Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Η οικονομική διάσταση της διπλωματίας των εξοπλισμών

Τον τελευταίο μήνα και με αφορμή την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, τα πρωτοσέλιδα αρκετών μέσων ενημέρωσης μοιάζουν με τα ανάλογα των αθλητικών εφημερίδων τη μεταγραφική περίοδο. Τα δισεκατομμύρια για εξοπλιστικά προγράμματα πάνε και έρχονται και η λίστα με τι θα αγοραστεί για να κατατροπωθεί ο εχθρός θυμίζουν τους παικταράδες που θα αγοράσει ο πρόεδρος για να απογειώσει την ομάδα. Ποια είναι όμως η πραγματικότητα πίσω από τα νούμερα που ακούγονται και τι σημαίνει ένα νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα την επόμενη δεκαετία;

Καταρχάς, ας ξεκινήσουμε με τα οικονομικά της Άμυνας, πριν την ανακοίνωση του νέου εξοπλιστικού προγράμματος. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει το αργυρό μετάλλιο στις αμυντικές δαπάνες των χωρών του ΝΑΤΟ με 2,3% του ΑΕΠ (πρώτες οι ΗΠΑ) και συνολικό ποσό, γύρω στα 3,3 δισ. ευρώ ετησίως. Όμως για εξοπλισμούς διατίθεται ένα πολύ μικρότερο ποσό λίγο πάνω από 0,5 δισ. ετησίως, γιατί το μεγαλύτερο τμήμα χρηματοδοτεί μισθούς και συντάξεις στρατιωτικών. Η Ελλάδα συνεχίζει να είναι από τις ισχυρές στρατιωτικά χώρες σε σχέση με τα πληθυσμιακά και οικονομικά της μεγέθη, παρα την μείωση των αμυντικών δαπανών περίπου στο μισό λόγω της επιβολής των μνημονίων την περίοδο 2010-2019.

Σε σύγκριση με την Τουρκία, παρατηρούμε ότι οι αμυντικές δαπάνες της γειτονικής χώρας ξεπερνούν τα 14 δισ. ευρώ ετησίως και χάρη στην δομή του στρατιωτικοβιομηχανικού της συμπλέγματος δαπανά για εξοπλισμούς άνω των 4 δισ. ευρώ ετησίως. Οπότε υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο προβάδισμα της Τουρκίας σε πρώτο επίπεδο που θα σημάνει ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας στο μέλλον.

Η κυβέρνηση διαρρέει ότι θα προβεί σε ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα με αφορμή την πρόσφατη αύξηση της έντασης στην περιοχή, το οποίο κατ’ αρχάς τοποθετεί σε περίπου 10 δις την επόμενη δεκαετία. Το παραπάνω μεταφράζεται σε διπλασιασμό των εξοπλιστικών δαπανών από 0,5 σε 1 δισ. ετησίως. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλές φορές οι ανακοινώσεις έχουν και την διάσταση της άσκησης διπλωματίας μέσω των εξοπλισμών, οπότε υπάρχουν δύο κύρια ζητήματα που ανακύπτουν: πρώτον, αν το νούμερο είναι πραγματικό και δεύτερον ποια είναι η οικονομικοπολιτικη του διάσταση.

Με τα οικονομικά δεδομένα του 2020 και μετά την πανδημία, η αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με συνεχή αύξηση του δημοσίου χρέους όσες επιπλέον περικοπές και αν γίνουν.

Από ό,τι φαίνεται μέχρι στιγμής η κυβέρνηση έχει κλειδώσει προγράμματα για άμεσες προμήθειες γύρω στα 3 δισ., με το μεγαλύτερο μερίδιο να πηγαίνει στους Γάλλους. Γύρω στο ένα δισ. αφορά εκσυγχρονισμούς η αποκατάσταση ελλείψεων, που περιλαμβάνει αναβάθμιση πλοίων (400 εκατ.), τορπίλες (100+ εκατ.), υποστήριξη αεροσκαφών Μιράζ και όπλων τους (300 εκατ), υποστήριξη ελικοπτέρων ΝΗ 90 (80 εκατ), κτλ. Στο ποσό αυτό μάλλον θα προστεθεί άμεσα η δαπάνη 1,5 δισ. ευρώ για αγορά μεταχειρισμένων και νέων γαλλικών αεροσκαφών (Rafale), που με την μετέπειτα αναβάθμιση των μεταχειρισμένων θα αγγίξει τα 2 δισ. ευρώ. Αν υπολογίσουμε ότι ήδη η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί στις ΗΠΑ την αγορά 24 νέων αεροσκαφών stealth (F-35), η οποία αποτιμήθηκε σε 3 δισ. ευρώ, ενώ διαρρέει και την αγορά τεσσάρων νέων πλοίων με αυξημένες δυνατότητες με κόστος γύρω στο ένα δις έκαστο, καταλαβαίνουμε ότι αν η χώρα εισέλθει σε κούρσα εξοπλισμών τα 10 δισ. θα αποδειχθούν λίγα στο τέλος.

Το αμέσως επόμενο θέμα που προκύπτει είναι αν η χωρα μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο πρόγραμμα οικονομικά, πόσο μαλλον όταν βρίσκεται υπό επιτήρηση. Με τα οικονομικά δεδομένα του 2019 ενδεχομένως να ήταν εφικτό να χρησιμοποιηθεί το πλεόνασμα, με δυσβάστακτο βέβαια κόστος για τους συνταξιούχους και τα φτωχά στρώματα. Με τα οικονομικά δεδομένα όμως του 2020 και μετά την πανδημία, αυτή η αύξηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με συνεχή αύξηση του δημοσίου χρέους όσες επιπλέον περικοπές και αν γίνουν. Μπορεί αυτό να μην φανεί το 2020 λόγω άρσης των δημοσιονομικών περιορισμών (για αυτό και η κυβέρνηση βιάζεται να εντάξει δαπάνες εξοπλιστικών φέτος), αλλά από το 2021 θα τεθεί ζήτημα. Στα θέματα δε της οικονομικής επιτροπείας της χώρας ο ρόλος της Γερμανίας θα είναι κομβικός.

Η κυβέρνηση έχει βρεθεί σε αδιέξοδο. Η πλήρης ταύτιση με τις επιλογές της Ε.Ε., η αποδοχή του ρόλου του “καλού παιδιού”, η φαντασίωση ότι η ένταξη σε έναν άξονα με ΗΠΑ και Ισραήλ θα προωθήσει τα συμφέροντά της, αποκαλύπτει την γύμνια της με την ελληνοτουρκική κρίση. Κανένας από τους υποτιθέμενους συμμάχους μας, δηλαδή η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ δεν βάζει πλάτη, αλλά ουσιαστικά γέρνουν την πλάστιγγα σε έναν ετεροβαρή συμβιβασμό με την Τουρκία.

Η κυβέρνηση νομίζει ότι με την διπλωματία των εξοπλισμών θα αντισταθμίσει αυτή την πίεση, για αυτό και κλείνει συμφωνίες αρχικά με τους Γάλλους, οι οποίοι για δικούς τους λόγους θέλουν να κοντράρουν την πολιτική της Τουρκίας στην Μεσόγεια και στην Αφρική. Όμως το ειδικό βάρος της Γαλλίας δεν μπορεί να αντισταθμίσει την πολιτική επιρροή των ΗΠΑ ούτε την οικονομική επιρροή της Γερμανίας και των συμμάχων της στην Ε.Ε.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων ετών και η εγχώρια αστική τάξη δεν μπόρεσαν να χαράξουν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Υπάρχει πάντα ο αστάθμητος παράγοντας σε καταστάσεις όπως η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, αλλά οι επιλογές της κυβέρνησης δεν προμηνύουν τίποτα θετικό για τον ελληνικό λαό. Κατά πάσα πιθανότητα και το “νταβατζιλίκι” της διπλωματίας των εξοπλισμών θα πληρώσουμε (φυσικά όχι μόνο στους Γάλλους) και σε συμβιβασμό σύμφωνα με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και Γερμανίας θα συρθούμε. Εξάλλου είναι γνωστό ότι τα “αμφισβητούμενα οικόπεδα” αγοράζονται με μειωμένη αξία, αν θεωρήσουμε ότι τελικά υπάρχουν κοιτάσματα αερίου που είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα, ενώ σε κάθε περίπτωση η Ε.Ε έχει και την “επικαρπία” μέσω του Ταμείου Δημόσιας Περιουσίας.

Τα λαϊκά στρώματα θα πληρώσουν το κόστος, και για μια φορά ακόμα θα αποκαλυφθεί η υποκρισία της Ε.Ε η οποία όχι μόνο δεν στήριξε ένα μέλος της, αλλά εξαντλεί την αυστηρότητα σε μνημονιακά μέτρα όταν πληρώνει ο λαός και την αναιρεί όταν προκύπτουν δαπάνες από τις οποίες επωφελούνται οι εξαγωγείς όπλων.

Δεν αποκλείεται στο τέλος η αξία των εξοπλισμών που θα αγοράσουμε από την Ε.Ε να πλησιάσει το ύψος των επιδοτήσεων που μας αντιστοιχούν απο το Ταμείο Ανασυγκρότησης της Ε.Ε (περίπου 13 δισ.) και το οποίο υποτίθεται ότι είναι η τελευταία ευκαιρία για να αναπτυχθεί η χώρα.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων ετών και η εγχώρια αστική τάξη δεν μπόρεσαν να χαράξουν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για μια χώρα σαν την Ελλάδα που βρίσκεται στο ενδιάμεσο της Δύσης και της Ανατολής . Η βίαιη μετατόπιση από το ρόλο του “καλού παιδιού” της Ε.Ε και του “μεντεσέ” των ΗΠΑ και Ισραήλ στην περιοχή, σε μια διπλωματία εξοπλισμών με προβληματική οικονομία, δείχνει όλο το έλλειμμα κατεύθυνσης.