Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Αίγυπτος, η διαρκής τραγωδία: Από τον εκλεγμένο ισλαμιστή Μόρσι στον φιλοδυτικό δικτάτορα Σίσι

Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει μια δικτατορία; Κάποτε θα πέσει. Το θέμα είναι πόση δυστυχία και αίμα θα χρειαστεί γι’ αυτό και τι θα έρθει μετά.

Στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης δεν υπάρχει η Αίγυπτος ως πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, υπάρχει μόνο ως σύμμαχος “πρόεδρος” Σίσι, και η μερική συμφωνία  μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες. Ένα κλασικό δείγμα ηθελημένης τυφλότητας καθεστωτικών μέσων σε όλες τις εποχές, που κάποια στιγμή πέφτουν από τα σύννεφα, όπως έγινε το 2011…

Όμως η μεγάλη και ιστορική χώρα της Αιγύπτου των 100 εκατομμυρίων ψυχών υπάρχει δίπλα μας, περνάει πολύ δύσκολα χρόνια και έχει αρχίσει να ξαναβράζει. Μετά από ένα μικρό δημοκρατικό διάλλειμα δύο χρόνων (2011-2013) έχει πάλι μια βάναυση δικτατορία, που μετράει ήδη μια επταετία, με επικεφαλής τον πραξικοπηματία πρώην στρατηγό που μεταμορφώθηκε σε πρόεδρο, Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι.

Από την Οθωμανική Αίγυπτο και τη δυναστεία του Μοχάμεντ Άλι μέχρι τη βρετανική αποικιακή κατοχή, από τον βασιλιά Φαρούκ μέχρι τον Νάσερ και από τον Σαντάτ και τον Μουμπάρακ μέχρι τη λαϊκή εξέγερση του 2011 και, τέλος, από τον Μόρσι μέχρι και τον Σίσι σήμερα, ο μεγάλος αιγυπτιακός λαός είδε μόνο μία (1) φορά πραγματικά ελεύθερες εκλογές, αυτές του Μαΐου–Ιουνίου του 2012 για την ανάδειξη προέδρου της χώρας, τις οποίες και κέρδισε στον δεύτερο γύρο με 52% ο ισλαμιστής Μοχάμεντ Μόρσι (1951-2019), υποψήφιος του Κόμματος Ελευθερίας και Δικαιοσύνης, εκλογικής πλατφόρμας των Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου.

Για να καταλάβουμε την κατάσταση θα πρέπει να σταθούμε λίγο στο ζήτημα του πολιτικού Ισλάμ στην Αίγυπτο.

Το πολιτικό Ισλάμ


Η εμφάνιση οργανώσεων και αδελφοτήτων του πολιτικού Ισλάμ στη Μέση Ανατολή τον 20ό αιώνα, που διεκδικούσαν να κυβερνήσουν τις (πλειοψηφικά μουσουλμανικές) χώρες με τις αρχές της σαρία σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ήταν αποτέλεσμα της αντίδρασης των κοινωνιών αυτών απέναντι στην αποικιοκρατική Ευρώπη και τις συνεργαζόμενες με αυτήν διεφθαρμένες τοπικές ελίτ και κυβερνήσεις.

Θεωρούσαν ότι οι χώρες και οι κοινωνίες τους βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση, αδύναμες και υποτελείς, επειδή οι κυβερνώσες ελίτ είχαν απομακρυνθεί από τις βασικές αρχές της ισλαμικής συμπεριφοράς και τα διδάγματα του Κορανίου. Πίστευαν δε στην επανεισαγωγή των κωδίκων αυτών στην πολιτική και, κυρίως, στην κοινωνική ζωή των χωρών τους. Ο κόσμος του πολιτικού Ισλάμ, όμως, είχε και έχει τεράστιες διαφοροποιήσεις εντός του (κάτι που στη Δύση αποφεύγουμε να διακρίνουμε): από τις περιθωριακές, ακραίες, τζιχαντιστικές ομάδες που θέλουν να επιβάλουν το Χαλιφάτο και τη σαρία με φωτιά και τσεκούρι, μέχρι τα πλειοψηφικά κοινοβουλευτικά κόμματα του πολιτικού Ισλάμ κατά τις τελευταίες δεκαετίες, που αποδέχονται συνταγματικές και δημοκρατικές διαδικασίες στον δρόμο προς την εξουσία.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής, το πολιτικό Ισλάμ ουδόλως αμφισβητεί τον καπιταλισμό, και μάλιστα ούτε καν το νεοφιλελεύθερο μοντέλο του, αποδεχόμενο ντε φάκτο τις συνέπειές του. Η διαφορά έγκειται στον κεντρικό κοινωνικό (και πολιτικό) ρόλο που παίζουν οι ισλαμικές δομές αλληλοβοήθειας και τα δίκτυα, που καλούνται να αμβλύνουν τις κοινωνικές αντιθέσεις (με νοσοκομεία, σχολεία, υλική βοήθεια στα φτωχότερα στρώματα). Επίσης, όταν κυβερνούν, διαφέρουν στο ότι χρησιμοποιούν κατά κάποιο τρόπο κεϋνσιανές πολιτικές δημοσίων επενδύσεων με φιλολαϊκό πρόσημο.

Η επανεμφάνιση και ισχυροποίηση του πολιτικού Ισλάμ τα τελευταία 40 χρόνια με τις διάφορες μορφές του, μεταξύ άλλων αιτιών, οφείλεται σημαντικά (α) στην ήττα και κατάρρευση των κοσμικών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στον αραβικό κόσμο και (β) στην απαξίωση των κοσμικών δυτικών αρχών και αξιών, αφού υποτίθεται με αυτές, στα μάτια των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων αραβικών λαών, πως κυβερνούν τα αυταρχικά και δικτατορικά, δυτικόφιλα, αραβικά καθεστώτα. Να σημειωθεί πάντως ότι ορισμένες οργανώσεις του πολιτικού Ισλάμ, την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, δέχτηκαν να χρησιμοποιηθούν από την Δύση ως πολιτικό αντίβαρο για την υπονόμευση αριστερόστροφων αραβικών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, τα οποία απειλούσαν τα ισραηλινά και δυτικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και αλλού.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο


Η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι η σημαντικότερη και πολυπληθέστερη οργάνωση του πολιτικού Ισλάμ, με ιστορικές ρίζες και διακλαδώσεις σε πολλές χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ως οργάνωση, λόγω των διώξεων που έχει υποστεί κατά καιρούς, παραμένει κλειστή, με αυστηρή εσωτερική ιεραρχία και επιλογή μελών, καθώς και με Ανώτατο Συμβούλιο Οδηγών – ωστόσο έχει δημιουργήσει κοινοβουλευτικά σχήματα και μέτωπα σε αρκετές χώρες, όπου παίρνει μέρος και στις εθνικές εκλογές, όπως: το Κόμμα της Αναγέννησης (Ennahda) στην Τυνησία, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ελευθερίας στην Αίγυπτο, το κυβερνητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία, το Ισλαμικό Μέτωπο Δράσης στην Ιορδανία, το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (PJD) στο Μαρόκο, την αντιστασιακή ισλαμική παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς που κυβερνά στη Γάζα κάτω από συνθήκες αποκλεισμού και πολιορκίας από το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928 από τον δάσκαλο και ιμάμη Χασάν Αλ Μπάννα, ο οποίος αγωνίστηκε ενεργά εναντίον των Βρετανών αποικιοκρατών μέχρι τη δολοφονία του το  1949. Υπό την ηγεσία του, τη δεκαετία του 1940, η οργάνωση έφτασε να έχει 500.000 μέλη στην Αίγυπτο. Μετά τον Μπάννα, ο ιδεολογικός της εκπρόσωπός, Σαγίντ Κούτμπ, που εκτελέστηκε στην Αίγυπτο το 1966 από τον Νάσερ, είχε πιο ακραίες απόψεις και αρνούνταν να δεχτεί τις κοσμικές συνταγματικές ρυθμίσεις που θα έδιναν φωνή στη λαϊκή θέληση.

Η ηγεσία των Αδελφών Μουσουλμάνων, το 1984, απέρριψε δημόσια τις ερμηνείες και απόψεις του Κούτμπ και προχώρησε σε πολύ μετριοπαθέστερες και αποδεκτές τοποθετήσεις. Έτσι, κατά τη διάρκεια των χρόνων και έχοντας περάσει από πολλές αλλαγές και διαφοροποιήσεις στην ιστορική της διαδρομή, παράνομη επί πολύ καιρό, η Μουσουλμανική Αδελφότητα εξελίχθηκε σε έναν σημαντικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα, με πολλά κοινωνικά και κοινωφελή δίκτυα. Τα τελευταία επτά χρόνια η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι στην παρανομία ξανά.

Ο πρόεδρος αλ Σίσι, το προεδρικό ζεύγος Τραμπ και ο βασιλιάς του οίκου των Σαούντ στο Ριάντ εγκαινιάζουν το κέντρο για την καταπολέμηση του εξτρεμισμού

Μετά τη λαϊκή εξέγερση του 2011 και την παραίτηση του Μουμπάρακ, τη μεταβατική εξουσία ανέλαβε το πάντα παρόν από το 1954 Ανώτατο Συμβούλιο Ενόπλων Δυνάμεων (SCAF), ορίζοντας και ελέγχοντας όλες τις διαδικασίες μετάβασης προς τις εκλογές, μέσα σε θυελλώδες κοινωνικοπολιτικό κλίμα επί έναν χρόνο. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, κάνοντας το πρώτο μεγάλο λάθος, αποφάσισαν να απέχουν από τις λαϊκές διεκδικήσεις στους δρόμους και να λειτουργήσουν σταθεροποιητικά για το σύστημα, συνομιλώντας και συνεργαζόμενοι με το SCAF, αποξενώνοντας έτσι όμως σημαντικό τμήμα των εξεγερμένων και μέρος της βάσης τους, ιδίως της αιγυπτιακής νεολαίας που κατέβαινε στους δρόμους. Το SCAF είδε στους Αδελφούς Μουσουλμάνους έναν χρήσιμο προσωρινό σύμμαχο για τη σταθεροποίηση της κατάστασης, τη στιγμή που οι πολιτικές δομές του καθεστώτος Μουμπάρακ (Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα-NDP) είχαν αποκεφαλιστεί και βρίσκονταν υπό διάλυση, μέχρι να ανασυνταχθούν. Στις προεδρικές εκλογές του Ιουνίου του 2012, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ελευθερίας που είχαν δημιουργήσει οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, με επικεφαλής τον Μοχάμεντ Μόρσι, κέρδισε στον δεύτερο γύρο οριακά τον αντίπαλο υποψήφιο Αχμέτ Σαφίκ, τέως πρωθυπουργό της δικτατορίας Μουμπάρακ.

Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ακολούθησαν μια υπερβολικά συντηρητική πολιτική: αποδέχτηκαν όλες τις διεθνείς υποχρεώσεις και συνθήκες της χώρας, εγκατέλειψαν πολλές από τις πλέον δογματικές θρησκευτικές τους απόψεις για την εσωτερική πολιτική, συνεργάστηκαν ακόμα και με τμήματα του παλιού καθεστώτος. Ωστόσο, η εκλογή του Μόρσι σήμανε συναγερμό στη Δύση, κυρίως στις ΗΠΑ, στο Ισραήλ και στις μοναρχίες του Κόλπου, καθώς θεωρήθηκε δυνητικά επικίνδυνη για τα δυτικά συμφέροντα, πρωτίστως βέβαια για το Ισραήλ, μιας και υπήρχε πιθανότητα ανατροπής της ειρηνευτικής συμφωνίας του Καμπ Ντέιβιντ του 1978. Ο φόβος τους δεν αφορούσε τόσο αυτή καθαυτή την πολιτική των Αδελφών Μουσουλμάνων, αλλά τις συνθήκες ελεύθερης έκφρασης και δημοκρατίας που δημιουργούνταν και θα αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για τις λαϊκές διαθέσεις και διεκδικήσεις, σε μια Αίγυπτο με χρόνια, τεράστια κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα  – κυρίως δε τις σημαντικές πιέσεις που θα δεχόταν η κυβέρνηση από το “αραβικό πεζοδρόμιο” που ανέκαθεν προχωρούσε σε δυναμικές κινητοποιήσεις για το ζήτημα της σκλαβωμένης Παλαιστίνης.

Εδώ να σημειωθεί ότι σημαντικό ρόλο στις εσωτερικές εξελίξεις στην Αίγυπτο παίζει η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ από το 1948. Από τότε μέχρι και σήμερα, η σχέση των δύο γειτονικών κρατών διακυμάνθηκε από την απόλυτη εχθρότητα με τέσσερις πολέμους μεταξύ τους (1949, 1956, 1967, 1973) μέχρι την καλυμμένη και πλέον ανοιχτή συνεργασία τους σε διάφορους τομείς, η οποία ξεκίνησε με τη Συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ, και εντέλει στοίχισε και την ζωή του προέδρου Ανουάρ Σαντάτ το 1982. Πάντα διαμεσολαβητές υπέρ του Ισραήλ ήταν και είναι οι ΗΠΑ, που χρησιμοποιούν το καρότο και το μαστίγιο για να πειθαναγκάσουν τις αιγυπτιακές ηγεσίες, διασφαλίζοντας ότι δεν θα ενοχλήσουν στο παραμικρό τον πολύτιμό τους σύμμαχο, γεγονός το οποίο και πετυχαίνουν εν μέσω της σιωπηλής οργής του αιγυπτιακού λαού.

Όμως, παρότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και ο Μόρσι διέψευσαν μετά τις εκλογές αυτούς τους φόβους, με τη συμβιβαστική πολιτική τους απέναντι στη Δύση, τους στρατιωτικούς και το Ισραήλ, για το οποίο δεν έλεγαν κουβέντα, η πολιτική αυτή δεν κατάφερε να αποτρέψει το αιματηρό πραξικόπημα στις 3 Ιουλίου του 2013, έναν μόλις χρόνο μετά την εκλογή του Μόρσι, από τον υπουργό Άμυνας στρατηγό Αμπτέλ Φατάχ Αλ Σίσι, τον οποίο είχε διορίσει ο ίδιος ο εκλεγεμένος πρόεδρος.

Μια σειρά σοβαρών πολιτικών λαθών και αστοχίες που προέρχονταν από τη στενή λογική της συντηρητικής ηγεσίας των Αδελφών Μουσουλμάνων, που ήταν καθηλωμένοι σε λογική παρανομίας, η έλλειψη προσπάθειας για ευρύτερες συναινέσεις στην κατάρτιση του νέου Συντάγματος, παρότι προνοούσε για ίσα δικαιώματα και των τριών επισήμων θρησκειών στην Αίγυπτο και άλλες θετικές ρυθμίσεις, όπως και το οικονομικό και πολιτικό σαμποτάζ και τα εμπόδια που έβαζαν οι ισχυρές δυνάμεις του προηγούμενου καθεστώτος σε όλες τις κρατικές δομές και στις δυνάμεις καταστολής (απόκρυψη τροφίμων, καυσίμων κ.ά.), όλα αυτά είχαν δραματικές επιπτώσεις στην εσωτερική πολιτική κατάσταση και στη διαμόρφωση ενός ετερόκλητου πολιτικού μετώπου εναντίον της ισλαμικής κυβέρνησης από τους fouloul (οπαδούς του προηγούμενου δικτατορικού καθεστώτος Μουμπάρακ), τους φιλελεύθερους αστούς, τους σαλαφιστές του κόμματος Αλ Νουρ, ακόμα και από τη λιλιπούτεια αιγυπτιακή Αριστερά.

Ο δικτάτορας Σίσι

Το SCAF, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Σίσι, για να καταλάβει την εξουσία χρησιμοποίησε προσχηματικά τις μεγάλες διαδηλώσεις εναντίον του Μόρσι (που είχε διοργανώσει το ετερόκλητο αυτό μέτωπο, το λεγόμενο Tamarod, το οποίο απαιτούσε την παραίτηση της εκλεγμένης κυβέρνησης και του Μόρσι), δηλώνοντας ότι η ηρεμία πρέπει να επιστρέψει στη χώρα και υποσχόμενο σύντομα ελεύθερες εκλογές, που ουδέποτε έγιναν μέχρι σήμερα.

Πλήθος κόσμου στην πλατεία Ράμπαα διαμαρτύρεται για την ανατροπή του Μόρσι

Θυμόμαστε όλοι με πόση δυσκολία τα δυτικά μέσα ενημέρωσης χαρακτήριζαν το πραξικόπημα του Σίσι ως πραξικόπημα. Η ανακούφιση από την ανατροπή του Μόρσι ήταν πασιφανής. Ούτε και όταν ο Σίσι, στις 14 Αυγούστου του 2013, διέπραξε μαζική σφαγή οπαδών του Μόρσι που είχαν κατασκηνώσει κατά δεκάδες χιλιάδες στην πλατεία Ράμπαα του Καΐρου διαμαρτυρόμενοι για την ανατροπή του. Από τα πυρά του στρατού και της αστυνομίας, μέσα σε λίγες ώρες, εκτιμάται από την Human Rights Watch (HRW) ότι δολοφονήθηκαν 904 πολίτες, η στρατιωτική κυβέρνηση παραδέχεται 624, ενώ η Μουσουλμανική Αδελφότητα κάνει λόγο για 2.600 νεκρούς. Κάποιες λίγες “αυστηρές” συστάσεις ακούστηκαν για να ξεχαστούν πολύ γρήγορα.

Επακολούθησε άγρια καταστολή άνευ ορίων: Αναστολή του νέου Συντάγματος του 2012, δεκάδες χιλιάδες συλλήψεις, κλείσιμο εφημερίδων, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών (αρχικά των προσκείμενων στη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας και λίγο αργότερα και όλων όσων δεν έλεγχε η χούντα), απαγόρευση  των πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων και συνδικάτων.

Η εικόνα της πλέον βίαιης καταστολής της διαμαρτυρίας στην πλατεία Ράμπαα του Καΐρου

Ο στρατηγός Σίσι, μετά το αιματηρό πραξικόπημα, έκανε όλα τα κλασικά βήματα που κάνουν οι στρατιωτικοί δικτάτορες για να γίνουν αποδεκτοί από τη Δύση. Το 2014 αποσχηματίστηκε την στολή του στρατηγού και μεταβλήθηκε σε πολιτικό πρόεδρο με εκλογές, τις οποίες φυσικά κέρδισε με συντριπτικό ποσοστό, γενόμενος ο “δικός μας δικτάτορας”, απαραίτητος συνομιλητής των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Ε.Ε.

Για να σταθεροποιηθεί οικονομικά το καθεστώς, οι μοναρχίες του Κόλπου βοήθησαν αμέσως με μεταβιβάσεις πολλών δισ. δολαρίων. Έκτισε λοιπόν με τα παλαιά υλικά ένα δικτατορικό καθεστώς πολύ σκληρότερο από το αντίστοιχο προηγούμενο, ελέγχοντας τα πάντα με ένα τεράστιο δίκτυο 2.000.000 χαφιέδων και ασφαλιτών που κληρονόμησε από τον Μουμπάρακ, με μαζικές αυθαίρετες συλλήψεις και έχοντας κλείσει στη φυλακή όλη την ηγεσία των Αδελφών Μουσουλμάνων και χιλιάδες οπαδούς τους, μαζί με όσους φιλελεύθερους αστούς και αριστερούς τόλμησαν να τον κριτικάρουν εκ των υστέρων.

Σήμερα είναι στις φυλακές τουλάχιστον 60.000 πολιτικοί κρατούμενοι – κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους. Για να εξαφανίσει και φυσικά τους φυλακισμένους αντιπάλους του, τους στερεί ακόμα και το δικαίωμα της ιατρικής περίθαλψης, γεγονός που έχει επισημανθεί από τον διεθνή τύπο και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Έτσι, εξάλλου, απαλλάχθηκε από τον Μόρσι, αλλά και από άλλα στελέχη των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Για να αντιμετωπίσει δε την εξέγερση των ισλαμιστών στη Χερσόνησο του Σινά, γκρεμίζει και εξαφανίζει ολόκληρα χωριά, ιδίως όσα είναι στα σύνορα με το Ισραήλ, ενώ ο αιγυπτιακός στρατός κάνει εκατοντάδες εξωδικαστικές εκτελέσεις “τρομοκρατών”, που κατά κύριο λόγο είναι απλοί χωρικοί, συγγενείς καταζητούμενων αντιπάλων του Σίσι. Με απόλυτο έλεγχο και λογοκρισία σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, φυλακίζει οποιονδήποτε τολμήσει να τον αντιπολιτευτεί. Δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, κωμικοί, αγρότες, επιχειρηματίες, εργάτες, ακόμα και στρατιωτικοί – κανείς δεν είναι ασφαλής πλέον.

Το 2016 ο Σίσι υπέγραψε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δάνειο 12 δισ. δολαρίων με δέσμευση για ένα σκληρό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, λιτότητας και υποτίμησης του νομίσματος, μειώνοντας δραστικά ή και καταργώντας επιδοτήσεις σε βασικά είδη διατροφής και καύσιμα, που οι τιμές τους πήραν την άγουσα για τους φτωχούς, ενώ φέτος, τον Ιούνιο του 2020, έλαβε κι άλλο δάνειο ύψους 5,2 δισ. δολαρίων. Συνολικά, από το 2016 μέχρι σήμερα, τα δάνεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ανέρχονται σε 20 δισ. δολάρια. Παράλληλα, λαμβάνει μεγάλα ποσά είτε με δάνεια, είτε με δωρεάν μεταβιβάσεις από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Όλα αυτά συνετέλεσαν, ώστε η αιγυπτιακή οικονομία να έχει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Πώς οραματίζεται η κυβέρνηση της Αιγύπτου το νέο διοικητικό κέντρο του Καΐρου κλείνοντας συμφωνίες με τα Εμιράτα

Παράλληλα όμως υπάρχει μια διαρκώς αυξητική τάση στα ποσοστά φτώχειας (η Παγκόσμια Τράπεζα  εκτιμά φέτος ότι το 60% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας) αλλά και συμπίεση και κατάρρευση της μεσαίας τάξης, η οποία μάλιστα στήριξε στην πλειοψηφία της το πραξικόπημα. Την ίδια στιγμή η ενδημική διαφθορά στο κράτος καλπάζει και ο Σίσι χτίζει, με δημόσιο χρήμα, βίλες και παλάτια για τον εαυτό του και τους στενούς συνεργάτες του. Ο στρατός συνεχίζει να ελέγχει μια σειρά από μεγάλες επιχειρήσεις, όπου μαζί με μια κλεπτοκρατική ολιγαρχία φίλων του Σίσι απομυζούν τους οικονομικούς πόρους της χώρας μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τις δραματικές ανισότητες. Το 2019 υπήρχαν 12 εκατ. άστεγοι Αιγύπτιοι.

Πέρσι, ο Μοχάμεντ Άλι, Αιγύπτιος μεγαλοεπιχειρηματίας αυτοεξόριστος στην Ισπανία ο οποίος επί 15 χρόνια εκτελούσε εργολαβίες του στρατού, κατήγγειλε δημόσια τον Σίσι και την κλίκα του για κατασπατάληση δημοσίου χρήματος προς ίδιον συμφέρον, καταγγελία που λειτούργησε ως σπινθήρας για τις διαδηλώσεις που ξέσπασαν και τότε και εν νέου τον περασμένο Σεπτέμβριο. Οι διαδηλώσεις, μικρές μέχρι τώρα, αλλά απλωμένες σε πολλές περιοχές της χώρας, έχουν ως αίτημα την παραίτηση του Σίσι. Η απάντηση του καθεστώτος ήταν ξύλο, πυροβολισμοί, συλλήψεις και εξαφανίσεις διαδηλωτών…

Ο επιχειρηματίας Μοχάμεντ Άλι

Τέλος, ο Σίσι, όπως κάθε δικτάτορας που σέβεται τον εαυτό του, αντιγράφοντας τις σύμμαχες του μοναρχίες του Κόλπου έχει ξεκινήσει από το 2015 μια εξτραβαγκάντζα 300 δισ. δολαρίων (!) κατασκευάζοντας τη νέα υπερπολυτελή διοικητική και οικονομική πρωτεύουσα της Αιγύπτου σε μέγεθος Σιγκαπούρης, μακριά από τα εκατομμύρια εξαθλιωμένους κατοίκους του Καΐρου. Το “νέο Κάιρο” επονομαζόμενο και “Sisi-City”, 50 χιλιόμετρα ανατολικότερα, προς το παρόν κατοικείται από σκορπιούς και άλλα έντομα της ερήμου…

Ποιοι είναι οι δικτάτορες;

Το πραξικόπημα του 2013 στην Αίγυπτο, που ανέτρεψε τον μοναδικό εκλεγμένο πρόεδρο στην ιστορία της· το πραξικόπημα του στρατού στην Αλγερία το 1992 εναντίον του Ισλαμικού Μετώπου Σωτηρίας (FIS), όταν φάνηκε ότι θα κερδίσει τις επερχόμενες εκλογές, που εξελίχθηκε σε έναν πολύχρονο αιματηρότατο εμφύλιο πόλεμο με δεκάδες χιλιάδες θύματα από όλες τις πλευρές· το πραξικόπημα στην Τουρκία το 2016 εναντίον της κυβέρνησης του ΑΚΡ, αποτελούν φιλοδυτικά πραξικοπήματα κατάλυσης των ήδη πολύ εύθραυστων κοινοβουλευτικών δημοκρατιών στον μουσουλμανικό κόσμο.

Πραξικοπήματα που ΔΕΝ τα έκαναν τελικά τα μονίμως κατηγορούμενα από τη Δύση ως ψευδο-δημοκρατικά, νόμιμα κόμματα του πολιτικού Ισλάμ, ΑΛΛΑ οι φιλοδυτικοί κοσμικοί στρατιωτικοί, γεγονός που καταρρίπτει το δυτικό πολιτικό αφήγημα για τις αρχές και τις αξίες της Δύσης περί Δημοκρατίας, για άλλη μια φορά, στα μάτια δεκάδων εκατομμυρίων μουσουλμάνων οπαδών του πολιτικού Ισλάμ, αλλά και στα μάτια πολλών άλλων που δεν είναι μουσουλμάνοι.

Ως εκ τούτου, είναι εύκολο να αναπτυχτούν εκτιμήσεις και συμπεράσματα, στον ευρύτερο χώρο του πολιτικού Ισλάμ, ότι είναι αδύνατη η ειρηνική και με δημοκρατικές διαδικασίες άνοδος στην εξουσία, ευνοώντας έτσι τις πιο ακραίες και βίαιες εκφάνσεις του (όπως συνέβη παλαιότερα, σε ανάλογες συζητήσεις εντός της κομμουνιστικής και μη Αριστεράς, περί ειρηνικού ή όχι δρόμου προς τον σοσιαλισμό…). Η εξώθηση του πολιτικού Ισλάμ από τη Δύση, που υποστηρίζει ανοιχτά τις σύμμαχες της φιλοδυτικές διεφθαρμένες, αυταρχικές και δικτατορικές αραβικές ελίτ, σε αυτή την κατεύθυνση σκέψης και δράσης, μόνο περισσότερα δεινά μπορεί να φέρει στους λαούς της Μέσης Ανατολής αλλά εντέλει και στους λαούς της ίδιας της Δύσης.