Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Εκατό χρόνια Κομμουνιστικού Κινήματος στην Ινδία (Α’ μέρος)

Στις 17 Οκτωβρίου 2020, το Ινδικό κομμουνιστικό κίνημα ανατρέχει σε έναν αιώνα θαρραλέας αντίστασης κατά της τυρρανίας, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Ήταν ένας αιώνας θυσιών από εκατοντάδες χιλιάδες επαναστάτες του ινδικού κομμουνιστικού κινήματος που έδωσαν τη ζωή τους για το όνειρο μιας ίσης και πραγματικά δημοκρατικής κοινωνίας. Χιλιάδες στελέχη μαρτύρησαν σ’ αυτό το μονοπάτι και πολλοί ακόμη συνεχίζουν να προωθούν το όνειρο και τον αγώνα ενάντια στην κρατική καταστολή, τη βία και τις άπειρες απόπειρες ανατροπής.

Μέσα από την διακριτική πολιτική δουλειά τους, οι κομμουνιστές κινητοποίησαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους ώστε να επέλθουν σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία. Πολέμησαν σεκταριστικές θρησκευτικές διαμάχες και διακρίσεις σε κάστες, κινητοποίησαν εργάτες και χωρικούς να πολεμήσουν για τα δικαιώματά τους, και δούλεψαν για να αλλάξουν τη συνείδηση των ανθρώπων προς μια προοδευτική κατεύθυνση ώστε να κάνουν την κοινωνία πιο βιώσιμη για όλες τις περιθωριοποιημένες, εκμεταλλευμένες και καταπιεσμένες ομάδες πληθυσμών. Το κομμουνιστικό κίνημα γνωρίζει ότι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο μπορεί να τελειώσει μόνο με την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και την μετάβασή της προς τον κομμουνισμό – ο αγώνας γι’ αυτό το σκοπό συνεχίζει και στους δύσκολους καιρούς που η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει σήμερα.   

Οι Ινδοί κομμουνιστές είναι πατριώτες – η πρακτική τους είναι βαθιά ριζωμένη στις Ινδικές κοινωνικο-οικονομικές και πολιτιστικές πραγματικότητες. Ωστόσο βλέπουν την επαναστατική τους δράση στην Ινδία ως ένα αναπόσπαστο μέρος στο διεθνές αγώνα για την ανθρώπινη απελευθέρωση και χειραφέτηση. Πάντοτε έχουν επίγνωση ότι το όνειρό τους για ένα κομμουνιστικό μέλλον είναι ένα όνειρο που μοιράζονται με συντρόφους ανά τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι το Ινδικό κομμουνιστικό κίνημα υπήρξε πάντοτε διεθνιστικό. Με άλλα λόγια, υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των καταπιεσμένων ανθρώπων και εθνών σε όλο τον κόσμο, ακόμα κι όταν αυτή η στάση δεν ήταν δημοφιλής στη χώρα.

Επιπλέον, το ίδιο το ινδικό κομμουνιστικό κίνημα επηρεάστηκε αισθητά από την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) – ένα ένδοξο επεισόδιο στην ιστορία που απέφερε καρπούς όχι μόνο στον αγώνα κατά της Τσαρικής αυτοκρατορίας, αλλά σε όλα τα καταπιεσμένα έθνη. Ομάδα Ινδών επαναστατών που ήθελε να αποδιώξει την Βρετανική αποικιοκρατική κυριαρχία έφτασε στη Τασκένδη, στην τότε Σοβιετική Ένωση, από διάφορα μέρη του κόσμου. Με την βοήθεια του M.N. Roy – του Ινδού επαναστάτη που υπήρξε ιδρυτής του Μεξικανικού κομμουνιστικού κόμματος και που ήταν μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς – σχημάτισαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας στις 17 Οκτώβρη του 1920. 

Πέραν απ’ το εκτός συνόρων Κομμουνιστικό κόμμα της Ινδίας, διάσκορπες κομμουνιστικές ομάδες έκαναν την εμφάνισή τους σε διαφορετικά μέρη της ίδιας της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του 1920, υπό την ηγεσία κομμουνιστών όπως ο SA Dange στη Βομβάη, ο Muzaffar Ahmad στην Καλκούτα, ο M Singaravelu Chettiar στο Μαδράς και ο Ghulam Husain στη Λαχόρη. Οι δραστηριότητες του απόδημου Κομμουνιστικού κόμματος της Ινδίας, από κει και πέρα, χρησίμευαν για την παροχή θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης στο Μαρξισμό – Λενινισμό προς αυτές τις ομάδες.

Οι κομμουνιστές που ήρθαν σε επαφή με τον MN Roy διεξήγαν ένα ανοιχτό συνέδριο Ινδών κομμουνιστών στην πόλη Κανπούρ, στην σημερινή επαρχία του Ουταρ Πραντές, από τις 25 μέχρι τις 28 Δεκέμβρη του 1925 και αποφάσισαν τη δημιουργία Ινδικού κομμουνιστικού κόμματος με αρχηγείο στη Βομβάη. Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια σε Ινδικό έδαφος να σχηματιστεί ένα αμιγώς Ινδικό κομμουνιστικό κόμμα και θεωρείται από ένα μέρος Ινδών κομμουνιστών ότι σηματοδοτεί την αρχή του Ινδικού κομμουνιστικού κινήματος.

Τα Πρώτα Χρόνια

Οι Ινδοί κομμουνιστές ήθελαν να πετύχουν πλήρη ανεξαρτησία από την Βρετανική αποικιοκρατική κυριαρχία και να χτίσουν μια κοινωνία όπου οι εργάτες θα μπορούσαν να ελέγχουν το πεπρωμένο τους. Γι’ αυτούς, το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ζωντανή απόδειξη ότι αυτός ήταν ένα άμεσα δυνατός στόχος. Ανέλαβαν έντονο οργανωτικό έργο, που ενδυνάμωσε το κίνημα των εμπορικών σωματείων, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, στα αστικά κέντρα. Οι χρονιές 1928 και 1929 είδαν ένα κύμα απεργιών της εργατικής τάξης στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων παρατεταμένων αγώνων που διεξήγαγαν οι εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας της Βομβάης και οι εργάτες στους σιδηρόδρομους της Βεγγάλης.

Με την εμφάνιση των κομμουνιστών στον αντι-αποικιοκρατικό αγώνα, το Ινδικό Εθνικό Κονγκρέσο, που ηγείτο του Ινδικού Εθνικού κινήματος, αναγκάστηκε να υιοθετήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στη Βρετανική κυριαρχία – μια αναχώρηση από τη μετριοπαθή αντίσταση που είχε επιλέξει μέχρι τότε. Στη συνάντηση του Αχμενταμπάντ του Ινδικού Εθνικού ΚοΓκρέσου το 1921, δύο κομμουνιστές – ο Maulana Hasrat Mohani και ο Swami Kumaranand – πρότειναν ένα ψήφισμα που απαιτούσε απόλυτη ανεξαρτησία από την Βρετανική κυριαρχία. Αν και το Κογκρέσο απέρριψε το ψήφισμα, το γεγονός ότι ειπώθηκε σε μια συνεδρίαση και έτυχε σοβαρής αντιμετώπισης δείχνει ότι οι κομμουνιστικές ιδέες είχαν αρχίσει να έχουν αντίκτυπο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα.

Ανήσυχοι από τη διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών στην Ινδία και για τις επιπλοκές που αυτό θα επέφερε στην αυτοκρατορία τους, οι Βρετανοί ξεκίνησαν να συνομωτούν κατά των πρώτων κομμουνιστών. Μεταξύ του 1921 και του 1933, πολλοί σημαίνοντες κομμουνιστές ηγέτες της χώρας συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Η πιο εξέχουσα από αυτές τις περιπτώσεις ήταν η υπόθεση συνομωσίας της Meerut (1929-1933). Παρότι η υπόθεση ξεκίνησε για να καταστείλει το κομμουνιστικό κίνημα, παρείχε μια εξαιρετική πλατφόρμα για τους κομμουνιστές να διαδώσουν την μαρξιστική ιδεολογία, μέσα από την αίθουσα όπου τους δίκαζαν. Χρησιμοποίησαν την ευκαιρία εξηγώντας και υπερασπίζοντας ενθουσιωδώς το μαρξισμό στο δικαστήριο, με τη βοήθεια του μεγάλου ενδιαφέροντος που είχαν αυτές οι διαδικασίες για το ινδικό κοινό. Εικοσιεπτά από τους τριαντατρείς κατηγορούμενους καταδικάστηκαν και το 1934, η Βρετανική κυβέρνηση κήρυξε παράνομο το κομμουνιστικό κόμμα και όλες τις προσκείμενες σε αυτό οργανώσεις, μετατρέποντας σε ποινικό αδίκημα την ιδιότητα του μέλους του κόμματος. Οι κομμουνιστές συνέχισαν την επαναστατική τους δράση παράνομα, και το κόμμα συνέχισε να μεγαλώνει.  

Η επιτυχία της Σοβιετικής Ένωσης – ακόμα και εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, που έπληξε τον καπιταλιστικό κόσμο – έλκυε πολυάριθμους ανθρώπους ανά τον κόσμο στο σοσιαλισμό και το μαρξισμό. Η Ινδία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Παρότι το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν στην παρανομία, οι κομμουνιστές συνέχισαν να δουλεύουν σε διάφορους οργανισμούς που αποτελούσαν μέρος του Ινδικού εθνικού κινήματος, συμπεριλαμβανομένου και του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου. Συνέχιζαν κρυφά τις κομματικές τους δραστηριότητες και τις στρατολογήσεις. Πολλοί απ’ αυτούς που στρατολογήθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα εκείνη την εποχή της παρανομίας, θα αποτελέσουν αργότερα μερικούς από τους πιο διακεκριμένους ηγέτες του. Χρησιμοποιώντας όλα τα βήματα που τους παράσχονταν, εκ των οποίων ένα ήταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κογκρέσου (CSP, Congress Socialist Party, ένα αριστερό μπλοκ μέσα στο Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο), οι κομμουνιστές αφιερώθηκαν απόλυτα στην οργάνωση και κινητοποίηση διάφορων μαζικών και ταξικών οργανώσεων χωρικών, εργατών, μαθητών και διανοουμένων.

Η ανάπτυξη των μαζικών και ταξικών οργανώσεων

Καθώς ωρίμαζε το κίνημα, οι κομμουνιστές αναγνώρισαν τη σημασία της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, ώστε να επιτευχθεί η πλήρης ανεξαρτησία. Καταλάβαιναν το ρόλο που οι επαναστημένοι εργάτες μπορούν να έχουν στο να παραλύσουν τους μηχανισμούς της αποικιοκρατικής διοίκησης, καθώς και τις μεταφορές και επικοινωνίες. Ως αποτέλεσμα της κομμουνιστικής δραστηριότητας, ένα κύμα εργατικών απεργιών στις οποίες συμμετείχαν 606,000 εργάτες ξέσπασε σε όλη την Ινδία το 1937.

Πέραν από εργάτες, οι κομμουνιστές κατανοούσαν το ρόλο που μπορούσαν να παίξουν οι μαθητές, νέοι, και οι διανοούμενοι στο εθνικό κίνημα και προσπάθησαν να τους κινητοποιήσουν προς τον επαναστατικό σκοπό.

Ακόμη πιο σημαντικό στάθηκε πως οι κομμουνιστές συνειδητοποίησαν ότι, στην Ινδία, όπου πάνω από το 80% του πληθυσμού ανήκει σε αγροτικές κοινωνίες, η εθνική απελευθέρωση θα ήταν δυνατή μόνον αν οι αγρότες κινητοποιούνταν σε μεγάλη κλίμακα. Έτσι, το κομμουνιστικό κίνημα – που στα πρώτα του χρόνια έδρασε κυρίως σε αστικά κέντρα – άρχισε να αναπτύσσεται και στην αγροτική Ινδία.

Με αυτό κατά νου, οι κομμουνιστές δημιούργησαν έναν αριθμό μαζικών οργανώσεων το 1936: Την πανινδική Κισαν Σαμπχά (AIKS, All India Peasant Union, Ένωση Χωρικών όλης της Ινδίας), την Ομοσπονδία Φοιτητών της Ινδίας και την Ένωση Προοδευτικών Συγγραφέων, καθώς και τον Θεατρικό Σύνδεσμο του Ινδικού Λαού το 1943. Η πρώτη οργάνωση αγροτών ξεκίνησε επίσης από τους κομμουνιστές. Αυτές οι μαζικές οργανώσεις βόηθησαν στο να διοχετεύσουν την αναζήτηση διαφόρων ομάδων ανθρώπων που αναζητούσαν δικαιοσύνη και δικαιώματα προς μια επαναστατική συνείδηση.

Όταν το κομμουνιστικό κίνημα μπήκε για τα καλά στην αγροτική Ινδία, έπρεπε να αντιμετωπίσει την πολύ καλά εδραιωμένη ινδική φεουδαρχία – και κυρίως το αμάλγαμα των καστών και των τάξεων. Στην αγροτική Ινδία ήταν πανταχού παρούσα η εκμετάλλευση των χωρικών από την τάξη των ιδιοκτητών, τους δανειστές και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους. Στον χωρικό που καλλιέργησε τη σοδειά δεν απέμεινε σχεδόν τίποτα για να ταϊσει την οικογένειά του αφού έπρεπε πρώτα να πληρώσει τους ιδιοκτήτες και του δανειστές. Αναγκασμένοι να ζουν σε έναν κύκλο χρέους, αναπόφευκτα ένα μεγάλο μέρος των χωρικών έχασαν τη γη τους, και έγιναν κολλήγες. Η κατάσταση όσων δεν είχαν γη ήταν ακόμα χειρότερη, καθώς αυτοί άνηκαν κυρίως σε κάστες ανέγγιχτων, των νταλίρ, οι οποίο αναγκάστηκαν – μέσω του εκβιασμού, της σωματικής βίας και των κοινωνικών εθίμων που δημιουργούσαν οι κάστες – να παρέχουν δωρεάν εργασία και να βιώνουν μια κοινωνικά αποδεκτή (στην Ινδία) υπάνθρωπη ύπαρξη. Το πρώτο από τα πολλά θέματα με τα οποία καταπιάστηκαν οι κομμουνιστές στα χωριά ήταν αυτό των Ανέγγιχτων, κάτι που συνέδεσαν με θέματα όπως οι χαμηλοί μισθί και οι συνθήκες εξαναγκαστικής εργασίας.

Υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών, το κίνημα των χωρικών κέρδισε δύναμη. Ο αριθμός των μελών του κομμουνιστικού AΙΚS ανέβηκε από 600.000 το Μάη του 1938 σε 800.000 τον Απρίλη του 1939. Το κίνημα των χωρικών διατύπωσε μια σειρά αιτήματα, συμπεριλαμβάνοντας την κατάργηση της γαιοκτημοσύνης και την απόδοση της ιδοκτησίας της γης στους καλλιεργητές αγρότες, το τέλος της εξαναγκαστικής εργασίας και των παράνομων εξώσεων ενοικιαστών αγροτών από γαιοκτήμονες, την αναδιανομή της γης σε χωρικούς δίχως γη, ριζικές αλλαγές στο φορολογικό σύστημα της γης, και καλύτερες τιμές για τις σοδειές. 

Ενώ οι κομμουνιστές κινητοποίησαν τους χωρικούς, η ηγεσία του Κογκρέσου ήταν ανοιχτά ευθυγραμμισμένη με τους γαιοκτήμονες και τους αφεντάδες στα περισσότερα μέρη. Η τάξη των γαιοκτημόνων, μαζί με τους Ινδούς βιομήχανους, ήταν δύο πυλώνες υποστήριξης για το Κογκρέσο. Ως αποτέλεσμα, αυξήθηκαν οι εντάσεις ανάμεσα στους κομμουνιστές και τη δεξιά πτέρυγα του Κονγκρέσου. Οι επαρχιακές κυβερνήσεις, υπό την ηγεσία του Κογκρέσου, υποστήριξαν ανοιχτά τους γαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές. Εν τέλει, υπό την πίεση της δεξιάς πτέρυγας του Κογκρέσου, η ηγεσία του απέβαλλε τους κομμουνιστές. Έπειτα από αυτό, σύμφωνα με τον EMS Namboodiripad, έναν κομμουνιστή στοχαστή με κεντρικό ρόλο εκείνη την εποχή, και πρώτο πρωθυπουργό της πολιτείας της Κεράλας, “ορισμένες από τις πολιτειακές, περιφερειακές και τοπικές μονάδες του Κογκρέσου (συμπεριλαμβανομένων και όλων των μελών του στην Κεράλα) μετακινήθηκαν στο σύνολό τους από το Κογκρλεσο στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας”.   

 Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 

Όταν ξέσπασε ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος το 1939, η Βρετανία υποχρέωσε την Ινδία να συμμετάσχει στον πόλεμο δίχως να συμβουλευτεί τους αντιπροσώπους του Ινδικού λαού. Ο πόλεμος προκάλεσε τεράστιες κακουχίες στο λαό, αφού οι τιμές για βασικά αγαθά εκτοξεύτηκαν. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιτάχθηκε σθεναρά στον πόλεμο και οργάνωσε μαζικές διαδηλώσεις. Η Βρετανική κυβέρνηση άρχισε τις μαζικές συλλήψεις -ως το Μάη του 1941, σχεδόν όλη η ηγεσία του Κόμματος βρισκόταν στη φυλακή. 

Αλλά όταν η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση, στις 22 Ιουνίου 1941, ο χαρακτήρας του πολέμου μετετράπη από ενδο-ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε πόλεμο όλων των λαών κατά του φασισμού. Ο προλεταριακός διεθνισμός τώρα κάλεσε τα κομμουνιστικά κόμματα όλων των χωρών ‘’να αναγνωρίσουν ότι ο Χίτλερ/φασισμός ήταν ο κύριος εχθρός και ότι ο πόλεμος που διεξάγεται από την Σοβιετική Ένωση σε συμμαχία με την Βρετανία και την Αμερική ήταν ένας πόλεμος που έπρεπε να κερδηθεί από όλους τους λαούς, προς το συμφέρον της υπεράσπισης της βάσης της παγκόσμιας επανάστασης’’ (‘Ψήφισμα του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας, που αποστέλλεται σε όλα τα μέλη του κόμματος υπό την κάλυψη της επιστολής του κόμματος αριθ. 56 της 15ης Δεκεμβρίου 1941’). 

Το Κονγκρέσο ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους Βρετανούς, που προσέφεραν παραχωρήσεις – συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης της εξουσίας – αλλά μόνο μετά τον πόλεμο. Οι διαπραγματεύσεις  απέτυχαν. Η απειλή μιας Ιαπωνικής εισβολής φάνταζε μεγάλη καθώς οι Ιαπωνικές δυνάμεις προχωρούσαν προς την Ινδία και κατέλαβαν τις υπό Βρετανική κυριαρχία περιοχές της Σιγκαπούρης, της Βιρμανίας, της Μαλαισίας και των Νήσων Ανταμάν. Ωστόσο, το Κογκρέσο, το οποίο είχε από καιρό ξεκινήσει εκστρατεία ενάντια στον φασισμό, ξεκίνησε τώρα τον αγώνα για την έξοδο των Βρετανών από την Ινδία, απαιτώντας από τους αποικιοκράτες να «εγκαταλείψουν την Ινδία», ώστε να τους πιέσουν να αποδεχθούν γρήγορα συμβιβασμό.

Οι κομμουνιστές αντιτίθονταν στον  ψήφισμα για την έξοδο από την Ινδία της Επιτροπής του Κογκρέσου ολόκληρης της Ινδίας. Αντιμέτωποι με την παγκόσμια άνοδο των φασιστικών δυνάμεων, θεώρησαν ότι το κάλεσμα ήταν λάθος την δεδομένη στιγμή και ανησυχούσαν ότι οποιαδήποτε αποδυνάμωση των Συμμάχων θα αποδυνάμωνε και την αντιφασιστική πολεμική προσπάθεια. Αλλά, ο λαός ανυπομονούσε να εκδιώξει τους Βρετανούς αποικιοκράτες, και η στάση των κομμουνιστών αντιτίθονταν στο λαϊκό αίσθημα.

Αφότου η Ινδία κέρδισε την ανεξαρτησία της, αυτή η στάση επανεξετάστηκε από το Κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο κατέληξε ότι ήταν μεγάλο σφάλμα να αντιταχθούν στο λαϊκό αίσθημα και το κίνημα του Β’ ΠΠ ‘Έξω από την Ινδία’. Αν και υπερασπίζονταν τον αγώνα των λαών στη διεθνή σφαίρα, οι κομμουνιστές όφειλαν να υποστηρίξουν το δίκαιο αίτημα του Ινδικού λαού να ‘φύγουν από την Ινδία’ οι Βρετανοί αποικιοκράτες, κατέληξαν. 

Εν τω μεταξύ, όταν το Κογκρέσο ζήτησε επιτακτικά οι Βρετανοί να ‘εγκαταλείψουν την Ινδία’, οι περισσότεροι ηγέτες του συνελήφθησαν αμέσως, χωρίς να έχουν αποφασίσει καμία κατεύθυνση ή προετοιμασία σχετικά με το πως να συνεχιστεί ο αγώνας όταν έρθουν αντιμέτωποι  με καταστολή μεγάλης κλίμακας. Παρά την αντίθεσή τους στο κάλεσμα,  οι κομμουνιστές αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση των φυλακισμένων ηγετών του Κογκρέσου και απαίτησαν την δημιουργία μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Η έξοδος στην παρανομία του κομμουνιστικού κόμματος, που του είχε επιβληθεί δια νόμου το 1934, καταργήθηκε τον Ιούλιο του 1942 και οι κομμουνιστές απελευθερώθηκαν από τη φυλακή. Εν μέσω του πολέμου, ο φρικτός λιμός της Βεγγάλης του 1943-1944 προκάλεσε το θάνατο περισσότερων των τριών εκατομμυρίων ανθρώπων στη Βεγγάλη, την Ορίσα, το Μπιχάρ και την Ασσάμ. Όπως επεσήμανε ο οικονομολόγος Utsa Patnaik, ο λιμός ήταν το αποτέλεσμα μιας σκόπιμης πολιτικής των Βρετανών που κατέφυγαν στον πληθωρισμό κέρδους ώστε «να αυξήσουν τους πόρους από τον ινδικό πληθυσμό περιορίζοντας τη μαζική κατανάλωση, με σκοπό να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος των συμμάχων στη Νότια Ασία με την Ιαπωνία». Εκείνη την περίοδο, οι κομμουνιστές συμμετείχαν ενεργά στην προμήθεια και διανομή βασικών προϊόντων. Το Κόμμα αγωνίστηκε για να χτίσει ένα κίνημα ενάντια σε ομάδες εμπόρων και γαιοκτημόνων που συσσώρευαν σιτηρά τροφίμων και άλλα βασικά προϊόντα, και να αποκαλύψει τον αντι-λαϊκό χαρακτήρα των Βρετανών αποικιοκρατών που ευνοούσαν αυτούς τους εκμεταλλευτές. Η  Επιτροπή Αυτοάμυνας των Γυναικών (Mahila Atma Raksha Samiti) ιδρύθηκε τότε, για να σώσει τις νέες γυναίκες από σωματέμπόρους.  Εθελοντές και ιατρικές ομάδες κινητοποιήθηκαν και στάλθηκαν όπου χρειαζοταν να ανακουφίσουν τον πληθυσμό. Ως αποτέλεσμα αυτής της ακούραστης παρουσίας και δουλειάς, και παρότι υιοθέτησαν μια μη δημοφιλή στάση στον πόλεμο, οι κομμουνιστές διατήρησαν την δύναμή τους, παραμένοντας ανεξάρτητοι, και η μαζική υποστήριξη προς το Κόμμα αυξήθηκε σημαντικά.

Το μεταπολεμικό κύμα

Στη μεταπολεμική περίοδο ξεκίνησε ένα κύμα μαζικών αγώνων στην Ινδία, πολλοί απ’ τους οποίους καθοδηγήθηκαν από το κομμουνιστικό κόμμα. Η δύναμη που το Κομμουνιστικό κόμμα απέκτησε σε πολλές περιοχές κατά τον πόλεμο, εκφραζόταν τώρα σε μαζικές δράσεις.

Ένα κύμα αγώνων της εργατικής τάξης επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα ως απάντηση στην απόλυση ή τη μείωση των αμοιβών πέντε ως επτά εκατομμυρίων εργατών και το αυξανόμενο κόστος ζωής καθώς και σε απάντηση στο κάλεσμα ενδυνάμωσης του αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Ανάμεσα στις σημαντικότερες δράσεις της εργατικής τάξης ήταν οι απεργίες στα ταχυδρομεία, τον τηλέγραφο και των σιδηροδρομικών και εργατών σιδηροδρόμων το 1946.

Η ανταρσία των κατώτερων αξιωματικών του Ινδικού Βασιλικού Ναυτικού (RIN) το Φλεβάρη του 1946 ήταν ένα σημαδιακό γεγονός. Οι κατώτεροι αξιωματικοί της Βομβάης που απήργησαν ύψωσαν την κόκκινη σημαία μαζί με σημαίες άλλων κομμάτων στο εθνικό κίνημα. Πήραν τα όπλα και συνέλαβαν τους ανώτερους αξιωματικούς τους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριξε την εξέγερση και κάλεσε σε γενική απεργία στις 22 Φεβρουαρίου 1946. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες απήργησαν, έμποροι έκλεισαν τα καταστήματά τους και μαθητές μποϊκοτάρισαν μαθήματα. Εν τέλει, οι επαναστατημένοι κατώτεροι αξιωματικοί παραδόθηκαν στις 23 Φλεβάρη – ωστόσο, η η λαϊκή υποστήριξη που συγκέντρωσαν ως αποτέλεσμα της κομμουνιστικής εκστρατείας απέτρεψε την εξόντωσή τους. 

Υπό την ηγεσία των κομμουνιστών, αυτή την περίοδο, μαζικές κινητοποιήσεις χωρικών ενάντια στην εκμετάλλευση των γαιοκτημόνων εξαπλώθηκαν σε πολλές περιοχές της Ινδίας. Παντού, το Κόμμα απαιτούσε την εξάλειψη των διαφόρων μορφών οικονομικής και κοινωνικής καταπίεσης που μάστιζαν τα ινδικά χωριά για αιώνες. Σε ορισμένα μέρη, οι κινητοποιήσεις πήραν τη μορφή ένοπλων εξεγέρσεων υπό την ηγεσία των κομμουνιστών. Μαζικές κινητοποιήσεις αντρών και γυναικών χωρικών συντάραξαν την Άντρα, την Τελάνγκα, το Ταμίλ Ναντού, την Κεράλα και τη Μαχαράστρα ως τη Βεγγάλη, την Ασσάμ, την Τρίπουρα και το Κασμίρ. Οι κινητοποιήσεις συγκλόνισαν τις άρχουσες τάξεις, οι οποίες χρησιμοποίησαν ακραία βία για να τις καταστείλουν. Τελικά, οι αγρότες κέρδισαν πολλά από τα δικαιώματα για τα οποία αγωνίστηκαν, ενισχύοντας περαιτέρω το κομμουνιστικό κίνημα.

Το κίνημα Tebhaga

Το κίνημα Τebhaga ήταν μια μαζική εξέγερση χωρικών στη Βεγγάλη υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας, και υπό την σημαία του AΙΚS, από το 1946 έως το 1950. Σε αυτή την περιοχή, οι καλλιεργητές είχαν το δικαίωμα να κρατήσουν μόνο τα μισά από την παραγωγή τους. Τα υπόλοιπα πήγαιναν στους γαιοκτήμονες. Το κίνημα του Tebhaga απαίτησε να αυξηθεί το μερίδιο των καλλιεργητών στα δύο τρίτα και να μειωθούν τα ενοίκια. Η λέξη η ίδια, Tebhaga, σημαίνει κυριολεκτικά “τρία μερίδια”, και αναφέρεται στο αίτημα η συγκομιδή να χωρίζεται στα τρία, με δύο από τα τρία μερίδια να πηγαίνουν στους καλλιεργητές. Το κίνημα έλαβε χώρα σε μια εποχή που σημειώνονταν διαθρησκευτικές ταραχές στην Καλκούτα και στην περιφέρεια Νοακάλι στο ανατολικό τμήμα της Βεγγάλης. Σε αντίθεση με αυτές, το κίνημα Τebhaga έδωσε ένα ένδοξο παράδειγμα ενότητας ινδουιστών-μουσουλμάνων βασισμένο στην ταξική πάλη, και οι περιοχές όπου το ΑΙKS είχε επιρροή δεν έζησαν τέτοιες ταραχές. Ινδουιστές, Μουσουλμάνοι, άνδρες και γυναίκες από τοπικές φυλές, ήταν ανάμεσα στους 73 ανθρώπους που δολοφονήθηκαν από την αστυνομία στη διάρκεια αυτού του αγώνα. Παρά τη βίαιη καταστολή ,από το υπουργείο της Μουσουλμανικής Συμμαχίας στη Βεγγάλη, οι καλλιεργητές κέρδισαν και εδραίωσαν όσα απαιτούσε το κίνημα Τebhaga σε πολλές περιοχές.

Ο ένοπλος αγώνας της Τελανγκάνα

Ο ένοπλος αγώνας της Τελανγκάνα, από το 1946 εώς το 1951, στην ομώνυμη περιοχή που μιλούσε την Τελούγκου και ήταν τότε μέρος της Ιντεραμπάντ, ήταν η μεγαλύτερη εξέγερση, υπό την ηγεσία των κομμουνιστών, που πραγματοποιήθηκε ποτέ, σε ολόκληρη στην ιστορία της Ινδίας. Κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας, η Ινδία είχε εκατοντάδες περιοχές που δεν βρίσκονταν υπό άμεση βρετανική κυριαρχία, δηλαδή πολιτείες που παρέμεναν σε υποτελή συμμαχία με τους Βρετανούς. Η Ιντεραμπάντ, που την κυβερνούσε ένας μονάρχης με τον τίτλο Νιζάμ, ήταν μια τέτοια πολιτεία-πριγκηπάτο. Ο αγώνας της Τελανγκάνα, υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, στράφηκε ενάντια στην αυταρχική διακυβένηση του Νιζάμ και ενάντια στη φεουδαρχική εκμετάλλευση από τους γαιοκτήμονες. Ο αγώνας ξεκίνησε με αιτήματα για την κατάργηση των άδικων φόρων και της καταναγκαστικής εργασίας (vetti), απαιτώντας παροχή τίτλων στους αγρότες που καλλιεργούσαν τη γη. Καθώς η κομμουνιστική κινητοποίηση ενδυναμώθηκε, η καταστολή, η βία και οι δολοφονίες κομμουνιστών τόσο από τους Ρατζακάρ (τους στρατιώτες του Νιζάμ) όσο και από την αστυνομία εντάθηκαν, οδηγώντας το λαό σε ένοπλη αντίσταση. Στην κορύφωση του ένοπλου αγώνα, το κίνημα είχε τον πλήρη έλεγχο 3.000 χωριών με συνολικό πληθυσμό άνω των τριών εκατομμυρίων. Ως αποτέλεσμα αυτού του αγώνα, εν τέλει ένα εκατομμύριο στρέμματα γης αποδόθηκαν και κατανεμήθηκαν στους αγρότες. Η καταναγκαστική εργασία καταργήθηκε, ο ημερήσιος μισθός των εργατών αυξήθηκε και επιβλήθηκε κατώτατος μισθός. Η εκπαίδευση, η υγεία και άλλες υπηρεσίες οργανώθηκαν σε αυτά τα χωριά απ’ το λαό μέσω αυτο-οργανωμένων επιτροπών.

Η κυβέρνηση του Κονγκρέσου εξαπέλυσε “αστυνομική δράση’ στις 13 Σεπτέμβρη του 1948 για να καταστείλει τον κομμουνιστικό αγώνα και να εξαναγκάσει τον Νιζάμ να ενταχθεί στην Ινδική Ένωση. Ο Νιζάμ παραδόθηκε και ακολούθησε η συγχώνευση της πολιτείας Ιντεραμπάντ με την Ινδία. Όμως αυτό δεν τους ήταν αρκετό. Ο Ινδικός στρατός εισέβαλε στα χωριά για να συντρίψει τον αγώνα των χωρικών. Οι γαιοκτήμονες και οι πρώην περιφερειακοί διαχειριστές του Νιζάμ επέστρεψαν στα χωριά, μαζί με τον Ινδικό στρατό και την αστυνομία, για να αποκαταστήσουν τους γαιοκτήμονες. Ο λαός αντιστάθηκε επιτυχώς σε πολλά μέρη. Περίπου 4.000 κομμουνιστές και αγωνιστές αγρότες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και της καταστολής, και περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι ρίχτηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές όπου βασανίζονταν επί χρόνια.

Η εξέγερση των Πουνάπρα και Βαγιαλάρ

Το Πουνάπρα και το Βαγιαλάρ, δυό χωριά στην περιφέρεια Αλαπούζα της Κεράλας, έγιναν τα επίκεντρα ενός μεγάλου αγώνα το 1946 ενάντια στην αυταρχική διακυβέρνηση του βασιλιά του Τραβανκόρ και του πρωθυπουργού του. Το Τραβανκόρ ήταν ένα πριγκηπάτο όπως η Ιντεραμπάντ. Οι ηγέτες του προσπαθούσαν να αποφύγουν την ένταξη στην ανεξάρτητη Ινδία, προτιμώντας αντίθετα να υιοθετήσουν το «αμερικανικό μοντέλο», όπως το έλεγαν, με έναν εκτελεστικό Πρόεδρο, αρνούμενοι το κοινοβουλευτικό σύστημα που υιοθέτησε η Ινδία. Η άρνηση των ηγεμόνων του Τραβανκόρ να κάνουν δεκτό το αίτημα για μια κυβέρνηση υπόλογη σε εκλεγμένους νομοθέτες και η κίνηση επιβολής του «αμερικανικού μοντέλου» προκάλεσε την αντίδραση της εργατικής τάξης με επικεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα. Λυσσώδεις ήταν οι μάχες μεταξύ εργατών και της ένοπλης αστυνομίας, που δολοφόνησε αρκετές εκατοντάδες εργαζόμενους από τις 24 Οκτωβρίου έως τις 27 Οκτωβρίου. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να φύγει από το Τραβανκόρ ταπεινωμένος, και το άμεσο πολιτικό αίτημα για μια δημοκρατική κυβέρνηση έγινε πραγματικότητα με το Τραβανκόρ να γίνεται μέρος της Ινδίας. Ο αγώνας έθεσε επίσης σε κίνηση τη διαδικασία για τον σχηματισμό του ενωμένου γλωσσικού κράτους της Κεράλας, με τη συγχώνευση των περιοχών που μιλούν Μαλαγιαλάμ: τα πρώην πριγκηπάτα του Τραβανκόρ και του Κοκίν, και την περιφέρεια Μαλαμπάρ του Μαδράς, που ήταν υπό άμεση Βρετανική κυριαρχία.

Εκατό χρόνια Κομμουνιστικού Κινήματος στην Ινδία (Β’ μέρος)

Το κείμενο, που λόγω μεγέθους θα δημοσιεύσουμε σε τρία μέρη, πρωτοδημοσιεύτηκε στα αγγλικά στo ινδικό περιοδικό Tricontinental. Μετάφραση στα ελληνικά, Μάνος Βεντούρας.