Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ένα σύντομο ιστορικό της γυναικείας Κου Κλουξ Κλαν

Στην αμερικανική κοινωνία, οι λευκές γυναίκες συχνά γίνονται αντιληπτές ως θύματα, αλλά εμείς – γιατί είμαι μια λευκή γυναίκα – μπορούμε επίσης να είμαστε δράστες. Αυτή η περίεργη διχοτομία εξερράγει στην εθνική συνείδηση κατά τη διάρκεια του καθυστερημένου ξεκαθαρίσματος για το θέμα της φύλής που έλαβε χώρα αυτό το καλοκαίρι. Ορισμένες λευκές γυναίκες, ενώ παραπατούν στη σκάλα των προνομίων, ασκούν τον θυμό τους ως όπλο εναντίον εκείνων με λιγότερη δύναμη από αυτές. Αλλά αυτή η δυναμική δεν είναι καινούργια. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά και ακραία παραδείγματα συνενοχής λευκών γυναικών στον αμερικανικό ρατσισμό είναι μία οργάνωση που ονομάζεται Γυναικεία Κου Κλουξ Κλαν (Women’s Ku Klux Klan/WKKK).

Η πρώτη μορφή της KKK ξεκίνησε στο Πουλάσκι του Τενεσί, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, έχοντας σχηματιστεί από άνδρες που ήταν δυσαρεστημένοι για τους πρόσφατα απελευθερωμένους Μαύρους, δυσαρεστημένοι για την χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων, με μια λαχτάρα για νόημα, ενθουσιασμό και έναν κοινωνικά επιβεβλημένο χώρο για να διαπράξουν πράξεις βίας. Σύγχρονοι παρατηρητές λένε ότι αυτοί οι πρώιμοι αυτόκλητοι τιμωροί της KKK ήθελαν “καινοτομία, μυστήριο και μυστικότητα”, όπως κατέθεσε ο γενικός εισαγγελέας του Μισισιπή το 1871, και τα βρήκαν, σχεδιάζοντας περίτεχνα, μυστηριακά τελετουργικά και άκαμπτες ιεραρχίες μέσω των οποίων προωθούσαν το μίσος τους ενάντια στην ατζέντα της Ανοικοδόμησης.

Οι γυναίκες δεν συμμετείχαν σε αυτήν την εκδοχή της Κλαν, πέραν από το να έχουν βοηθητικό ρόλο. Ορισμένες έραβαν ή δάνειζαν ρούχα στους συζύγους και τα μέλη της οικογένειάς τους για να βοηθήσουν στα κοστουμαρισμένα τελετουργικά τους και τις ρατσιστικές τους δραστηριότητες. Οι γυναίκες έπαιξαν επίσης συμβολικό ρόλο σε αυτήν την εκδοχή της Κλαν: ένας από τους δηλωμένους στόχους αυτών των τρομοκρατών ήταν – όπως το αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι – να προστατέψουν τις αθώες, αγγελικές γυναίκες από τους τρομακτικούς Μαύρους “δαίμονες” που είχαν εξαπολυθεί στην ύπαιθρο. Ο ιστορικός Ουίλιαμ Φ. Πινάρ εξηγεί:

Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών, η αντρική Κλαν διατηρούσε δύο αντιφατικές εικόνες πέρι της θηλυκότητας και της γυναικείας φύσης, η μία φανταστική και η άλλη μια παραχώρηση στην πραγματικότητα συγκεκριμένων υπαρχόντων ανθρώπων. Στη φαντασία τους, οι λευκές προτεστάντισσες γυναίκες (με την θηλυκότητα να εφαρμόζεται μόνο σε αυτές) ήταν αθώα, ενάρετα πλάσματα των οποίων ο λόγος ύπαρξης ήταν να υποστηρίζουν και να υπηρετούν τους άντρες. Με τη σειρά τους, οι άνδρες θα προστατεύουν αυτές τις ευάλωτες σεξουαλικά ελκυστικές κυρίες από εκείνους τους σεξουαλικά αχόρταγους δαίμονες (δηλαδή, τους μαύρους) που δεν θα μπορούσαν παρά να τις επιθυμούν.

Αυτή η πρώτη Κλαν κατέρρευσε τη δεκαετία του 1870, αλλά η οργάνωση δεν είχε ακόμη φτάσει την ακμή της. Η δεύτερη Κλαν ξεκίνησε το 1915, μετά από ένα αντισημιτικό λιντσάρισμα ενός επιθεωρητή εργοστασίων μολυβιών στην Ατλάντα και ενός φλεγόμενου σταυρού στο Στόουν Μάουντεν (επίσης στη Γεωργία). Αυτή η νέα Κλαν, που προσέλκυσε μεταξύ τριών και έξι εκατομμυρίων Αμερικανών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, διέφερε από την προκάτοχό της με βασικούς τρόπους: βρισκόταν σε πλήρη θέα του κοινού και ήταν μάλιστα συνυφασμένη με την αμερικανική κυβέρνηση – και εξαπλώθηκε πολύ πέρα από το Νότο, σαρώνοντας όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανανεωμένη KKK στόχευε Καθολικούς, Εβραίους, Ασιάτες-Αμερικανούς, Μορμόνους, μετανάστες, σοσιαλιστές, ριζοσπάστες εργαζόμενους, ιδιοκτήτες χορευτικών κέντρων και πολλούς άλλους με μια γερή δόση ψευδοεπιστήμης της ευγονικής.

Οι «Kleagles», δηλαδή οι πληρωμένοι διοργανωτές, επισκέπτονταν μια περιοχή για να καταλάβουν ποιοι ήταν αυτοί που ανησυχούσαν τους λευκούς προτεστάντες και έπειτα συγκέντρωναν την υποστήριξη για την Κλαν σε αυτήν την περιοχή, σπέρνοντας φόβο και μίσος για αυτήν την ομάδα – έναντι μιας αμοιβής συμμετοχής. Με αυτόν τον τρόπο η Κλαν κατάφερε να εξαπλωθεί σε περιοχές χωρίς μεγάλο πληθυσμό Μαύρων (όταν μεγάλωνα, άκουσα ιστορίες από ηλικιωμένους συγγενείς σχετικά με την Κλαν να παρελαύνει μέσα από την κατάλευκή πατρίδα μου στο Νιού Χάμσαϊρ, και να μαίνονται ενάντια στους Καθολικούς Γάλλους Καναδούς) .

Αυτή η δεύτερη Κλαν είδε τη δημιουργία της γυναικείας KKK, μιας συνδεδεμένης αλλά ξεχωριστής οργάνωσης ειδικά για λευκές προτεστάντισσες γυναίκες. Η πρώιμη ιστορία της WKKK ταλανίζονταν από διαμάχες εντός της Κλαν: ένας άντρας ηγέτης της Κλαν ξεκίνησε τους Kamelias, μια ομάδα λευκής υπεροχής για γυναίκες, για να αυξήσει τη δική του δύναμη, ενώ ένας άλλος συμμάχησε με μια γυναικεία μυστική κοινωνία που ονομαζόταν The Queens of the Golden Mask (Οι Βασίλισσες της Χρυσής Μάσκας). Η Χρυσή Μάσκα τελικά κέρδισε και μετατράπηκε στην WKKK, η οποία έλαβε το πρώτο επίσημο παράρτημά της στο Λιτλ Ροκ, του Αρκάνσας, το 1923. Στο αποκορύφωμά της, εξηγεί η ιστορικός Κάθλιν Μ. Μπλι στις Φεμινιστικές Σπουδές, η WKKK είχε παραρτήματα σε κάθε πολιτεία, με ειδικό ενδιαφέρον στο Οχάιο, την Ιντιάνα, την Πενσυλβανία και το Αρκάνσας.

Όπως και η ανδρική εκδοχή της KKK, η WKKK είχε όλα τα ιεραρχικά (και, κατά ειρωνεία της τύχης, πολύ Ρωμαιοκαθολικά) χαρακτηριστικά: τον αυτοκρατορικό διοικητή, τους Klaliffs, Klokards, Kligrapps, Klabees και τους Klexter / Klarogos, οι οποίοι επέβαλαν τη συμπεριφορά της Κλαν, μυούσαν τα νέα μέλη, συνέλλεγαν τα τέλη και προγραμμάτιζαν εκδηλώσεις. Όλοι αυτοί οι ρόλοι και οι δραστηριότητες φιλτραρίστηκαν από το πρίσμα του ρατσισμού, του εθνικισμού, της ξενοφοβίας και μιας επιθυμίας να διατηρηθεί η οικογένεια και να καταπολεμηθεί αυτό που θεωρούσαν ηθική παρακμή.

Με μερικές εξαιρέσεις, όπως μια ταραχή του 1924, στην οποία τα μέλη της WKKK παρέλαυναν με ρόπαλα, η WKKK δεν συμμετείχε στο λιντσάρισμα και σε άλλες πράξεις βίας των ανδρών ομόλογών τους. Αυτή η έλλειψη σωματικής βίας έχει οδηγήσει πολλούς ιστορικούς σχολιαστές να βλέπουν τα μέλη της WKKK, και μάλιστα όλες τις γυναίκες που εμπλέκονται σε ρατσιστικά κινήματα, ως σκιερά, ασήμαντα πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τους άνδρες παράγοντες.

Αλλά στην πραγματικότητα, η WKKK ήταν, δυστυχώς, πολύ ισχυρή. Σύμφωνα με την Μπλι, ήταν “μυστικές εκμεταλλεύτριες και πολιτιστικοί διοργανωτές”, που χρησιμοποιούσαν την κοινωνική τους δύναμη για να προωθήσουν τις ατζέντες τους. Πολλές από αυτές τις γυναίκες ήταν ήδη εξοικιωμένοι κοινωνικοί παράγοντες: οι προτεσταντικοί κοινωνικοί σύλλογοι και οργανώσεις μετά τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν φυσικές ομάδες τροφοδοσίας για τη WKKK. Αυτές οι γυναίκες ηγούνταν “ομάδες δηλητηριάσεων” ή δίκτυα ψιθύρων, για να καταστρέψουν τη φήμη των πολιτικών υποψηφίων που ήταν ενάντια της Κλαν, ισχυριζόμενες ότι ήταν καθολικοι ή εβραίοι. Προσπάθησαν να εκδιώξουν καθηγητές καθολικών δημόσιων σχολείων, ηγήθηκαν μποϊκοτάζ επιχειρήσεων και έκαναν εκστρατείες για υποψήφιους υπέρ της Κλαν. Έφτιαξαν κοινωνικούς δεσμούς δωρίζοντας γάλα σε μαθητές και καλάθια τροφίμων σε οικογένειες που έχουν ανάγκη, και σχεδιάζοντας γάμους, βαπτίσεις, κηδείες, καρναβάλια, διαλέξεις, ομιλίες και παρελάσεις, με πλωτήρες και κυρίες να κάνουν ιππασία.

Σχεδιάζοντας τελετές και κοινωνικές εκδηλώσεις, αυτές οι γυναίκες υφαίνουν την Κλαν, και τις αξίες της, στον ιστό της αμερικανικής κοινωνικής ζωής – πράγματι, γι ‘αυτές, “όλοι οι καλοί άνθρωποι ανήκαν στην Κλαν”. Οι μελετητές της WKKK και της κύριας KKK τονίζουν ότι αυτές οι οργανώσεις προκαλούσαν φόβο ακριβώς λόγω της εύκολης συμβατότητάς τους με την ομοιογενή Αμερική των μικρών πόλεων. Η WKKK δεν απευθυνόταν στις γυναίκες επειδή ήταν τόσο καινοτόμα, αλλά κυρίως επειδή αυτή, και τα ιδανικά και τα τελετουργικά της, ταιριάζαν απόλυτα με τη λευκή Προτεσταντική αμερικανική ζωή.

Στοχασμοί από πρώην μέλη της WKKK δείχνουν πόσες από αυτές τις γυναίκες έβλεπαν την οργάνωσή τους ως κοινωνική λέσχη, ως μια ευκαιρία για να περάσεις καλά με φίλους. Στα τέλη του εικοστού αιώνα, ηλικιωμένες λευκές προτεστάντισσες γυναίκες από την Ιντιάνα, από τις οποίες πήρε συνέντευξη η Μπλι, ανακαλούσαν στο μυαλό τους την Κλαν ως “απλώς μια γιορτή… έναν τρόπο να μεγαλώνει κανείς” και ως “έναν τρόπο να συνευρεθούν και να απολαύσουν”. Και στη δεκαετία του 1980, όταν οι ερευνητές προσπάθησαν να καταλάβουν ποιος υποστήριζε την αναζωπύρωση της Κλαν της εποχής των Πολιτικών Δικαιωμάτων (μια οργάνωση χωρίς ξεχωριστή γυναικεία ομάδα και χωρίς το επίχρισμα του σεβασμού της KKK της δεκαετίας του 1920), οι γυναίκες ερωτηθέντες που ήταν υπέρ της Κλαν υποστήριξαν ότι η οργάνωση ήταν αφιερωμένη σε φιλανθρωπικές δραστηριότητες και ότι αποτελούνταν από καλούς ανθρώπους.

Η εικόνα γυναικών που σχηματίζουν διασκεδαστικούς κοινωνικούς συλλόγους γύρω από την κοινή τους δέσμευση για ξενοφοβία και ρατσισμό είναι ανησυχητική, για να το θέσουμε ελαφρώς. Το γεγονός ότι μερικές από αυτές τις γυναίκες ήταν εντελώς συντηρητικές τουλάχιστον ταιριάζει με αυτό που αναμένει κανείς. Αλλά αυτό που είναι συγκλονιστικό και ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της σταυροφορίας για την λευκή υπεροχή, ορισμένα μέλη και παραρτήματα της WKKK υποστήριζαν επίσης μια προφανώς αντιφατική δέσμευση τόσο για την προοδευτική πολιτική όσο και για τον φεμινισμό.

Αυτή ήταν εν μέρει μια τακτική στρατολόγησης. Με τις λευκές γυναίκες να είναι σε θέση να ψηφίσουν και να απολαμβάνουν την πολιτική εξουσία για πρώτη φορά, η WKKK δελέασε μέλη τοποθετώντας τον εαυτό της ως εγγύηση για αυτά τα πρόσφατα κερδισμένα δικαιώματα. Μια διαφήμιση στρατολόγησης για την WKKK της Ιντιάνα παρουσιάζει αυτήν τη στρατηγική:

Οι άντρες δεν επιδιώκουν πλέον την αποκλειστική κυριαρχία σε οποιονδήποτε τομέα, και είτε φοράει το δροσερό, απομονωμένο πέπλο της ζωής στο σπίτι είτε πορεύεται στις επιχειρήσεις ή τη μόδα, η γυναίκα καλείται τώρα να υποστηρίξει με τις υπέροχες προσπάθειές της και τις ικανότητές της ένα κίνημα για 100% αμερικανικές γυναίκες.

Αλλά οι μελετητές της WKKK αναφέρουν επίσης ότι δεν ήταν μόνο μια τακτική στρατολόγησης. Φαίνεται ότι μερικές από αυτές τις γυναίκες έβλεπαν πραγματικά τη WKKK ως ένα όχημα με το οποίο προστατεύαν και εδραιώναν τα δικαιώματα των λευκών, προτεστάντισσων γυναικών. Προκειμένου να κατανοήσουμε πώς μια δέσμευση για τον φεμινισμό μπλέχθηκε με μια δέσμευση για τον ρατσισμό, είναι διδακτικό να εξεταστεί η ιστορία της συμμετοχής των γυναικών σε άλλα κοινωνικά κινήματα του τέλους του 19ου και των αρχών του εικοστού αιώνα. Τόσο το κίνημα της αποχής όσο και του δικαιώματος ψήφου ήταν διαποτισμένα με ρατσισμό και νατιβισμό. Ένα άρθρο των New York Times που δημοσιεύτηκε γύρω στα εκατό χρόνια της δέκατης ένατης τροπολογίας αυτό το καλοκαίρι σημείωσε πώς αυτές οι προκαταλήψεις δηλητηρίασαν ή παραμόρφωσαν τις απόψεις ορισμένων λευκών ηγετών υπέρ του δικαιώματος ψήφου. Αυτές οι γυναίκες υποστήριζαν συχνά την ισότητα για τις γυναίκες, ενώ ταυτόχρονα διακινούσαν τοξικές ρητορικές π.χ. για τους Μαύρους βιαστές.

Η Κάθλιν Μπλι εντοπίζει σε αυτό το κοκτέιλ του λεγόμενου φεμινισμού και ρατσισμού το ρεύμα σκέψης που έκανε την WKKK της δεκαετίας του 1920 εφικτή. Γράφει ότι μόλις ο αγώνας ψήφου κέρδίθηκε το 1920 και οι φεμινίστριες δεν ήταν πλέον ενωμένες γύρω από αυτόν τον κοινό στόχο, ήταν ελεύθερες να χωριστούν σε υποομάδες. Και μερικές από αυτές τις υποομάδες ήταν αφιερωμένες στο να διατηρήσουν την Αμερική λευκή. Σε αυτή τη σκοτεινότερη, πιο ανέντιμη εκδοχή του φεμινισμού ενδυνάμωσης, η WKKK υπόσχονταν στις γυναίκες την ευκαιρία να διεκδικήσουν την νέα τους εξουσία, να ζήσουν μια ζωή έξω από τα όρια του σπιτιού και να ασκήσουν αυτονομία – μερικές γυναίκες επαναστάτησαν ακόμη και εναντίον των συζύγων τους ή τους χώρισαν για να εγγραφούν στη WKKK.

Πολλές από τις ηγέτιδες της WKKK ήταν ήδη ενεργές πέραν του σπιτιού: η Λούλου Μάρκουελ, η πρώτη εθνική επικεφαλής της WKKK, είχε εργαστεί για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Η Ντέιζι Ντάγκλας Μπαρ, η οποία ηγήθηκε της WKKK στην Ιντιάνα και άλλες επτά πολιτείες, ήταν μια χειροτονημένη ιεροκήρυκας Κουάκερ. Η Μπαρ ήταν επίσης η πρώτη γυναίκα αντιπρόεδρος της κρατικής επιτροπής των Ρεπουμπλικανών, και ενεργή συμμετέχων στην αποχή και τις γυναικείες οργανώσεις. Η Μέρι Μπένανταμ, μια άλλη ηγέτιδα της WKKK στο Μάνσι, ήταν ενεργή σε ομάδες, εκκλησίες και σε μια οργάνωση που ονομαζόταν Business and Professional Women of Indiana (Γυναίκες Επαγγελματίες της Ιντιάνα), ενώ η Λίλιαν Σέντγουϊκ, άλλη ηγέτιδα, ήταν στο σχολικό διοικητικό συμβούλιο της Ινδιανάπολης.

Ορισμένες από αυτές τις γυναίκες ισχυρίζονταν ότι η WKKK θα προστάτευε από τη σεξουαλική παρενόχληση και τους παραβατικούς συζύγους. Ισχυρίστηκαν ότι η Κλαν πολεμούσε ενάντια στους λεγόμενους αντιδραστικούς πολιτισμούς των Εβραίων, των Καθολικών και των Μαύρων του Νότου. Όπως εξιστορεί η Μπλι και ο Πινάρ, πολλές από αυτές τις γυναίκες ισχυρίζονταν ότι πιστεύουν στον φεμινισμό και στην μισθολογική ισότητα. Ο Πινάρ γράφει για μια kleagle που ενθάρρυνε τις μητέρες της WKKK να κάνουν εκστρατεία για την οκτάωρη εργασία για τη δουλειά της φροντίδας των παιδιών. Αυτή η kleagle και άλλες σαν αυτήν ισχυρίστηκαν ότι, μέσω της WKKK, οι λευκές προτεστάντισσες γυναίκες θα μπορούσαν να απαιτήσουν περισσότερο σεβασμό και προστασία για την παραδοσιακή “γυναικεία εργασία”.

Ήταν ειλικρινείς αυτές οι δεσμεύσεις; Είναι φυσικά αδύνατο να γνωρίζουμε τα αληθινά κίνητρα των ιστορικών παραγόντων, αλλά η Μπλι – η οποία αφιέρωσε σημαντικό χρόνο παίρνοντας συνεντεύξεις από πρώην μέλη της WKKK στα γηρατειά τους – πίστευε ότι ήταν. Στο άρθρο του “Λευκές γυναίκες στην Κου Κλουξ Κλαν”, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Counterpoints, ο Ουίλιαμ Πινάρ παραθέτει την Μπλι: “Μερικές γυναίκες της Κλαν είχαν μια ευχέρια στο να ενσωματώνουν την πικρή φυλετική και θρησκευτική μισαλλοδοξία στην προοδευτική πολιτική. Μια πρώην γυναίκα της Κλαν, για παράδειγμα, επέμεινε ότι δεν έβλεπε καμία ασυνέπεια μεταξύ της συμμετοχής στην Κλαν τη δεκαετία του 1920 και της υποστήριξής της στην οικονομική αναδιανομή και τον φεμινισμό”. Ο Πινάρ το αποκαλεί ένα “πολύ παράξενο μείγμα” του προοδευτικού και του αντιδραστικού, αλλά λέει πως απ’ όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, αυτές οι γυναίκες ισχυρίζονταν ότι δεν βλέπουν ασυνέπεια μεταξύ του ρατσισμού τους και του ζήλου τους για παροχές κοινωνικής ασφάλισης και μισθολογικής ισότητας. Ίσως η WKKK ήθελε όντως να ανυψώσει τις γυναίκες στην κοινωνία – συγκεκριμένα, γυναίκες που προέρχονταν από τον πολιτισμό τους, οι οποίες έμοιαζαν, δρούσαν και σκέφτονταν σαν κι αυτές.

Πολλά μέλη της ανδρικής KKK αισθάνονταν άβολα με τις λευκές γυναίκες να μεταμορφώνονται από γλυκά, μητρικά, αγγελικά όντα που χρειάζονται προστασία σε πραγματικούς παράγοντες με την δυνατότητα να δράσουν, ενώ μερικοί εχθροί της WKKK διακινούσαν αντι-φεμινιστική ρητορική όταν επίκριναν την οργάνωση. Μία εφημερίδα κατά της Κλαν στο Μάνσι επιτιθόταν στο ότι τα μέλη της WKKK είχαν “κούρεμα μπομπ” και ήταν “Αμαζόνες” και ότι η οργάνωση ήταν “βιτρίνα για τα ραντεβουδάκια μοιχείας των γυναικών”. Αλλά μόνο και μόνο επειδή η WKKK δέχτηκε κριτική από αντι-φεμινιστές συγγραφείς αυτό δεν κάνει τα μέλη της άξια σεβασμού. Μια γυναίκα που λαμβάνει δράση και αντιμετωπίζει κριτική για αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί αυτόματα να διεκδικήσει την ετικέτα “φεμινίστρια”.

Η WKKK, μαζί με την εκδοχή της ανδρικής KKK της δεκαετίας του 1920, ξεπεράστηκε το 1930 και αργότερα οι ενσαρκώσεις της Κλαν δεν διέθεταν μια συγκεκριμένη γυναικεία οργάνωση ή δεσμεύσεις για τα δικαιώματα των γυναικών. Αλλά η ιστορία της WKKK είναι μια έντονη, λυπηρή υπενθύμιση για το πόσο εύκολα ο ρατσισμός μπορεί να δηλητηριάσει ακόμη και τους Αμερικανούς που υποστηρίζουν δεσμεύσεις για κινήματα και πολιτικές που είναι αγαπητά στους σύγχρονους αριστερούς και φιλελεύθερους, όπως τα δικαιώματα των γυναικών και των εργαζομένων. Όπως γράφει ο Πινάρ, “Ένας ακριβής απολογισμός της συμμετοχής των λευκών γυναικών στο κίνημα της Κλαν της δεκαετίας του 1920 απαιτεί από όσους από εμάς δεσμεύονται για μια πιο δίκαιη και ισότιμη κοινωνία να αναγνωρίσουν την προφανή ευκολία με την οποία ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία έλκυαν και εξακολουθούν να ελκύουν μέσους αμερικανούς πολίτες”. Ειδικά κατά τη διάρκεια αυτής της εκατονταετίας που γιορτάζει μια τροπολογία που ωφέλησε πραγματικά μόνο τις λευκές γυναίκες, οι φεμινίστριες πρέπει να εξετάσουν τα τοξικά νήματα που έχουν χαραχτεί στην ιστορία του κινήματός μας. Πρέπει επίσης να εξετάσουμε και να αξιολογήσουμε ποιος, ακριβώς, μπορεί να διεκδικήσει την ετικέτα της φεμινίστριας στον σημερινό κόσμο. Σε τελική ανάλυση, μόνο και μόνο επειδή μια γυναίκα κάνει κάτι και έχει μια γνώμη αυτό δεν την καθιστά άξια της έγκρισής μας ή της αναγνώρισής μας.

Πηγή: Jstor Daily