ΑΘΗΝΑ
20:24
|
01.12.2021
Η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης των νερών του Πηλίου δεν είναι ο μόνος κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι πολίτες του Βόλου.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

“Η χερσόνησος αυτή είναι το Πήλιο όρος το πολυθρύλλητο εις τους ποιητάς, βουνό όχι τόσο υψηλό, μήτε κορυφούμενο κωνικώς εις ύψος, αμή εκτεταμένο κατά μάκρος ωσάν χτένι. Αι άκραις του είναι κατάπυκναις από δένδρα μεγάλα όλο οξειαίς (φυγούς)ꞏ ποτίζεται από πλήθος νερά εις τόσον οπού δεν ευρίσκεται έκτασι μιας ώρας οπού να μην έχη νερό. Πλέο παρακάτω είναι κατάφυτο από δένδρα διάφορα, κερασιαίς, μηλιαίς, απιδιαίς, δαμασκηνιαίς, καρυδιαίς, συκιαίς, αμπέλια, και άλλα, μάλιστα από συκαμιναίς”.
Δ. Φιλιππίδης – Γ. Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική, 1791

Με αυτά τα λόγια, δύο άξια τέκνα των πηλιορείτικων χωριών, οι “Δημητριείς” του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ξεκινούσαν την περιγραφή του τόπου τους, η ανθηρή παραγωγική δραστηριότητα του οποίου εκείνα τα χρόνια περιελάμβανε την παραγωγή μεταξιού, έναν μεγάλο σε όγκο και ποικιλία αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, καθώς και το εμπόριο με την υπόλοιπη Ελλάδα. Οπαδοί της προόδου, της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτικού φιλελευθερισμού στην αυγή τους στον ελλαδικό χώρο, σίγουρα δεν θα μπορούσαν να είχαν συλλάβει τη διαδικασία παραγωγικής απαξίωσης του πρωτογενούς τομέα και της συνακόλουθης προσπάθειας πλήρους εμπορευματοποίησης των άμεσων φυσικών πόρων, όπως αυτή αποτυπώνεται στις δηλώσεις αναφορικά με το Πήλιο ενός άλλου (σύγχρονου) τέκνου της περιοχής, του επιχειρηματία, δημοτικού συμβούλου με την παράταξη του Δημάρχου Βόλου Αχιλλέα Μπέου “Νέα Εποχή-Νέα Δυναμική” και νυν προέδρου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Μείζονος Βόλου, (ΔΕΥΑΜΒ) κατά την ανάληψη των καθηκόντων του φέτος το Γενάρη: “Εγώ βλέπω επιχειρηματικά τη ΔΕΥΑΜΒ και θέλω να βγάλει κέρδος. Γιατί λοιπόν, να μην εκμεταλλευτούμε τις πηγές του ξακουστού σε όλον τον κόσμο Πηλίου, και να μην εμφιαλώσουμε το άριστο (sic) ποιότητας νερό του, ώστε να πωλείται σε όλη την Ελλάδα και να καταφέρουμε να κάνουμε την εταιρεία ακόμα πιο κερδοφόρα;”.
Η θαρραλέα δήλωση του Γιώργου Τόρη δεν αφήνει χώρο για παρερμηνείες. Ωστόσο, η προώθηση της ιδιωτικοποίησης των νερών του Πηλίου ξεκινάει αρκετά νωρίτερα. Είναι το 2011, επί δημοτικής αρχής Πάνου Σκοτινιώτη, όταν αποφασίζεται η χλωρίωση των φυσικών πηγών που υδροδοτούν τα χωριά για αιώνες, ενάντια στη θέληση των κατοίκων αλλά και ενάντια σε επιστημονικές μελέτες, όπως αυτή του Αντρέα Γκρόμαν (διευθυντή της εταιρείας ύδρευσης του Βερολίνου και επίτιμου καθηγητή στο Πολυτεχνείο της πόλης), που προτείνουν τη χωρίς χλώριο παροχή πόσιμου νερού στα χωριά. Η χλωρίωση, σε μια περιοχή όπου το δίκτυο υδροδότησης είναι σχεδόν “φυσικό”, και “οπού δεν ευρίσκεται έκτασι μιας ώρας οπού να μην έχη νερό”, έρχεται να υποβαθμίσει την ποιότητα του νερού και σε δεύτερο χρόνο να καταστήσει εύκολη και χωρίς αντιδράσεις την ιδιωτικοποίησή του.
Φαίνεται όμως πως η παρούσα δημοτική αρχή και ο νυν πρόεδρος της ΔΕΥΑΜΒ έχουν πάρει το θέμα πολύ πιο ζεστά από τους προκατόχους τους. Όλο το προηγούμενο εξάμηνο προέβησαν σε πλήθος ενεργειών (μηνύσεις σε κατοίκους των Σταγιατών, εκφοβιστικού τύπου εισβολές του Δημάρχου Αχιλλέα Μπέου στο ίδιο χωριό συνοδεία αστυνομικών, “κλείδωμα” πηγών, προσπάθειες χλωρίωσης) προς την κατεύθυνση του πλήρους ελέγχου των φυσικών πηγών του βουνού. Εν μέσω όλων αυτών, η κατάσταση του δικτύου ύδρευσης λίγα μέτρα πιο κάτω, στην πόλη του Βόλου, παραμένει προβληματική, με ένα παλαιωμένο δίκτυο σωληνώσεων και μεγάλες διαρροές που φτάνουν το 30%. Εδώ και πολλά χρόνια οι Βολιώτες στην πλειοψηφία τους είτε χρησιμοποιούν φίλτρα στις οικιακές τους βρύσες είτε αγοράζουν εμφιαλωμένο νερό. Εντούτοις, το πλήθος και η ένταση των κινήσεων του Δήμου έχει προκαλέσει και την έντονη κινητοποίηση των κατοίκων, οι οποίοι πλέον συγκροτούν τα δικά τους όργανα αυτοδιοίκησης μέσω συνελεύσεων των χωριών (όπως στις Σταγιάτες και τη Δράκεια). Ένα ιδιότυπο, και μάλλον χαμένο εδώ και πολλές δεκαετίες, κοινοτικό κεκτημένο επανεμφανίζεται με πρωτόλεια μορφή σε αυτά τα χωριά, ως ανταπάντηση σε μια μεγάλη υλική και πολιτισμική απειλή.
Όμως η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης των νερών του Πηλίου δεν είναι ο μόνος κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι πολίτες του Βόλου. Στην πραγματικότητα, τα τελευταία έξι χρόνια υφίστανται μια πλήρη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους λόγω της πολύ μεγάλης αύξησης της αέριας ρύπανσης. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ιατρικό Σύλλογο της πόλης, ο Βόλος καταγράφει τετραπλάσια εγκεφαλικά επεισόδια σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ “υπερέχει” κατά 45% στους θανάτους από κακοήθη νεοπλάσματα του οισοφάγου. Τα ποσοστά καρκίνων και αιφνίδιων θανάτων έχουν επίσης αυξηθεί εκτατικά τα τελευταία χρόνια. Είναι κατά το ίδιο διάστημα που οι Βολιώτες αναγνωρίζουν μια πολύ έντονη μυρωδιά πλαστικού σε όλες τις συνοικίες και τις περιαστικές περιοχές. Οι διοξίνες, τα φουράνια και τα βαρέα μέταλλα κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στην ατμόσφαιρα της πόλης
Το 2014, η τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ-Ηρακλής του πολυεθνικού ομίλου LAFARGE HOLCIM (το εργοστάσιο της οποίας βρίσκεται εντός του αστικού ιστού) παίρνει από τον τότε Υπουργό Περιβάλλοντος της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-Νέας Δημοκρατίας Γιάννη Μανιάτη την άδεια για καύση σκουπιδιών ως εναλλακτικών καυσίμων. Το 2017, ο Υπουργός Περιβάλλοντος της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος εγκρίνει το αίτημα της ΑΓΕΤ για αύξηση στους 200.000 των τόνων σκουπιδιών που θα μπορεί να καίει το εργοστάσιο, παράλληλα με τη χρησιμοποίηση του λιμανιού του για τη μεταφορά τους (κυρίως από την Ιταλία), αλλά και την αύξηση των επιτρεπόμενων ορίων ρύπων της καύσης από το 10 στο 40%. Παράλληλα, την ίδια χρονιά, ο δήμαρχος Βόλου καταθέτει πρόταση για τη δημιουργία Ολοκληρωμένης Εγκατάστασης Επεξεργασίας Απορριμμάτων. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα εργοστάσιο το οποίο θα συσκευάζει τα σκουπίδια στον ΧΥΤΑ της πόλης και θα τα παρέχει άμεσα έπειτα ως έτοιμο υλικό καύσης στο εργοστάσιο της ΑΓΕΤ.
Η αντίδραση των πολιτών σε μια καθημερινότητα, όπου σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία της ημέρας όλη η πόλη μυρίζει καμένο πλαστικό, έρχεται μέσα από την κινητοποίηση επιτροπών αγώνα, πολιτικών συλλογικοτήτων και σχεδόν του συνόλου των επαγγελματικών φορέων και θα φέρει το μεγάλο συλλαλητήριο της 5ης Μαΐου του 2018, όπου 8.000 Βολιώτες διαδήλωσαν ενάντια στην καύση σκουπιδιών. Το πρωτοφανές για την πόλη μέγεθος της κινητοποίησης, αλλά και η πλατειά ενημέρωση για τις συνέπειες της καύσης στην υγεία από τις συλλογικότητες της περιοχής αναγκάζουν την ίδια περίοδο τη δημοτική αρχή να πάρει θέση (τουλάχιστον τυπικά, σε επίπεδο δημοτικού συμβουλίου) ενάντια στην καύση. Ακολουθεί το δεύτερο μεγάλο μαζικό συλλαλητήριο στις 16 Μαρτίου του 2019, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι κινητοποιήσεις των μαθητών της πόλης και οι καταδικαστικές για την πρακτική της καύσης ανακοινώσεις και καταγγελίες πλήθους επαγγελματικών φορέων και εργατικών σωματείων.
Την ίδια στιγμή, παρά τις μεγάλες αντιδράσεις (και χειραφετημένος από τις “παλινωδίες” του 2018), ο δήμος Βόλου προωθεί συστηματικά τη δημιουργία του εργοστασίου παραγωγής και συσκευασίας SRF που θα τροφοδοτεί την ΑΓΕΤ με καύσιμη ύλη από τα σκουπίδια του ΧΥΤΑ. Έχοντας ήδη εξασφαλίσει ουσιαστικά τη στήριξη της Περιφέρειας Θεσσαλίας για το συγκεκριμένο έργο αξίας 41 εκατ. ευρώ, θα καταφέρει την ψήφισή του από το δημοτικό συμβούλιο στις 11 Μαΐου, μετά την αποχώρηση σύσσωμης της αντιπολίτευσης και με ένα πλήθος σωματείων και πολιτών να διαδηλώνει έξω από το δημαρχείο.
Το τελευταίο μεγάλο συλλαλητήριο στην πόλη έγινε στις 13 του περασμένου Ιούνη και για πρώτη φορά έφτασε ως την πόρτα του εργοστασίου με στόχο τον αποκλεισμό του και κυρίαρχο αίτημα όχι πια την παύση της καύσης σκουπιδιών, αλλά “Να φύγει η LAFARGE”. Η απάντηση της αστυνομίας ήταν η εκτεταμένη χρήση χημικών, ο σοβαρός τραυματισμός πολλών διαδηλωτών, η επίθεση στην είσοδο του Νοσοκομείου Βόλου, όπου είχαν βρει καταφύγιο πολλοί άνθρωποι, και μια πρωτοφανής στα χρονικά παρέλαση των ανδρών των ΜΑΤ σε κεντρική αρτηρία της πόλης εν ώρα αιχμής το βράδυ του Σαββάτου. Ακολούθησε δεύτερη επίθεση, με επιπλέον τραυματίες, στην Αστυνομική Διεύθυνση, όπου είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί πολίτες για να μάθουν την τύχη των συλληφθέντων. Την επόμενη μέρα, εν μέσω της συγκέντρωσης αλληλεγγύης για τους συλληφθέντες στα δικαστήρια στο κέντρο της πόλης, η νέα επίθεση της αστυνομίας θα φέρει και τον σοβαρότατο τραυματισμό του 26χρονου αγωνιστή Βασίλη Μάγγου, ο οποίος ένα μήνα αργότερα, και σε καθεστώς κατ’ οίκον νοσηλείας σύμφωνα με τις υποδείξεις των νοσοκομειακών γιατρών, θα πεθάνει από πνευμονικό οίδημα.
Η μεγάλη όξυνση της έντασης της διαμάχης ανάμεσα στην επίσημη κρατική πολιτική για τη διαχείριση των απορριμμάτων και τη βούληση των τοπικών κοινωνιών που αντικατοπτρίστηκε το φετινό καλοκαίρι στο Βόλο είναι μια εικόνα από το κοντινό μέλλον στο σύνολο της χώρας. Το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Απορριμμάτων (ΕΣΔΑ) που ψηφίστηκε στις 31 Αυγούστου έχεις ως βασικό του στόχο την αύξηση της “ενεργειακής αξιοποίησης των υπολειμμάτων των αποβλήτων και την ανάπτυξη μονάδων παραγωγής ενέργειας με σκοπό την μείωση της ταφής”. Ουσιαστικά, για πρώτη φορά η καύση των σκουπιδιών προωθείται ως η κύρια μέθοδος διαχείρισης. Προβλέπεται η δημιουργία 43 Μονάδων Επεξεργασίας Απορριμμάτων σε όλη την έκταση της επικράτειας ενώ αποφασίζεται η λειτουργία τεσσάρων κεντρικών μονάδων παραγωγής ενέργειας μέσω της καύσης. Το ΕΣΔΑ επιπλέον δεν αποκλείει η καύση να γίνεται και “καθετοποιημένα και εντός των ίδιων των Μονάδων Επεξεργασίας Απορριμάτων”. Λίγες μέρες πριν από τη ψήφιση του σχεδίου, στις 17 Αυγούστου, ο Γιώργος Φλωράς, διευθυντής της BELT AND ROAD ASSOCIATES και συνεργάτης στη χώρα μας του κινέζικου δικτύου CHINA GO ABROAD δήλωνε σε δημοσιογράφους πως “χωρίς καμία επιφύλαξη θα πω ότι τουλάχιστον ένα δισ. ευρώ από την Κίνα αναζητεί σήμερα επενδύσεις στα σκουπίδια στην Ελλάδα. Προσφέρουν κάθε είδους τεχνολογία και προνομιακή χρηματοδότηση κάθε έργου παραγωγής ενέργειας από τα σκουπίδια”.
Φαίνεται λοιπόν πως ο δήμαρχος Βόλου έδρασε πρωτοποριακά πριν τρία χρόνια, όταν κατέθετε την πρότασή του για την κατασκευή εργοστασίου διαλογής επεξεργασίας και συσκευασίας απορριμμάτων προς καύση από τη τσιμεντοβιομηχανία της πόλης. Το πρόσφατα ψηφισθέν νέο εθνικό σχέδιο προβλέπει ουσιαστικά το παράδειγμα του Βόλου να γενικευθεί στις περισσότερες μικρές και μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Το μεγάλο ζήτημα βέβαια είναι το κατά πόσον αυτή η πολύ μεγάλη αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των σκουπιδιών στην Ελλάδα θα γίνει αποδεκτή πανελλαδικά, αλλά και το αν ένας (επίσης πρωτοποριακός) πανελλαδικός συντονισμός ενάντια στη συγκεκριμένη μέθοδο λύσης ενός χρόνιου και δομικού προβλήματος, θα δοκιμάσει να αποτρέψει μια κεντρική κρατική επιλογή κυριολεκτικά φονική για τους πολίτες και τη δημόσια υγεία.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα