Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ελληνικό: η σιωπηρή κατεδάφιση του Κολλεγίου Θηλέων

“Αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και δεν είναι κανείς εκεί για να το ακούσει, θα κάνει θόρυβο;”, λέει το διάσημο απόφθεγμα. “Όχι”, είναι η κατηγορηματική απάντηση του εμπειριστή φιλοσόφου George Berkeley (1685 – 1753), που υποστήριξε πως κάτι υπάρχει μόνο αν κάποιος έχει αντίληψη περί αυτού. Εν προκειμένω δεν υπήρξε καν το δέντρο.

Στις μέρες μας η ιδέα αυτή έχει επεκταθεί κυρίως στον χώρο της ενημέρωσης: μια είδηση γίνεται είδηση όταν μεταδίδεται ως τέτοια από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλιώς δεν είναι είδηση, ίσως και να μην έγινε ποτέ. Κάπως έτσι, ο κρότος από την κατεδάφιση του συγκροτήματος κτιρίων του πρώην Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων Αθηνών στο Ελληνικό δεν ακούστηκε από κανέναν. Το γκρέμισμά του, μια που δεν μεταδόθηκε από κανένα απολύτως ενημερωτικό μέσο, τηλεοπτικό, έντυπο ή ηλεκτρονικό, δεν καταγράφηκε ως είδηση. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ.

Ένα “χέρσο χωράφι”, ελεύθερο βαρών και μνήμης

Σε αντίθεση με την έναρξη των κατεδαφίσεων, η οποία “εγκαινιάστηκε” πανηγυρικά με την παρουσία του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη στις αρχές Ιουλίου και συγκέντρωσε τα φώτα της δημοσιότητας για προφανείς επικοινωνιακούς λόγους, η εξέλιξη των κατεδαφίσεων έμεινε σχεδόν στο σκοτάδι.

H κυβέρνηση δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο, στην παρούσα φάση, να δημοσιοποιήσει την κατεδάφιση ενός μνημειακού συγκροτήματος κτιρίων, όπως αυτό του Κολλεγίου, ενέργεια που θα προκαλούσε αναπόφευκτα αρνητικές για την ίδια εντυπώσεις. Η μοναδική, αόριστη κι αυτή, αναφορά στην πρόοδο των εργασιών κατεδάφισης στο Ελληνικό ανιχνεύεται στη δήλωση του Άδωνη Γεωργιάδη στις 13 Οκτωβρίου: “Όσον αφορά στα προκαταρκτικά έργα που έχουν ξεκινήσει από τον Ιούνιο, το χρονοδιάγραμμα ολοκληρώσεώς τους βάσει της υπουργικής μου αποφάσεως είναι μέχρι 31 Οκτωβρίου. Είμαστε ήδη εντός χρονοδιαγράμματος. Αν κάνετε μια βόλτα με το αυτοκίνητο θα δείτε ένα χέρσο χωράφι έτοιμο να υποδεχθεί τους εκσκαφείς για να ξεκινήσουν τα κυρίως έργα”.

Το επιδιωκόμενο από την κυβερνητική πλευρά και τους επενδυτές έχει επιτευχθεί και δεν χρειάζονται και πολλές λεπτομέρειες. “Ένα χέρσο χωράφι”, ένα κενό οικόπεδο ελεύθερο βαρών, απαλλαγμένο από ιστορία, μνήμες και μνημεία, είναι έτοιμο να παραδοθεί προς αξιοποίηση…

Οι ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ

Άλλωστε, το μνημείο για το οποίο κάνουμε λόγο δεν ήταν καν, επισήμως, μνημείο. Φρόντισε για αυτό η προηγούμενη κυβέρνηση. Επί των δικών της ημερών, τον Οκτώβριο του 2016, και υπό την δική της ασφυκτική πολιτική πίεση το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) γνωμοδότησε πως η ιστορική σημασία, αλλά και η τυπολογική και μορφολογική σπουδαιότητα του συγκροτήματος των κτιρίων του πρώην Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων, έργο του αρχιτέκτονα Stuart W. Thompson, δεν ήταν στοιχεία ικανά για να το διασώσουν.

Ας σημειωθεί πως τότε η αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου Πολιτισμού, είχε εισηγηθεί στο ΚΣΝΜ να χαρακτηριστεί ως μνημείο το κτιριακό συγκρότημα του Κολλεγίου, όπως άλλωστε και το κέλυφος του αρχικού κτιρίου του Δυτικού Αεροσταθμού (αίθουσα αφίξεων – αναχωρήσεων) και ο παλαιός πύργος ελέγχου του Αεροσταθμού. Η εισήγηση εκείνη δεν είχε γίνει δεκτή. Όπως δεν εισακούστηκαν και οι φορείς που συνηγορούσαν υπέρ της διάσωσης των μνημείων, ήτοι η Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Πτυχιούχων Ανώτατων Σχολών – Πανελλήνια Ένωση Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ), ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Αττικής, η ελληνική εθνική επιτροπή του ICOMOS, το ελληνικό τμήμα του TICCHI, το Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων Ολυμπιακής Αεροπορίας (ΠΟΛΚΕΟΑ), ο Σύλλογος Αποφοίτων Κολλεγίου Αθηνών κ.ά.

Για τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε διεξαχθεί η συνεδρίαση του ΚΣΝΜ τον Οκτώβριο του 2016 είναι ενδεικτικό το σχόλιο που είχε κάνει σε σχετική ανακοίνωσή της η Επιτροπή Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού: “η συζήτηση που έλαβε χώρα χαρακτηρίζει τη διολίσθηση του οργάνου σε διαδικασίες και αποφάσεις που δεν συνάδουν με την επιστημονική αντικειμενικότητα και την αυτονομία του”. Όπως σημείωνε η Επιτροπή, “το ΤΑΙΠΕΔ που είχε κληθεί, όπως και η Ελληνικό ΑΕ, έκανε εκτενή αντιεισήγηση με υπογραφές τριών καθηγητών Αρχιτεκτονικής, οι οποίοι εκπόνησαν αμειβόμενη μελέτη για το Ταμείο. Μέχρι σήμερα στο ΚΣΝΜ κατατίθεται η εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης ενώ τα μέλη του οργάνου και οι προσκεκλημένοι φορείς τοποθετούνται προφορικά ή/και γραπτά. Η πρόθεση να υποσκελιστεί η υπηρεσία και να υποκατασταθεί από την εισήγηση του ΤΑΙΠΕΔ ήταν σαφής”. Έκτοτε, η πρακτική αυτή γενικεύτηκε τόσο στο ΚΣΝΜ, όσο και στο αντίστοιχο για τις αρχαιότητες συμβούλιο, το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ).

Νά λοιπόν γιατί και τα μέσα επικοινωνίας που πρόσκεινται στην σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση προτίμησαν τη σιωπή για την κατεδάφιση του κτιριακού συγκροτήματος του Κολλεγίου στο Ελληνικό. Γιατί, μπορεί οι τελικές ενέργειες για την κατεδάφισή του να έγιναν από την σημερινή κυβέρνηση, η αντίστροφη μέτρηση ωστόσο για την εξέλιξη αυτή ξεκίνησε με την απόφαση για τον μη χαρακτηρισμό του ως μνημείου, μια απόφαση που φέρει την υπογραφή της υπουργού Πολιτισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Λυδίας Κονιόρδου.

Η ιστορία του μνημείου που γκρεμίστηκε

Το συγκρότημα του Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων βρισκόταν στο νοτιοανατολικό τμήμα της έκτασης του Ελληνικού. Η απόφαση για την ανέγερσή του συνδέεται με την καταστροφή της Σμύρνης, όπου το ίδρυμα λειτουργούσε από το 1875 ως American School for Girls. Όπως μνημονεύεται στην εκτενή “Έκθεση ιστορικής, αρχιτεκτονικής και τεχνικής τεκμηρίωσης κτιρίων και εγκαταστάσεων” για τα νεότερα μνημεία του αεροδρομίου Ελληνικού, που εκπόνησαν το 2016 το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος και το Εργαστήριο Ερευνών Ιστορίας Αρχιτεκτονικής EMΠ και από την οποία αντλούμε τα στοιχεία που παραθέτουμε εδώ, ανάμεσα στους πρόσφυγες που έφτασαν το 1922 στον Πειραιά συγκαταλέγονταν και οι μαθήτριες του αμερικάνικου κολεγίου της Σμύρνης, “γυμναί κατά το πλείστον και ανυπόδυτοι λόγω της εσπευσμένης φυγής”.

Τον Οκτώβριο του 1923 το Κολλέγιο επαναλειτούργησε στο Παλαιό Φάληρο. Λίγα χρόνια μετά αγοράστηκε η έκταση στο Ελληνικό με χαμηλό τίμημα και με δωρεές προερχόμενες από τις ΗΠΑ, ενώ τμήμα της έκτασης παραχωρήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. Η στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στο Κολλέγιο ήταν ισχυρή. Το συγκρότημα εγκαινιάστηκε το 1931. Κατασκευάστηκαν, αρχικά το 1931-1932, δύο κτίρια και στη συνέχεια τα υπόλοιπα και διαμορφώθηκε ο υπαίθριος χώρος, βάσει του αρχικού σχεδιασμού του 1930, ο οποίος προέβλεπε την κατασκευή δώδεκα κτιρίων και περιβάλλοντος πάρκου.

Τον σχεδιασμό του Αμερικανικού Κολλεγίου της Αθήνας ανέλαβε το κεντρικό πρόσωπο των τεχνικών έργων της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Ελλάδα, ο αρχιτέκτονας Stuart W. Thompson, με έργα εκπαιδευτηρίων, μουσείων, νοσοκομείων, ναών στις ΗΠΑ και στην ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο, στην Τουρκία και στην Αλβανία. Ο λάτρης της αρχαιότητας Thompson, υπήρξε ο τελευταίος υπερασπιστής του νεοκλασικού ρυθμού, ενώ το κορυφαίο έργο του στην Ελλάδα, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη (1923) θεωρείται το ακραίο ορόσημο του αυθεντικού νεοκλασικισμού. Ο Stuart W. Thompson είναι ο αρχιτέκτονας σημαντικών κτιρίων, όπως το State Tower Building στη Νέα Υόρκη, το Crucible Steel Building στο Σικάγο, το Sterling Drug Plant στο Μισσισιππί, ο τερματικός σταθμός του αεροδρομίου στο Κοννέκτικατ, το ερευνητικό κέντρο Sterling-Winthrop στη Νέα Υόρκη.

Από το αρχικό σχέδιο του Κολλεγίου και την κατασκευή του 1931-1936, σωζόταν μέχρι την κατεδάφιση, σε άριστη κατάσταση, η ενότητα των τεσσάρων μεγάλων κτιρίων, των έξι μικρότερων βοηθητικών και ο περιβάλλων χώρος του αρχικά σχεδιασμένου πάρκου. Το προβλεπόμενο από το σχέδιο πάρκο διαμορφώθηκε από τα υπάρχοντα στο οικόπεδο παλαιά μεγάλα δένδρα και τους θαμνώνες της Γλυφάδας. Ο χώρος συμπληρώθηκε με νέες φυτεύσεις κατά μήκος των αξόνων και περιμετρικά των κτιρίων. Το μεγαλύτερο μέρος των φυτεύσεων, οι οποίες αποτελούσαν μέρος της σύνθεσης του Thompson, σωζόταν μέχρι πρότινος σε όλη τη νότια έκταση και στην κεντρική αλέα του συγκροτήματος.

Το Κολλέγιο συνέχισε τη λειτουργία του έως τον Δεκέμβριο του 1940 όταν επιβλήθηκε, λόγω του πολέμου, η παύση λειτουργίας όλων των σχολείων της χώρας. Το συγκρότημα μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο, ενώ μετά τη γερμανική εισβολή επιτάχθηκε στις 2 Ιουνίου 1941. Οι Γερμανοί λεηλάτησαν την περιουσία του Κολλεγίου, συνέχισαν ωστόσο τη λειτουργία του συγκροτήματος ως στρατιωτικού νοσοκομείου μέχρι την άνοιξη του 1943, οπότε το εγκατέλειψαν λόγω των συμμαχικών βομβαρδισμών στις αεροπορικές εγκαταστάσεις του Ελληνικού.

Με την αποχώρηση των Γερμανών, το συγκρότημα επανήλθε στο Κολλέγιο, αλλά το εκπαιδευτήριο δεν μπόρεσε να λειτουργήσει στην περιοχή παρά το 1946. Το 1958, λόγω των έργων ανάπτυξης του αεροδρομίου, μέρος του οικοπέδου απαλλοτριώθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, ενώ το 1959, απαλλοτριώθηκε και το υπόλοιπο τμήμα για να στεγάσει τις κεντρικές υπηρεσίες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Το Κολλέγιο εγκατέλειψε το οικόπεδο οριστικά το 1965 και μεταφέρθηκε σε νέες εγκαταστάσεις στην Αγία Παρασκευή, όπου λειτουργεί έως σήμερα.

Σύμφωνα με την “Έκθεση ιστορικής, αρχιτεκτονικής και τεχνικής τεκμηρίωσης κτιρίων και εγκαταστάσεων”, η αρχιτεκτονική “κολλεγίου”, η οποία χαρακτηρίζει το Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων του Ελληνικού, συναντάται επίσης στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, η κατασκευή της οποίας ξεκίνησε το 1922, στο Κολλέγιο Αθηνών στο Ψυχικό, η πρώτη πτέρυγα του οποίου ολοκληρώθηκε το 1928, και στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή των Σπετσών του 1927. Τα τέσσερα αυτά συγκροτήματα που κτίστηκαν την ίδια περίοδο, συνδέονται με σημαντικές ιστορικές στιγμές του τόπου, αλλά και με την διεθνή παρουσία στην Ελλάδα, όπως και με την ελληνική ομογένεια. Και τα τέσσερα (τρία πλέον, μετά την απώλεια του Κολλεγίου του Ελληνικού) χαρακτηρίζονται από εκτεταμένη χρήση νεοκλασικών χαράξεων και κανόνων, αρχιτεκτονικών στοιχείων και διατάξεων, τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στις όψεις και στον περιβάλλοντα χώρο.

Η επόμενη ημέρα

Το κτιριακό συγκρότημα του Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων του Ελληνικού έπρεπε να έχει κηρυχθεί μνημείο, έπρεπε να έχει διασωθεί. Οι ευθύνες για την καταστροφή του, που θα καταγραφεί με μελανά χρώματα στην ιστορία της προστασίας και ανάδειξης των μνημείων της χώρας, βαρύνουν πολλούς. Το μνημειακό σύνολο ισοπεδώθηκε αθόρυβα και ελάχιστοι έμαθαν για αυτό, από σποραδικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το συγκρότημα του Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων στο Ελληνικό θυσιάστηκε στο βωμό ενός αμφίβολου επενδυτικού σχεδίου. Η Lamda Development, στην οποία πρακτικά χαρίστηκε σκανδαλωδώς μια τεράστια δημόσια έκταση, σχεδιάζει στη θέση του κατεδαφισμένου ιστορικού εκπαιδευτηρίου να υψώσει έναν ουρανοξύστη που θα περιλαμβάνει καζίνο, πολυτελές ξενοδοχείο, συνεδριακό και εκθεσιακό κέντρο.

Το Κολλέγιο δεν χωρούσε στους σχεδιασμούς του Inspire Athens, όπως ονομάστηκε το συγκεκριμένο project, τμήμα του ευρύτερου σχεδιασμού “αξιοποίησης” του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού.

Στο συνολικό μέτωπο του έργου αυτού, η αναμενόμενη ανακοίνωση στις 13 Οκτωβρίου της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) περί ανάδειξης προσωρινού αναδόχου για την άδεια του καζίνου της κοινοπραξίας ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Mohegan Gaming & Entertainment, επιτρέπει στην κυβέρνηση να αναθερμάνει επικοινωνιακά το ζήτημα.

Βέβαια, οι εκκρεμότητες συνεχίζουν να υφίστανται. Χρειάζεται να κυρωθεί από τη Βουλή η σύμβαση για το καζίνο, να ολοκληρωθεί η συμφωνία της κοινοπραξίας ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – Mohegan με τη Lamda για το “ενοίκιο” που θα καταβάλλει η πρώτη, να εκδοθεί η απόφαση του Συμβούλιο της Επικρατείας επί προσφυγής κατοίκων για την κυριότητα των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων που εκδικάστηκε στις 6 Μαρτίου, αλλά και να εκδικαστούν, στις 4 Νοεμβρίου, οι νέες προσφυγές που έχουν κατατεθεί εναντίον των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων με τις οποίες η κυβέρνηση επιχείρησε να επισπεύσει την υλοποίηση του έργου.

Την ίδια ώρα δημοσιεύματα επιμένουν να υπογραμμίζουν πως η ανάπτυξη του έργου δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη, όχι μόνο λόγω του πλήγματος που έχει επιφέρει η πανδημία στην δραστηριότητα και συνακόλουθα στην οικονομική θέση της Mohegan, αλλά και λόγω των δυσχερειών στην εξεύρεση δανειακών πόρων που πιθανολογείται πως θα αντιμετωπίσουν οι ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η Mohegan Gaming & Entertainment, φορτωμένες ήδη με δανειακά βάρη συνολικού ύψους 4,5 δισ. ευρώ.