλιάδων λέξεων, επανέρχεται για να καταρρεύσει πάνω στο κεφάλι του ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού που έχει δώσει το αρχικό έναυσμα για τη συγγραφή του, χαρίζοντας μια αίσθηση κυκλικής πληρότητας στον αναγνώστη.

Όχι μόνο αυτοί που τον παρακολουθούσαν από νωρίς, αλλά κι αυτοί που τη δεκαετία του 2000 ανακαλύψαμε την πέννα του Αρανίτση στην “Ελευθεροτυπία”, ως ένα από τα πρώτα μας εφηβικά και πρωτο-ενήλικα ερεθίσματα στον Τύπο, δεν νιώθουμε καμία έκπληξη που ένα τέτοιο αριστοτεχνικό πόνημα φέρει την υπογραφή του. Ενδεχομένως να μας έπιασε μερικώς μόνο απροετοίμαστους, καθώς μετά από μία περίοδο απόσυρσής του από τη δημοσιότητα, είχε επιστρέψει πιο εσωστρεφής και στοχαστικός. Δεν είχε χάσει την κριτική του οξύτητα, αλλά στα απύθμενα βάθη στα οποία κατέπεσε η σφαίρα των μέσων ενημέρωσης πριν μερικά χρόνια (από τα οποία μόνο μερικώς έχει ανελκυστεί σήμερα) έκρυψε την παραγωγή του πίσω από ένα συνδρομητικό blog, στο οποίο προσέτρεξαν μόνο οι μυημένοι, που δεν είχαν απορροφηθεί ολοκληρωτικά από τη λαϊκή οικονομολογία και πολιτική επιστήμη στην ακμή της κρίσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κείμενο το ίδιο δεν μας εξέπληξε. Έχουν περάσει τόσα χρόνια από την εποχή που μια παρέμβαση μπορούσε να επιτελέσει τον ρόλο μανιφέστου για τη γραφή που είναι μάλλον αδύνατο να εντοπίσουμε με ακρίβεια την τελευταία φορά που συνέβη. Η παρέμβαση Αρανίτση έχει πλέον γίνει το αναγκαστικό κέντρο κάθε σχετικής συζήτησης. Υπέρ ή κατά των θέσεων που εκφράζει, είναι εφεξής αδύνατο για ένα υπολογίσιμο διάστημα να ξεφύγει κανείς από τη συνδιαλλαγή με αυτό.

Δεν υπάρχει κάποια προφανής ομοιότητα που να μοιράζονται ο Ευγένιος Αρανίτσης και η Μαριάννα Κακαουνάκη. Όμως αντίστοιχη ήταν η σημασία του ρεπορτάζ που δημοσίευσε η τελευταία στην “Καθημερινή της Κυριακής” αποκαλύπτοντας τους διαλόγους του διορισμένου πραγματογνώμονα για το Μάτι με τον προϊστάμενό του στην Πυροσβεστική: είναι αδύνατο πλέον να μιλήσουμε για την τραγική πυρκαγιά, το πολιτικό κλίμα των τελευταίων ετών και την κατάσταση του κράτους, χωρίς να αναφερθούμε σε αυτό το ρεπορτάζ.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που υπήρξε καλή δημοσιογραφία για το Μάτι, όσο και αν αυτή αποτελεί την εξαίρεση. Τόσο ξένα όσο και εγχώρια μέσα παρήγαγαν λαμπρά ρεπορτάζ που έδωσαν στη δημοσιότητα ανεξερεύνητες πτυχές τόσο της τραγωδίας, όσο και των συνεπειών της. Σε ένα κλίμα όμως όπου δημοσιογράφοι και πολιτικοί αποφάσιζαν να στρέψουν το δάχτυλο κατά οποιουδήποτε με αποκλειστική βάση το γούστο και τις σκοπιμότητές τους, ενόσω ο καθηγητής Συνολάκης φαινόταν να γυρίζει κάθε λίγο τη ρουλέτα για να αποφασίσει πόσο χρόνο χρειαζόταν τελικά για να εκκενωθεί το Μάτι και επιφανείς παρουσιαστές (και παραλίγο υποψήφιοι με τη Νέα Δημοκρατία) πανηγύριζαν το εθνικό φρόνημα αρχών που οι μαρτυρίες κατηγορούσαν για την απραξία τους, ήταν δύσκολο η καλή δημοσιογραφική δουλειά να αναδειχθεί χωρίς να επιβαρύνεται από την εκμετάλλευσή της.

Προφανώς, το ίδιο το ρεπορτάζ της Μαριάννας Κακαουνάκη δεν θα μπορούσε να μην χρησιμοποιηθεί στις κεντρικές πολιτικές διενέξεις που ξεκίνησαν ήδη με την ανακοίνωσή του, πριν καν δημοσιευθεί. Η διαφορά είναι ότι οι πληροφορίες που έδωσε στη δημοσιότητα υπερβαίνουν τη μέχρι τώρα τοξική αντιπαράθεση. Ο πραγματογνώμων Δημήτρης Λιότσιος είναι πια η άκρη του νήματος που ξετυλίγει την υπόθεση της πυρκαγιάς. Είτε οι ισχυρισμοί του είτε η μερική έστω ανατροπή τους (γιατί το ηχητικό είναι μάλλον ξεκάθαρο) είναι που πηγαίνοντας από πρόσωπο σε πρόσωπο και από βαθμίδα σε βαθμίδα θα καθοδηγήσουν το πώς μελετούμε την όλη υπόθεση.

Και κατά κανόνα, όπου εισέρχονται τα δεδομένα, η τοξικότητα έχει καλύτερες πιθανότητες να υποχωρήσει.

Αυτό φαίνεται να διέφυγε στην πρώην υπουργό Όλγα Γεροβασίλη που έσπευσε να αντιμετωπίσει την πλάγια αναφορά στο πρόσωπό της με εξώδικο κατά της εφημερίδας και της συντάκτριας.

Κανείς δεν θέλησε να ασχοληθεί με το τι έκανε η ίδια. Το πραγματικό ερώτημα που έμεινε από το ρεπορτάζ και καλεί σε άμεση επίλυση είναι πώς γίνεται μεσαία στελέχη μιας υπηρεσίας που θεωρούνταν μέχρι πρότινος ανώδυνη να μπορούν να αποφασίζουν για τη ζωή και τον θάνατο ανθρώπων, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις ποταπές ενδοϋπηρεσιακές τους βλέψεις.

Συχνά ξεχνιέται, αλλά στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, έχουμε περισσότερη γραφή από ποτέ. Το ότι μπορεί να είναι μικρή και ταχεία όσο ένα tweet ή μια λεζάντα στο Instagram δεν το αλλάζει αυτό. Αρανίτσης και Κακαουνάκη έδειξαν με ριζικά διαφορετικά αντικείμενα και τρόπους ότι σε αυτή τη θάλασσα πληροφοριών, υπάρχει ακόμα το περιθώριο να προωθήσεις μία συζήτηση. Ας ελπίσουμε να μην μας έχουν χαρίσει απλώς ένα καλό Σαββατοκύριακο ανάμεσα σε εκατοντάδες κακά, χλιαρά ή αδιάφορα.