Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Το “Σύνταγμα της Ηδονής” στην Πλατεία Βαρνάβα

Αν κάτι αξίζει τον απεριόριστο θαυμασμό μας ως συνολικό φαινόμενο, αλλά τον αμείλικτο οίκτο μας ως μεμονωμένη πρακτική είναι η επιμονή με την οποία οι δύο κυρίαρχες φυλές της παρούσας κρίσης, οι “ψεκασμένοι” και οι “μενουμεσπιτάκηδες”, μηρυκάζουν τα δεδομένα που “αποδεικνύουν” τους ισχυρισμούς τους, κομίζοντας συνεχώς “αδιάσειστα στοιχεία” από την “πραγματική επιστήμη”. Η μόνη υπηρεσία, δε, που ο ανούσιος σχολαστικισμός τους παρέχει στο ευρύ κοινό είναι η ψυχαγωγία. Γιατί είναι πράγματι αστείο, απέναντι στην τραγικότητα των τεκτονικών αλλαγών της περιόδου, να βλέπεις να προτάσσεται ως μοναδικό όπλο και ασπίδα μαζί ο εκλογικευμένος ψυχαναγκασμός.

Η αλήθεια είναι ότι αν θέλαμε να είμαστε λίγο γενναιόδωροι με τη συμπάθεια που μπορούμε να δείξουμε, αυτή θα την άξιζε ένα κομμάτι των “ψεκασμένων”. Όχι φυσικά οι όψιμοι υπόδικοι νεοναζί που με κληρονομημένη την ψυχροπολεμική παράδοση των προγόνων τους είδαν την κρίση ως ευκαιρία να κάνουν τους εγχώριους πρέσβεις της ατζέντας Τραμπ. Αλλά το τμήμα τους εκείνο που ορθώς διαισθάνεται ότι η πολιτική διαχείρισης του Covid-19 κρύβει στα θεμέλια της μία βαριά απαξίωση της ύπαρξής του, παρά τις πατερναλιστικές εξαγγελίες περί του αντιθέτου. Αυτοί που νιώθουν ότι τους αφαιρέθηκε εκ των προτέρων η δυνατότητα να μοιραστούν την ευθύνη (και άρα το βάρος της επιλογής) της προστασίας των κοινοτήτων τους. Που διέκριναν τη λοιδωρία των κυβερνώντων, όταν τους απεύθυναν τον λόγο και όταν προέβαιναν σε κάθε νέο εντυπωσιοθηρικό μέτρο με πρωτεύοντα σκοπό την παραγωγή τίτλων ειδήσεων.

Αυτό το κομμάτι των “ψεκασμένων” αξίζει μια κάποια συμπάθεια, αν μη τι άλλο γιατί η υγιής του δυσπιστία έγινε ανθυγιεινή μέσα από τη στέρηση των αντιληπτικών του εργαλείων. Είναι τα αυθεντικά τέκνα της επέλασης του τεχνοκρατισμού που απαιτεί η ιατρική να είναι μία, η δημοσιογραφία να είναι μία και η οικονομική πολιτική επίσης μία. Έχουν εγκολπωθεί το βασικό μήνυμα, απλώς αδυνατούν να δεχθούν ότι αυτή η μία επιστήμη, δημοσιογραφία και οικονομική πολιτική που θα διαλέξουν είναι η κυρίαρχη. Και αυτό είναι λογικό, καθώς ζουν σε έναν κόσμο όπου τα πιο θανατηφόρα fake news τα δημοσίευσαν οι New York Times και όχι το Breitbart, όπου η επιστήμη καταχράται συστηματικά το όποιο κύρος της και όπου η οικονομική πολιτική του σύγχρονου “ρεαλισμού” εγκυμονεί μόνο υποβάθμιση, αποξένωση, δυστυχία και αδιέξοδα.

Έπρεπε να φτάσουμε στην πανδημία προκειμένου η χυδαιότητα να αγγίξει το ακρότατο σημείο της: την εργαλειοποίηση της ευγενέστερης των αξιών, της αλληλεγγύης.

Η εκτροπή των “ψεκασμένων” είναι αποτέλεσμα του καταρρέοντος status quo μιας ουροβόρας νεωτερικής αυθεντίας. Οι “μενουμεσπιτάκηδες” από την άλλη δεν έχουν κανένα τέτοιο ελαφρυντικό. Ως προνομιούχοι απολογητές ενός θνήσκοντος κοινωνικού συμβολαίου, απαιτούν η κολακεία για τα ρούχα του γυμνού Βασιλιά να είναι καθολική και ομόφωνη. Και ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου το κωμικοτραγικό πείραμα της “κυβέρνησης της Αριστεράς” βασίστηκε στην ιδέα ότι αρκούν τα νταούλια και τα ντίλια για να υποκαταστήσουν την αποτελεσματική παραγωγή πολιτικής από τα κάτω, πολλοί από τους “μενουμεσπιτάκηδες” επιζητούν διακαώς σκληρά και οριζόντια μέτρα από καθαρή νοσταλγία για τη χαμένη ευκαιρία να είναι αυτοί οι διαχειριστές ενός απονευρωμένου πληθυσμού – που και πάλι θα όφειλε να στερηθεί την οργανωμένη και συλλογική αυτενέργειά του.

Η απουσία μίας διεξόδου γίνεται όλο και πιο κραυγαλέα, ιδίως από τη στιγμή που είτε με “κανονικότητα”, είτε με υγειονομική κρίση, το μόνο που έχει να καθοδηγήσει τη μεγάλη πολιτική της εποχής είναι η μικρορρύθμιση της ζωής, η πίεση προς την εθελούσια παραίτηση από τις απολαύσεις και η συρρίκνωση της κοινωνικότητας μέχρι την οριστική κατάργησή της.

Άλλωστε επί “κανονικότητας” ήταν που ήρθε ο αντικαπνιστικός νόμος και που σχεδιαζόταν το “νομοσχέδιο για τον περιορισμό του αλκοόλ” και ο “νέος Παπαθεμελής” για τον περιορισμό των ωραρίων στη διασκέδαση. Επί “κανονικότητας” ήταν που η πολιτική ηγεσία ξαμόλησε τους ένστολους να επιτίθενται ασύδοτα κατά πιτσιρικάδων και επί “κανονικότητας” ήταν που ξεκίνησε το πογκρόμ στις καταλήψεις, τα μόνα ζωντανά κύτταρα κουλτούρας και πολιτικής στη χώρα. Επί “κανονικότητας” ήταν που ήρθε η γραφειοκρατικοποίηση της καθημερινής ζωής, η παγίδα του χρέους, η βιομηχανία της κατάθλιψης, το management της διασκέδασης, η διάλυση των κοινοτήτων. Επί “κανονικότητας” ήταν που οι πόλεις μετατράπηκαν σε ξενοδοχειακές φούσκες αποδιώχνοντας τη μόνιμή ζωή τους και η εργασία σε bullshit jobs, κατά τον ορισμό του πρόσφατα αποθανόντος Ντέιβιντ Γκρέμπερ.

Ένα θεόρατο κενό δεσπόζει στο πολιτικό τόξο, εκεί που θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται ο φορέας που θα χτίζει την πολιτική του στη βάση των απολαύσεων.

Σε αυτή την πολιτική ροπή που υπερβαίνει τα σύνορα της χώρας, ο ρόλος του ευρύτερου χώρου που εκτείνεται στα αριστερά του εκάστοτε κέντρου ήταν η συναίνεση. Απ’ όταν η πολιτική οργάνωση αντικαταστάθηκε από τη διαμεσολαβημένη τεχνοκρατία της “κοινωνίας των πολιτών”, οι από-κάτω έγιναν από υποκείμενο χειραφέτησης, πρόβλημα προς επίλυση. Έπρεπε να φτάσουμε όμως στην πανδημία προκειμένου η χυδαιότητα αυτής της μεταμόρφωσης να αγγίξει το ακρότατο σημείο της· και αυτό δεν ήταν άλλο από την εργαλειοποίηση της ευγενέστερης των αξιών, της αλληλεγγύης, προκειμένου να συγκαλύψει υποκριτικά τα αιτήματα που ζητούσαν κατά βάση καταστολή: τον εντοπισμό, τον στιγματισμό και την παραδειγματική πειθάρχηση όσων δεν υπάκουαν με χαμόγελο στην καθεστηκύια πολιτική.

Δεν είναι μόνο οι “μενουμεσπιτάκηδες” εκπρόσωποι των χώρων αυτών που έχουν χρεοκοπήσει, αλλά οι χώροι οι ίδιοι. Ένα θεόρατο κενό δεσπόζει στο πολιτικό τόξο, εκεί που θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται ο φορέας που θα χτίζει την πολιτική του στη βάση των απολαύσεων. Όχι της στενής διασφάλισης των υλικών απολαβών, αλλά της διεύρυνσής τους στις απολαύσεις της κουλτούρας (καθημερινής και μη), της κοινωνικότητας, της γιορτής, του ελεύθερου χρόνου. Λείπει ένα κίνημα που θα επεξεργαζόταν συνεχώς τις λεπτές δονήσεις στο υπέδαφος της καθημερινότητας, προκειμένου να αρδεύσει τα χειραφετητικά στοιχεία που δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι και να τα ενισχύσει. Το πρωτογενές υλικό βρίσκεται στις επίμονες μεταμεσονύχτιες πλατείες-στέκια που γεννήθηκαν με την πάροδο του lockdown και που αποτελούν το μόνιμο αγκάθι στον κοινωνικό, πολιτικό και υγειονομικό εμπαιγμό με τον οποίον πορεύεται η παρούσα κυβέρνηση.

“Μη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης”. Από τις πρώτες λέξεις του, το “Σύνταγμα της Ηδονής” του Κ.Π. Καβάφη θα μπορούσε να ξαναδιαβαστεί σήμερα ως το θεμελιακό μανιφέστο του νέου αυτού κινήματος και ως λίβελος ενάντια σε μια ανηδονική, καταθλιπτική εποχή, στην οποία η πανδημία επικάθισε ως σύμπτωμα και όχι ως νόσος. Όχι μόνο η ποιητική, αλλά και η πολιτική αξία του ποιήματος, αξεδιάλυτα συνυφασμένες μεταξύ τους, είναι αφάνταστα πιο πολύτιμες από τη ρηχή θεωρία που έχει κατακλύσει τη σημερινή υπο-δημοσιότητα. Είναι ένα ξεκάθαρο όραμα για την ανασύσταση της ουτοπίας, εκεί που η φαντασία της υπαρκτής πολιτικής εξαντλείται στις εναλλαγές γραφειοκρατιών. Και έρχεται με πάταγο: “Όλοι οι νόμοι της ηθικής – κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι – είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας”.