Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Οι Πομερανοί στην Ανατολική Μεσόγειο

Τον Αύγουστο του 1922, με διαφορά μερικών ημερών, δύο βαρυσήμαντα και ιστορικά άρθρα είδαν το φως της δημοσιότητας στον φιλοκυβερνητικό Τύπο της εποχής και συγκεκριμένα στη ναυαρχίδα του αντιβενιζελισμού, “Καθημερινή”. Το πρώτο, ανυπόγραφο, έμεινε στην ιστορία για τη φράση του ανώνυμου συντάκτη, που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν ο εκδότης Γεώργιος Βλάχος καθ’ υπαγόρευσιν του Δημήτριου Γούναρη, “η Ελλάς θα διαχειμάση οίκαδε” και το επίρρημα που προμήνυε την καταστροφική επιστροφή στο σπίτι για τους χιλιάδες στρατιώτες και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, ταυτίστηκε με τον τίτλο του.

Το δεύτερο ήταν ενυπόγραφο και έφερε αυτή τη φορά βαριά την αρθρογραφική και εκδοτική σφραγίδα του Βλάχου. Ο τίτλος του άρθρου ήταν “Οι Πομερανοί”, εθνολογικό δάνειο από μια φράση του καγκελάριου της Πρωσίας και της μετέπειτα ενωμένης Γερμανίας, Όττο φον Μπίσμαρκ (“Τα Βαλκάνια δεν αξίζουν τη ζωή ούτε ενός Πομερανού γρεναδιέρου”). Σε αυτό το άρθρο, και ενώ το άτακτο ιππικό του Μουσταφά Κεμάλ πασά είχε διασπάσει προ πολλού την ελληνική γραμμή άμυνας στην εξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ, καταδιώκοντας, σκοτώνοντας και αιχμαλωτίζοντας τους βραδυπορούντες και τους τσακισμένους, ψυχολογικά και σωματικά, Έλληνες στρατιώτες, ενώ τα υπολείμματα της ελληνικής εκστρατευτικής δύναμης Μικράς Ασίας υποχωρούσαν, πυρπολώντας, καταστρέφοντας και βιάζοντας, με προορισμό τις ακτές της Ιωνίας και ένα καράβι για την πατείς-με-πατώ-σε μεταφορά “οίκαδε”, ο Βλάχος υποστήριζε με σημαντική, πολιτική, στρατιωτική και διπλωματική καθυστέρηση, ότι “η Ελλάς δεν θα έχυνε πια το πολύτιμο αίμα της για τους μιναρέδες της Ανατολίας”.

Τα δύο προηγούμενα χρόνια και κυρίως μετά τη συντριπτική επικράτηση της αντιβενιζελικής και μοναρχικής, Ηνωμένης Αντιπολίτευσης στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, τέτοιου περιεχομένου άρθρα, που έκαναν είτε δριμεία κριτική είτε ήπια αναθεώρηση θέσεων για τον μικρασιατικό πόλεμο, την εμπλοκή της Ελλάδας στον διαμοιρασμό της Μικράς Ασίας στις Σέβρες και κυρίως τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις διαδοχικές κυβερνήσεις του αντιβενιζελισμού, που ήθελαν να φτάσουν στην Άγκυρα και την Κόκκινη Μηλιά, δεν υπήρχε περίπτωση να δημοσιευτούν. Και αν δημοσιεύονταν, όπως συνέβη με το “Δημοκρατικό Μανιφέστο” του Αλέξανδρου Παπαναστασίου στον “Ελεύθερο Τύπο” του Ανδρέα Καβαφάκη, τον Φλεβάρη του 1922, τότε ο μεν συγγραφέας συρόταν σε ταραχώδεις δίκες και καταδικαζόταν σε φυλάκιση με την κατηγορία της εξύβρισης του θρόνου, ο δε εκδότης έπεφτε θύμα δολοφονίας από παρακρατικούς και άγνωστους έως σήμερα μαχαιροβγάλτες, ως “προδότης της εθνικής αποστολής”.

Τόσο ο Βλάχος από τις στήλες της “Καθημερινής”, όσο και ο μετέπειτα συνεργάτης των ναζί, Άριστος Καμπάνης από τις στήλες της “Πρωτεύουσας”, επίσημου οργάνου του Λαϊκού Κόμματος του Γούναρη, επέμεναν, εκλαΐκευαν και επικοινωνούσαν στο αντιβενιζελικό αναγνωστικό κοινό τους την εθνική γραμμή της συνέχισης του πολέμου και της πορείας προς την Άγκυρα, προκειμένου η “μικρά αλλ’ έντιμος Ελλάς” να επιβάλει οριστικά και αμετάκλητα τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών και να κατοχυρώσει την κατοχή της Μικράς Ασίας από τα ελληνικά στρατεύματα απέναντι στο εθνικιστικό αντιστασιακό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ πασά, που είχε στραφεί τόσο ενάντια στην πολυεθνική ξενική κατοχή του μεγαλύτερου τμήματος της καταποντισμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και εναντίον της σουλτανικής κυβέρνησης ανδρεικέλων στην Κωνσταντινούπολη.

Η εκλαΐκευση των ταξικών θυσιών

Την περασμένη Κυριακή, 30 Αυγούστου, ακολουθώντας τη μακρά παράδοση του εκάστοτε φιλοκυβερνητικού Τύπου, που επικοινωνεί και εκλαϊκεύει στο αναγνωστικό κοινό του τις εκάστοτε εθνικές προτεραιότητες και “γραμμές”, ο διευθυντής της σημερινής “Καθημερινής”, Αλέξης Παπαχελάς υπενθύμισε την εθνική και κυβερνητική “σοβαρότητα” που απαιτείται για κρίσιμες αποφάσεις μπροστά σε ζητήματα “εθνικής ασφαλείας”.

“Η χώρα χρειάζεται επειγόντως ένα πρόγραμμα αναβάθμισης των αμυντικών δυνατοτήτων της, χωρίς μεσάζοντες, χωρίς όμως και ηλίθιους φραγμούς που βάζουν τρικλοποδιά”, συνέχιζε ο διευθυντής της εφημερίδας, υπονοώντας μάλλον ότι ανάμεσα στους “ηλίθιους φραγμούς” ανήκει και η επιχειρηματολογία ενάντια σε κάθε πολεμική ή διπλωματική αναμέτρηση για τις ΑΟΖ στη Μεσόγειο ή η αρθρογραφία εκείνη που δίνει έμφαση στην κατά προτεραιότητα αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού και όχι σε μια κούρσα εξοπλισμών στις δύο όχθες του Αιγαίου.

“Είμαστε σε ένα σημείο όπου ακόμη και η αναβολή άμεσης καταβολής των αναδρομικών συντάξεων θα έπρεπε να βρίσκεται στο τραπέζι, όσο βαρύ και αν είναι το πρόβλημα για μια μερίδα της κοινωνίας”, τόνιζε στη συνέχεια ο διευθυντής της “Καθημερινής”, στέλνοντας τον λογαριασμό για τις “αποφάσεις εθνικής ασφαλείας” και τις “στρατηγικές υποχρεώσεις της χώρας, που είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς αφορούν πλέον όχι μόνο το Αιγαίο, αλλά και την Ανατολική Μεσόγειο”, στα συνήθη υποζύγια: τους μισθωτούς του κόσμου της εργασίας και τους συνταξιούχους απόμαχους του κόσμου της εργασίας. Μια ολοφάνερα ταξικά φορτισμένη επιλογή. Το κόστος για τις “στρατηγικές επιλογές” της Ελλάδας, 98 χρόνια μετά το “Οίκαδε” και τους “Πομερανούς” του Βλάχου, στην ίδια εφημερίδα, αλλά με άλλο, εφοπλιστικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, βαραίνει αποκλειστικά και μόνο τον κόσμο της εργασίας, την Ελλάδα της δουλειάς και της ανεργίας, την Ελλάδα της “ελαστασφάλειας”, την Ελλάδα του αναιμικού κοινωνικού κράτους και της ταξικής εξουθένωσης.

Όσο κι αν ο πειρασμός για μια ταξική και man to man κριτική στην αρθρογραφία της “Καθημερινής της Κυριακής” εν καιρώ ειρήνης και ενόψει σφοδρού, διπλωματικού ου μην και κανονικού πολέμου είναι μεγάλος, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ορισμένες, θα λέγαμε, ανατριχιαστικές αναλογίες του σήμερα και του διαγκωνισμού για τις ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο με το τότε, της μικρασιατικής περιπέτειας και του διαμοιρασμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη Μέση Ανατολή και τη Μικρά Ασία, τονίζοντας ειδικότερα τη στάση των ξένων δυνάμεων, μικρών και μεγάλων, της εποχής.

Σήμερα, η Ελλάδα των τελευταίων μνημονιακών κυβερνήσεων, που συμμετείχε με ενθουσιασμό στη σύμπηξη συμμαχικού άξονα με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Κύπρο για τον επικαθορισμό των ΑΟΖ και με τις ευλογίες των ΗΠΑ (Exxon Mobil), της Γαλλίας (Total) και της Ιταλίας (ΕΝΙ), πιστεύει ότι διαθέτει το “διεθνές δίκαιο” με το μέρος της, και επειδή έχει πίσω της (;) σημαντικές και ισχυρές χώρες, που θα υποστηρίξουν (;) βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα “τις στρατηγικές υποχρεώσεις της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο”, για να θυμηθώ τον Παπαχελά.

Ήδη και η Γερμανία έχει κάνει αισθητή την παρουσία της, μέσω των παρεμβάσεων της καγκελαρίου Μέρκελ και του υπουργού Εξωτερικών, Χάικο Μάας, αν και δεν έχει άμεσο, πετρελαϊκό και εξορυκτικό ενδιαφέρον η ίδια. Παρόλα αυτά και για να μην ξεχνιόμαστε η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στην Ε.Ε., ο μεγαλύτερος άμεσος επενδυτής, παραδοσιακά, στην Τουρκία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα “καπρίτσια” και τα “σκαμπανεβάσματα” στην εξαρτημένη τουρκική οικονομία, το κατεξοχήν κράτος “αναδημιουργός” της Ευρώπης στη σκιά των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, και στη συγκυρία η χώρα που έχει προβεί στις μεγαλύτερες επενδύσεις, κρατικές ή μέσω ΣΔΙΤ, στον τομέα της άμυνας της, με τον ομοσπονδιακό στρατό του outsourcing και των διεθνών εξαγωγών να είναι η μεγαλύτερη εσωτερική πολιτική “επιτυχία” της Μέρκελ και της φον ντερ Λάιεν, προτού αυτή δώσει τη σκυτάλη στην Κραμπ-Καρενμπάουερ.

Η Ελλάδα μόνη της απέναντι στη νεοτουρκική αντίσταση

Ας επιστρέψουμε όμως στην Ελλάδα του ’22. Παρά τον μύθο που συνοδεύει τη χάρτινη χώρα “των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών” μετά τις πορσελάνινες Σέβρες, οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, πρώτα των βενιζελικών και μετά των αντιβενιζελικών, είχαν προειδοποιηθεί από τα πλέον αρμόδια χείλη ότι η επιβολή της Συνθήκης των Σεβρών στην νεοτουρκική, εθνικιστική επανάσταση της Σαμψούντας ήταν υπόθεση αποκλειστικά και μόνο της Ελλάδας.

Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Λόϋντ Τζωρτζ, είχε ρωτήσει επανειλημμένα πρώτα τον Βενιζέλο και κατόπιν τον Γούναρη, αν η Ελλάδα ήταν σε θέση “να επιβάλει τις Σέβρες, μόνη της, στους αντάρτες του Κεμάλ” – μόνη της. Και τις πέντε φορές, από τον Ιούλιο του 1920 έως την έσχατη ικεσία του πατρινού πολιτικού και υπουργού Πολέμου την άνοιξη του 1922 για βρετανική διαμεσολάβηση που θα οδηγούσε σε διπλό, “βελούδινο διαζύγιο” της μεν Ελλάδας από τον πόλεμο και την οικονομική καταστροφή, της δε Τουρκίας από τη Ζώνη Σμύρνης, ο Τζωρτζ έπαιρνε καταφατικές και χωρίς αστερίσκους ή ενδοιασμούς απαντήσεις, που αποδείχθηκαν καταστροφικές και αιματηρές αρνήσεις των πραγματικών, στρατιωτικών και οικονομικών δυνατοτήτων της Ελλάδας.

Στο ίδιο πλαίσιο, η περίφημη “υποστήριξη των ξένων δυνάμεων προς τα ελληνικά εθνικά δίκαια”, στον δρόμο προς τη Μεγάλη Ιδέα και την Πόλη, με ενδιάμεσο σταθμό την Άγκυρα, είχε σύντομη ημερομηνία λήξης και άλλες πολιτικές υστεροβουλίες ή γεωστρατηγικές επιδιώξεις: η προφασιστική Ιταλία ουδέποτε συγχώρησε τη φλογερά φιλοβενιζελική στάση της Βρετανίας, που είχε οδηγήσει στην, αρχικά αστυνομικού χαρακτήρα, απόβαση ελληνικού στρατού στο Κε της Σμύρνης τον Μάη του 1919. Η Ρώμη της εποχής διεκδικούσε την ίδια περιοχή και κυρίως το ίδιο κομβικό εμπορικό λιμάνι για το εθνικιστικό όνειρο της mare nostrum, που θα συνέδεε τα ιταλοκρατούμενα τότε Δωδεκάνησα με τη μικρασιατική ενδοχώρα – επιδίωξη που σε γενικές γραμμές προϋπήρχε του φασισμού και του Μουσολίνι.

Αντίστοιχα, η Γαλλία είχε προειδοποιήσει πολλές φορές ότι μια βαθιά διχασμένη χώρα ανάμεσα σε βενιζελικούς και κωνσταντινικούς δεν θα υποστηριζόταν από το Παρίσι στον Μικρασιατικό Πόλεμο, από τη στιγμή που οι αντίπαλοι του Βενιζέλου θα επανάφεραν τον Κωνσταντίνο στον θρόνο και θα εγκαθιστούσαν μια οιονεί στρατιωτική μοναρχία – όπως και έγινε μετά τις εκλογές του 1920 και την πανηγυρική για τους βασιλόφρονες επάνοδο του “στρατηλάτη” λίγες εβδομάδες μετά. Οι Γάλλοι όχι μόνο έπαψαν να υποστηρίζουν διπλωματικά την Ελλάδα της μικρασιατικής περιπέτειας, αλλά αποχώρησαν από τη ζώνη ευθύνης τους στην Κιλικία, παραδίδοντας σταδιακά όλα τα πυροβόλα και τα πυρομαχικά στους εκπροσώπους της κεμαλικής αντίστασης.

Η “επανάληψη” της Ιστορίας

Η Ιστορία διδάσκει ότι οι άνθρωποι δεν διδάσκονται τίποτα από την Ιστορία. Με αποτέλεσμα αυτή να επαναλαμβάνεται. Στις πιο δραματικές της στιγμές. Πολύ περισσότερο δεν διδάσκονται οι Έλληνες και ειδικότερα, οι ούτως ή άλλως αμαθείς και άβουλοι Έλληνες πολιτικοί.

Οι αναλογίες με το ’22 είναι ξανά ανατριχιαστικές. Ενώ υποτίθεται ότι υπάρχει ένας καταρχάς και στα χαρτιά περιφερειακός συνασπισμός ισχύος ανάμεσα στην Ελλάδα, το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο, η χώρα που καλείται να βγάλει το φίδι από την τρύπα και να αναμετρηθεί με την Τουρκία, είτε σε λεονταρισμούς, είτε από τα τηλεπαράθυρα, είτε με διάφορους γραφικούς οσο και επικίνδυνους πατριδαμύντορες, είτε διπλωματικά, είτε στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, είτε στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και της Χάγης, είτε στο απευκταίο σενάριο του πολύ “θερμού επεισοδίου”, είναι η πρώτη. Και μόνο η πρώτη.

Η χώρα που καλείται να συμπήξει συμμαχίες και να βαθύνει την εξάρτηση της από διάφορους διεθνείς “παίκτες” και εν προκειμένω το Ισραήλ, με αιχμή την “ανταλλαγή τεχνογνωσίας” στα πεδία της στρατιωτικής και ψηφιακής της τεχνολογίας, είναι ξανά η Ελλάδα. Πακέτο 10 δισ. ευρώ για άμεση αγορά ή ενοικίαση οπλικών συστημάτων στον αέρα και τη θάλασσα, με Rafale ή και φρεγάτες από τη “φίλη χώρα” του Εμανουέλ Μακρόν, δεν έχει εκπονήσει καμία άλλη πλην ξανά της Ελλάδας – την ώρα που κατά τα άλλα, στη διάρκεια της μνημονιακής δεκαετίας, έχουν εξαφανιστεί πάνω από 10 δισ. ευρώ από τον κοινωνικό προϋπολογισμό (το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, τη χρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, την πρόνοια, τα επιδόματα αναπηρίας, τις συντάξεις, τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη κτλ.).

Αν μάλιστα μεγαλώσουμε το “κάδρο” των διεθνών, γεωστρατηγικών εξελίξεων είναι εύλογες οι απορίες, κατά πόσον η στάση της “φίλης χώρας Γαλλίας” θα παραμείνει η ίδια, εφόσον αμβλυνθούν τα “προβληματάκια” που έχουν ανακύψει με την Τουρκία του Ερντογάν στη Βόρεια Αφρική και το πάλαι ποτέ Μαγρέμπ – την “πίσω αυλή” της γαλλικής ιμπεριαλιστικής μακράς χειρός. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Λιβύη θα μπορούσε να γίνει η “Κιλικία” του 21ου αιώνα. Για δε τις ΗΠΑ, η φαινομενική δυσαρμονία ανάμεσα στον Λευκό Οίκο του Τραμπ και το Καπιτώλιο των πλειοψηφικών Δημοκρατικών και του EastMedAct (που ανοίγει μεταξύ άλλων και τους εμπορικούς δρόμους αγοραπωλησίας όπλων προς την Κύπρο) εύκολα θεραπεύεται – μετά το κατεξοχήν “κράτος-πελάτη” που είναι η Ελλάδα, οι ΗΠΑ προσπαθούν να μετατρέψουν σε μικρό δορυφόρο του στρατιωτικοβιομηχανικού τους συμπλέγματος και τη Μεγαλόνησο, με πραγματικό στόχο την αποδιοργάνωση κάθε οικονομικής δραστηριότητας με προέλευση τη Ρωσία και όχι απλώς την όποια εκμετάλλευση των κοιτασμάτων καταρχάς επί χάρτου και διά των χρηματιστηριακών δεικτών, όπως αυτή διαφημίζεται έως σήμερα.

Αίμα Πομερανών και “αίμα” συνταξιούχων

Πέρα τούτων όμως, μια χώρα που αντιμετωπίζει τη χειρότερη ύφεση της μεταπολεμικής περιόδου, με βυθισμένο το 15,2% του ΑΕΠ της λόγω (και) της πανδημίας του κορονοϊού και χωρίς να έχουν προσμετρηθεί ακόμη οι απώλειες από τον τουρισμό, δεν είναι μια χώρα που υπό κανονικές συνθήκες θα έβγαινε σεργιάνι στις στρατιωτικές αγορές του κόσμου για να κάνει παραγγελίες ύψους 10 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, και ενώ ο φιλοκυβερνητικός και όχι μόνο αυτός Τύπος, που έχει μάθει να υπηρετεί αρχές και αξίες με σταθερότητα συνεχόμενων κυβιστήσεων θα αρχίσει να ξεσκονίζει τα αρχεία του για να διαπιστώσει το ένοχο και “καθ’ υπαγόρευσιν” παρελθόν του, το συμπέρασμα παραμένει ένα : Όπως η Ελλάς το ’22 δεν είχε τις “στρατηγικές υποχρεώσεις” για να χύνει το αίμα της μπροστά στους μιναρέδες της Ανατολίας, έτσι και η Ελλάς του 2020 δεν έχει καμία “στρατηγική υποχρέωση” να χύνει το οικονομικό “αίμα” της για τις γεωτρήσεις της Ανατολικής Μεσογείου.

Δεν χρειάζεται να θυσιαστούν άλλοι “Πομερανοί” για τις χίμαιρες μιας εξορυκτικής περιπέτειας που ακόμη και συνεπείς αρθρογράφοι της “εθνικής γραμμής” παραδέχονται πλέον ότι αποτελεί “έπαθλο το πολύ μιας εικοσαετίας κάτω από το πρίσμα των ραγδαίων προσαρμογών στην πράσινη οικονομία και τις δραματικές εξελίξεις της κλιματικής αλλαγής”.

Ο φίλος τουρκικός λαός το έχει θέσει πιο σκωπτικά σε μία παροιμία του: “Του Ρωμιού η γνώση, ύστερα έρχεται”. Για τον Γεώργιο Βλάχο, και γενικότερα την ελληνική, πολιτική τάξη, η γνώση το ’22 άργησε δύο και πλέον χρόνια – ο στόχος της Σμύρνης ως κλειδιού που θα άνοιγε τις πύλες της Κωνσταντινούπολης και θα έφερνε την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας είχε τεθεί καθαρά το 1914. Για τον Αλέξη Παπαχελά και τους άλλους εκλαϊκευτές και επικοινωνιολόγους της “εθνικής γραμμής” σήμερα, η γνώση είναι άγνωστο πότε θα έρθει.