Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ο κορονοϊός και οι τσαγκάρηδες των Παρισίων

Υπάρχει ένα ιστορικό ανέκδοτο που δεν απέχει λογικά και πολύ από την αλήθεια των γεγονότων της εξιστόρησης του. Λέγεται ότι κάποια στιγμή, το καλοκαίρι του 1871, ο Αδόλφος Θιέρσος, αρχηγός του γαλλικού κράτους και των στρατευμάτων των Βερσαλλιών που έπνιξαν στο αίμα την Κομμούνα του Παρισιού, διαπίστωσε ότι οι αγαπημένες του μπότες ιππασίας είχαν φθαρεί στις σόλες τους. Πήρε το χρυσό κουδουνάκι από το κομοδίνο του, το χτύπησε δυο-τρεις φορές και στο ηχητικό αυτό κάλεσμα, εμφανίστηκε ο προσωπικός καμαριέρης του. Ο Θιέρσος απαίτησε από τον υπηρέτη του να βρει επειγόντως έναν τσαγκάρη στο Παρίσι για να επιδιορθώσει τις μπότες του. Ο υπηρέτης, ατάραχος, απάντησε στον αφέντη του: “Δεν υπάρχουν πλέον τσαγκάρηδες στο Παρίσι, κύριε”. Ο Θιέρσος τα χρειάστηκε και σήκωσε με απορία τα φρύδια του. “Δεν υπάρχουν τσαγκάρηδες στο Παρίσι!; Και ποιος θα μου επιδιορθώσει τις μπότες; Μα, καλά, πού πήγαν όλοι οι τσαγκάρηδες των Παρισίων;” ρώτησε εκνευρισμένος ο πολιτικός – και ο υπηρέτης, πάντα ατάραχος τον αποστόμωσε με την απάντηση του: “Δεν υπάρχουν πια τσαγκάρηδες στο Παρίσι, επειδή τους εκτελέσατε όλους πριν από δύο μήνες, κύριε”.

Σύντομα και σε πάρα πολλές κατηγορίες εργαζομένων, η ίδια απάντηση θα μπορεί να δοθεί και στους Ευρωπαίους (και όχι μόνο) πολιτικούς, που διαχειρίζονται την κρίσιμη και φονική καθημερινότητα της πανδημίας: θα ψάχνουν τσαγκάρηδες εις Παρισίους, αλλά και νοσηλεύτριες στη Μαδρίτη, οδοκαθαριστές στη Ρώμη, εργάτες γης στη Γερμανία και την Ελλάδα, delivery boys and girls στο Λονδίνο και το Μιλάνο, υπαλλήλους στα τηλεφωνικά κέντρα στο Βουκουρέστι και την Πράγα και δεν θα τους βρίσκουν, είτε επειδή θα νοσούν, είτε επειδή θα βρίσκονται σε κατ’ οίκον περιορισμό, είτε επειδή θα έχουν τελευτήσει. Ο κορονοϊός σαρώνει “ταξικά” την υφήλιο, αλλά δεν είναι ο ιός “ταξικός” είναι η πολιτική και επικοινωνιακή αντιμετώπιση της πανδημίας ταξική.

Όσα έχουν διαδραματιστεί τις τελευταίες μέρες στη Μαδρίτη, δικαιώνουν αυτήν την εκτίμηση. Μία από τις μητροπόλεις του δυτικού κόσμου βρίσκεται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της πανδημίας και μιας πολιτικής διαμάχης για τα όρια και τους όρους των μέτρων που λαμβάνονται, τάχα, για τον περιορισμό της πανδημίας και την καταπολέμηση του κορονοϊού – ή μήπως, για τη δυσφήμιση και το ανθρωποκυνηγητό των “ύποπτων” για κορονοϊό, ανθρώπων; Η τοπική κυβέρνηση του δεξιού Λαϊκού Κόμματος με επικεφαλής την Ιζαμπέλ Ντίας Αγιούσο, “σαλαμοποίησε” την περιφέρεια της Μαδρίτης, θεασπίζοντας μέτρα “ταξικού λοκντάουν” στις φτωχότερες συνοικίες του Νότου της πρωτεύουσας, με επίκεντρο τα προάστια του Βαγιέκας.

Με πρόσχημα ότι οι στατιστικές (αχ, αυτές οι στατιστικές!) έδειχναν ότι 1.000 νέα κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους εμφανίζονταν κάθε μέρα στις 37 συνοικίες του Βαγιέκας, η περιφερειακή κυβέρνηση Αγιούσο πήρε την απόφαση να επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς μετακίνησης και δημόσιας παρουσίας με γνώμονα και κριτήριο τον τόπο κατοικίας και όχι τον τόπο εργασίας των Βαγιεκάνων. Η κοινωνική έκρηξη ήρθε σχεδόν αναμενόμενα και τα πολλά σώματα ασφαλείας που διαθέτει το ισπανικό, κεντρικό και περιφερειακό, κράτος (αστυνομία, περιφερειακή αστυνομία, Γκουάρδια Σιβίλ) πήραν θέσεις μάχης ενάντια στους εξοργισμένους και εξεγερμένους κατοίκους που απαιτούσαν διαδηλώνοντας και φωνάζοντας εν χορώ: “Φέρτε μας γιατρούς, όχι τους μπάτσους” και “Μας καταστρέψατε τη ζωή, δεν θα μας διαλύσετε και το Βαγιέκας”.

Το lockdown και η αστυνομική επιτήρηση δεν είναι για όλους – είναι για τους φτωχούς, επειδή είναι φτωχοί και μένουν εκεί που μένουν, όχι εκεί όπου εργάζονται σκληρά και εκμεταλλευτικά.

Το ίδιο διάστημα, η κεντρική κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλιστών και Ποδέμος, με πρωθυπουργό τον Πέδρο Σάντσεθ, προσπαθούσε να πατήσει σε δύο βάρκες – έστελνε στρατό (και δεν ήταν η πρώτη φορά από τον περασμένο Απρίλιο που έκανε κάτι τέτοιο), για να συνδράμει την αστυνομία στην επιτήρηση της περιοχής αφενός, και αφετέρου εμφάνιζε τον υπουργό Υγείας, Σαλβαδόρ Ίγια σε συνέντευξη Τύπου, να προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει με τις δικές του στατιστικές (αχ, αυτές οι στατιστικές!) για την αναγκαιότητα “διεύρυνσης” του lockdown σε ολόκληρη τη Μαδρίτη, επειδή το θεσπισμένο όριο ασφαλείας των 500 κρουσμάτων ανά 100.000 κατοίκους έχει ξεπεραστεί σε όλη την περιφέρεια. Μόνο για περισσότερα τεστ, για περισσότερους γιατρούς και για περισσότερα νοσοκομεία στις πληγείσες περιοχές δεν έκανε λόγο ο καταλανικής καταγωγής, Σοσιαλιστής υπουργός.

Και όμως, αυτά απαιτούν οι κάτοικοι του Βαγιέκας και όχι μόνο αυτοί. Η μοναδική πόλη σε ολόκληρη την Καστίλλη που έχει δώσει ένα, ηγεμονικό θα έλεγε κανείς, ποσοστό της τάξης του 48% στον κυβερνητικό συνασπισμό των Σοσιαλιστών με το Ποδέμος, βλέπει την κεντρική κυβέρνηση να βοηθά εμπράκτως την τοπική και “εχθρική” κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος στην επιβολή του νόμου και της τάξης με ταξικό πρόσημο κατάφορων διακρίσεων και μειωτικών διαχωρισμών. Το lockdown και η αστυνομική επιτήρηση δεν είναι για όλους – είναι για τους φτωχούς, επειδή είναι φτωχοί και μένουν εκεί που μένουν, όχι εκεί όπου εργάζονται σκληρά και εκμεταλλευτικά. Οι τσαγκάρηδες της Μαδρίτης είναι επικίνδυνοι και άρρωστοι όσο μένουν στις εργατικές πολυκατοικίες του Βαγιέκας, όχι όσο απασχολούνται σε δουλειές του ποδαριού και της έκθεσης στον ιό και μετακινούνται πακτωμένοι σε μέσα μαζικής μεταφοράς της συμφοράς από και προς την υπόλοιπη περιφέρεια. Ράβδος εν γωνία.

Το “lockdown α λα Βαγιέκας” στην Ελλάδα δεν έχει θεσμοθετηθεί ακόμη από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ήδη διαμορφωθεί οι όροι του ή ότι δεν επιβλήθηκαν αντίστοιχοι περιορισμοί ή καλύτερα προσδιορισμοί, στην καθημερινή, πολιτική και επικοινωνιακή, διαχείριση της πανδημίας – ειδικά στο δεύτερο σκέλος της, στο οποίο η κυβέρνηση της Ελλάδας έχει και τις μόνες αξιοσημείωτες επιδόσεις με την αγαστή συνεργασία των μέσων μαζικής ενημέρωσης που χρηματοδοτήθηκαν προνομιακά από τη “λίστα Πέτσα”.

Το πόσο “ταξικά” ξεκίνησε η εξάπλωση του κορονοϊού στην Ελλάδα, ελάχιστοι πλέον (θέλουν να) το θυμούνται: στις 26 Φεβρουαρίου, τα πρώτα, σοβαρά και επιβεβαιωμένα, κρούσματα, στη Δυτική Μακεδονία, την Πελοπόννησο και τα βόρεια προάστια της Αθήνας, συνδέονταν με ταξίδια εμπορικών συναλλαγών και εκδρομές θρησκευτικού τουρισμού, στο Μιλάνο της Ιταλίας και τα Ιεροσόλυμα, αντίστοιχα. Την επόμενη κιόλας μέρα, όμως ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης φρόντιζε να στρέψει τα βέλη της κυβέρνησης και τα φώτα της προσοχής και της δημοσιότητας εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων “που θα διασχίσουν το Ιράν, με τα πολλά κρούσματα, και θα φέρουν τον κορονοϊό στην Ελλάδα”. Μάλιστα, με αυτήν την τοποθέτηση του, ο πρωθυπουργός επαναλάμβανε τη δέσμευση της κυβέρνησης του για την “αναγκαιότητα ίδρυσης κλειστών κέντρων για τους μετανάστες στα νησιά”, που μερικές μέρες νωρίτερα είχε προκαλέσεις τις σφοδρές συγκρούσεις κατοίκων και αστυνομίας στη Λέσβο και τη Χίο. Ο κορονοϊός λειτουργούσε ως πρόσχημα για το “μάντρωμα” των προσφύγων και των μεταναστών επ’ αόριστον.

Περίπου έναν μήνα μετά, και ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Στέλιος Πέτσας κατέφευγε σε μερικά, επικοινωνιακά τεχνάσματα της κακιάς ώρας, συγκρίνοντας την Ελλάδα με το Βέλγιο και την Ολλανδία αποκλειστικά και μόνο ως προς τον πληθυσμό και τον μέχρι τότε αριθμό των νεκρών, για να αυτοθαυμαστεί η κυβέρνηση για τις “επιτυχίες” της στη διαχείριση της πανδημίας, πολύ λίγοι ήξεραν την πραγματική αιτία ξεσπάσματος της πανδημίας στα μειονοτικά χωριά της Θράκης με επίκεντρο τον Εχίνο της Ξάνθης. Όταν από τις 18 Μαρτίου άρχισαν να κλείνουν σταδιακά τα ναυπηγεία στο Ρότερνταμ, εκατοντάδες μετανάστες εργάτες από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια επέστρεψαν στις πατρίδες τους, χωρίς να υπάρχει η στοιχειώδης, κυβερνητική και κρατική μέριμνα στα αεροδρόμια για προληπτικούς, ιατρικούς ελέγχους και μοριακά τεστ.

Το αποτέλεσμα ήταν οι εργάτες αυτοί, ανυποψίαστοι, να νοσούν βουβά ή ασυμπτωματικά και να μεταφέρουν τον ιό στις χώρες καταγωγής τους. Και στην Ελλάδα το ίδιο συνέβη και μια νέα εστία διασποράς ξέσπασε αναπάντεχα, αλλά και προβλέψιμα, την ώρα που η κυβέρνηση προτιμούσε να αναλώνεται στην επικοινωνιακή εκστρατεία αυτοδιαφήμισης με γραφήματα και όχι στην ουσιαστική, υγειονομική αντιμετώπιση της κρίσης με προληπτικούς ελέγχους στις πύλες εισόδου της χώρας. Η επικοινωνιακή διαχείριση, όμως έκανε το “θαύμα” της, αφού η έμμεση συνδήλωση για τον ιό που χτύπησε τα χωριά της μειονότητας στη Θράκη επανάφερε από το παράθυρο τις απαξιωτικές διακρίσεις για τους Έλληνες πολίτες με μουσουλμανικό θρήσκευμα που βρίσκονται ανέκαθεν σε καθεστώς παιδιών ενός κατώτερου θεού.

Ακόμη και αν το lockdown α λα Βαγιέκας δεν έχει τύχει έμπρακτης εφαρμογής από την ελληνική κυβέρνηση, τα επικοινωνιακά μέσα ελάχιστα απέχουν από το κατασκευασμένο μοντέλο “νοσούν οι φτωχοί επειδή είναι φτωχοί”.

Κάνοντας ένα μικρό άλμα στον χρόνο, ας θυμηθούμε ότι μετά τους δύο, πρώτους χρονικά, βιομηχανικούς χώρους επεξεργασίας τροφίμων που είχαν τα περισσότερα κρούσματα ανάμεσα σε εργάτες στην Καβάλα και τη Χαλκιδική, με 34 και 50 ασθενείς αντίστοιχα, μέσα σε μία μέρα ελέγχου, στις 23 Αυγούστου καταγραφόταν ρεκόρ νέων κρουσμάτων μόλις σε δύο δήμους της Αθήνας με έντονη, ταξική φόρτιση: 50, στη Γλυφάδα και 28, στη Βουλιαγμένη, όλα αποδεδειγμένα συνδεόμενα με τις διακοπές στα τουριστικά νησιά του Αιγαίου. Την κατάσταση που διαμόρφωναν οι “χλιδάτες” διακοπές στα νησιά, ειδικά των Κυκλάδων, επιβεβαίωνε χωρίς να διαψευστεί από την κυβέρνηση ή τον ΕΟΔΥ, και ο συνδικαλιστής γιατρός, Ηλίας Σιώρας μιλώντας μερικές μέρες μετά, για “τα πλουσιόπαιδα που γύριζαν στα νησιά με ξένους τουρίστες και πάνω σε ταχύπλοα, πηγαίνοντας από το ένα νησί, στο άλλο και διασπείροντας τον ιό”.

Οι εικόνες όμως που κατακλύζουν τις τελευταίες μέρες, τα ελληνικά τηλεοπτικά κανάλια και το ελληνικό διαδίκτυο δεν προέρχονται από “εφόδους” και κινητές μονάδες του ΕΟΔΥ για τεστ και δειγματοληψίες στη Γλυφάδα, τη Βουλιαγμένη ή την Κηφισιά που στοιχειοθετείται (και ισχύει ευθύς εξαρχής της πανδημίας) ότι βρίσκεται “στο κόκκινο”, αλλά τις πλατείες της Κυψέλης και της Κουμουνδούρου – κεντρικές και λαϊκές συνοικίες με πολλούς μόνιμους κατοίκους μετανάστες.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν το lockdown α λα Βαγιέκας δεν έχει τύχει έμπρακτης εφαρμογής από την ελληνική κυβέρνηση, τα επικοινωνιακά μέσα που έχουν επιστρατευτεί για να “παρουσιάσουν” τις συνέπειες της πανδημίας στην Ελλάδα, ελάχιστα απέχουν από το κατασκευασμένο μοντέλο “νοσούν οι φτωχοί (ή οι μετανάστες, ή οι μειονότητες, ή οι εργάτες), επειδή είναι φτωχοί”. Σφάλμα, εμπαιγμός και πλαστογράφηση της πραγματικότητας: οι φτωχοί, οι εργάτες, οι μετανάστες, οι μειονότητες μπορεί και έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία, λόγω των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών εργασίας, μετακίνησης και διαμονής τους, αλλά κυρίως λόγω της εσκεμμένης ανικανότητας των κυβερνήσεων να εφαρμόσουν μέτρα ουσιαστικής ανακούφισης και καίριας παρέμβασης, εκεί όπου οι εργάτες, οι μετανάστες, οι μειονότητες και οι φτωχοί συμβιώνουν αναγκαστικά με τον ιό. Άραγε, είναι τυχαίο ότι και στη Μαδρίτη και στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, το μείζον πρόβλημα της καθημερινότητας με τον κορονοϊό εντοπίζεται στα μέσα μαζικής μεταφοράς (μετρό, λεωφορεία, τραμ) που είναι λίγα, “ξέχειλα” και σε κακή κατάσταση, λόγω της χρόνιας υποχρηματοδότησης του συστήματος δημόσιων συγκοινωνιών και στις δύο πρωτεύουσες του ευρωπαϊκού Νότου;

Και όμως: τόσο η περιφερειακή κυβέρνηση της Μαδρίτης όσο και η ελληνική κυβέρνηση, αμφότερες ανήκουσες στην πολιτική οικογένεια της Δεξιάς στην Ευρώπη, αρνούνται να δώσουν “εδώ και τώρα” λύσεις στο πρόβλημα που ταλαιπωρεί εκατοντάδες χιλιάδες επιβάτες και εργαζόμενους στις καθημερινές, από και προς τη δουλειά τους μετακινήσεις. Κατά τα άλλα, ο κορονοϊός έχει “ταξική” διασπορά με κριτήρια τον ταχυδρομικό κώδικα της γειτονιάς και τον τόπο μόνιμης κατοικίας. Είπαμε, ράβδος εν γωνία.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι πραγματικά αόρατοι ασθενείς του πρώτου οκταμήνου της πανδημίας ήταν ακριβώς οι εργάτες στη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τις εγκαταστάσεις βιομηχανικής επεξεργασίας τροφίμων.

Στη συγκυρία, και πέρα από όσα έχουν ήδη αναπτυχθεί, η είδηση που έπρεπε να προβληματίσει τους πάντες, τουλάχιστον στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., είναι πως η βρετανική φαρμακευτική εταιρεία, AstraZeneca που συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για την παραγωγή εμβολίου ενάντια στον κορονοϊό, έχει αποσπάσει προκαταβολικά ποινική και κεφαλαιακή προστασία από την Ε.Ε. απέναντι σε πιθανές δικαστικές περιπέτειες και διεκδικήσεις αποζημιώσεων στην περίπτωση ανεπιθύμητων παρενεργειών από τη χορήγηση του προϊόντος της.

Ας τονιστεί ότι το εμβόλιο της AstraZeneca / Οξφόρδης ήταν το πρώτο που μπήκε στην τρίτη φάση των δοκιμών, δηλαδή, σε 32.500 εθελοντές και το πρώτο το οποίο καταγράφηκαν δύο περιπτώσεις εμβολιασμένων με όχι απλώς ανεπιθύμητες, αλλά επικίνδυνες παρενέργειες. Με άλλα λόγια, η Ε.Ε. “νοιάζεται” (και αυτή) για τους φτωχούς: έδωσε κάτι περισσότερα από 700 εκατομμύρια ευρώ για 300 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου ευρείας κατανάλωσης που αποδεικνύεται φθηνό (στις τιμές) και “φτηνό” (στα αρνητικά αποτελέσματα και την αρνητική εξέλιξη, ήδη προτού μπει στην τελική φάση των δοκιμών).

Την ίδια ώρα, η συμφωνία με τη γαλλική, φαρμακευτική εταιρεία Zanofi αφορά περίπου 400 εκατομμύρια δόσεις του υποψήφιου εμβολίου της προς 10 ευρώ το τεμάχιο – αυτό, λογικά, θα είναι το εμβόλιο των πλουσίων. Και χρυσοπληρωμένο και ασφαλέστερο – υπενθυμίζεται ότι το εμβόλιο της AstraZeneca θα απορριφθεί, τουλάχιστον στο “μείγμα” που σήμερα δοκιμάζεται, αν εμφανιστούν ανεπιθύμητες και επικίνδυνες παρενέργειες και σε τρίτη περίπτωση εθελοντή στην ομάδα ελέγχου της, ενώ η Zanofi, που έχει ομάδα ελέγχου περίπου 26.000 εθελοντές δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής στοιχεία για την πορεία της χορήγησης του.

Στο σημείο αυτό, ας τονιστεί συγκριτικά ότι το ρωσικό εμβόλιο (ή, μάλλον το πρώτο από τα πολλά, υποψήφια και υπό κλινική διαμόρφωση, ρωσικά εμβόλια), μετά την προκαταρκτική χορήγηση σε 76 άτομα, χορηγείται σε 75.000 εθελοντές.

Τέλος, η νέα έκρηξη κρουσμάτων στην Ελλάδα με επίκεντρο τον Δήμο Ευρώτα στη Λακωνία, όπου ανάμεσα στους μετανάστες εργάτες γης βρέθηκαν 39 ασθενείς, επαληθεύει ξανά και πάλι, το αφανές παγόβουνο διασποράς του κορονοϊού ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας στην αγροτική παραγωγή. Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι πραγματικά αόρατοι ασθενείς του πρώτου οκταμήνου της πανδημίας ήταν ακριβώς οι εργάτες στη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τις εγκαταστάσεις βιομηχανικής επεξεργασίας τροφίμων – κυρίως μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, την Αφρική και την Ασία.

Από τη “μάχη των σπαραγγιών” στη Γερμανία τον περασμένο Απρίλιο, όταν και νοσούσαν διαδοχικά οι Ρουμάνοι εργάτες στα σφαγεία και τα χωράφια έως τη Λέριδα της Καταλονίας και τον Πολύγυρο της Χαλκιδικής ή τα χωριά της Λακωνίας, ένα εξαιρετικά σοβαρό, κοινό νήμα εξάπλωσης του κορονοϊού που αφορά όλες τις χώρες της Ε.Ε. σχετίζεται με την παντελή απουσία οποιασδήποτε κρατικής και επιχειρηματικής μέριμνας σε επίπεδο πρόληψης (τεστ) και ενημέρωσης (επιτόπου μετάφραση και πληροφόρηση για τον ιό, προειδοποιήσεις, τήρηση κανόνων αποστασιοποίησης) των εργατών για την πανδημία και τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Με συγκεκριμένη υστεροβουλία από πλευράς κυβερνήσεων και ιδιοκτητών γης και επιχειρήσεων – την ταχύτητα συγκομιδής και επεξεργασίας των τροφίμων, τη διατήρηση (πάση θυσία των εργατών) της “ανοιχτής” τροφοδοσίας των αστικών κέντρων σε αγαθά και τρόφιμα και τη συγκράτηση της κερδοφορίας του καπιταλισμού της αγροτικής παραγωγής μπροστά στην καταστροφή των σοδειών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη ριψοκίνδυνη και κυνική τακτική να αφεθούν οι εργάτες γης, ουσιαστικά, στην τύχη τους.

Κάπως έτσι, ο ιός γίνεται “ταξικός”, αν και δεν είναι – είναι ταξική η πολιτική και επικοινωνιακή διαχείριση της πανδημίας. Με απτά και ενίοτε κωμικοτραγικά αποτελέσματα, όπως για παράδειγμα, συμβαίνει στη Γερμανία, όπου, πριν από μερικές μέρες, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Βερολίνου εξέδωσε ειδικές οδηγίες και απηύθυνε “αυστηρές” συστάσεις στους υποψήφιους εκδρομείς των χειμερινών διακοπών, να αποφύγουν φέτος το Τιρόλο και τις Αυστριακές Άλπεις – μία από τις βασικότερες κοιτίδες διασποράς του κορονοϊού στην Ευρώπη τον περασμένο Φλεβάρη. Οι πλούσιοι που απολαμβάνουν χειμερινές διακοπές, ας (αυτο)προστατευτούν. Οι φτωχοί της γερμανικής και γενικότερα της ευρωπαϊκής υπαίθρου και της αγροτιάς, ας μην περιμένουν και πολλά, ειδικά κάποιες “αυστηρές” οδηγίες και πράξεις στους χώρους εργασίας τους, πέρα από μερικά, περιστασιακά λοκντάουν σε κτηνοτροφικές και βιοτεχνικές μονάδες, όπως δείχνει η μέχρι σήμερα, εμπειρία.

Είπαμε, κάποιοι θα ψάχνουν σύντομα για τσαγκάρηδες στο Παρίσι, αν δεν ληφθούν (χθες) τα κατάλληλα υγειονομικά μέτρα πρόληψης, προστασίας και φροντίδας και δεν ενισχυθεί (προχθές) το κοινωνικό κράτος στην υγεία και την καθημερινότητα των πολιτών – από τα τεστ , τις μάσκες και τις αποστάσεις έως τις κλίνες ΜΕΘ, τα μέσα μεταφοράς και τα σχολικά συγκροτήματα. Θα ψάχνουν για τσαγκάρηδες στο Παρίσι, για νοσηλεύτριες στη Μαδρίτη, για οδοκαθαριστές στη Ρώμη, για εργάτες γης, στη Γερμανία και την Ελλάδα. Θα ψάχνουν, και δεν θα τους βρίσκουν.