Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Πώς το Russiagate του Τραμπ έγινε Ukrainegate των Μπάιντεν

Σε ένα από τα παράδοξα της εποχής μας, ένα “ζουμερό” ρεπορτάζ της New York Post δεν έγινε γνωστό για το περιεχόμενό του, αλλά για τη δυσκολία που αντιμετώπισαν οι αναγνώστες του στο να το αναρτήσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι συνεχείς πιέσεις προς το Facebook και το Twitter, ώστε να περιοριστεί η διάδοση fake news και θεωριών συνωμοσίας μήπως έγιναν ήδη εργαλείο λογοκρισίας; Πριν φτάσουμε όμως σε αυτό ας δούμε το ρεπορτάζ καθαυτό.

Η ιστορία ξεκινά τον Απρίλη του 2019 με έναν μυστηριώδη κύριο να αφήνει για επισκευή έναν φορητό υπολογιστη που είχε βραχεί σε κατάστημα επισκευής στο Ντελάγουερ, πολιτεία καταγωγής του Τζο Μπάιντεν. Ο υπολογιστής έφερε αυτοκόλλητο του ιδρύματος Beau Biden κατά της παιδικής κακοποίησης, το οποίο ιδρύθηκε στη μνήμη του μεγαλύτερου γιου του φετινού προεδρικού υπουρψηφίου των Δημοκρατικών. Μετά την επισκευή ο ιδιοκτήτης του καταστήματος δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον άνδρα που του έφερε τον υπολογιστή και μοιραία έψαξε στα αρχεία του σκληρού δίσκου για άλλα στοιχεία επικοινωνίας. Εκεί κατάλαβε ότι ο υπολογιστής ανήκει όντως στον Χάντερ Μπάιντεν, επίσης γιο του άλλοτε αντιπροέδρου του Ομπάμα. Παράλληλα ανακάλυψε αρκετά ύποπτα στοιχεία και αποφάσισε να παραδώσει στο FBI τον υπολογιστή, αφού φυσικά κράτησε ένα αντίγραφο του σκληρού δίσκου. Αντίγραφο, το οποίο στη συνέχεια παρέδωσε στον πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ρούντι Τζουλιάνι.

Ο Τζουλιάνι, νομικός σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ πλέον, φαίνεται πως κρατούσε κρυφό για μήνες το περιεχόμενο του σκληρού δίσκου, αν και κατά καιρούς ο άλλοτε προεδρικός σύμβουλος Στηβ Μπάνον άφηνε υπονοούμενα για στοιχεία που “καίνε” τον γιο του Δημοκρατικού υποψηφίου. Τελικά ο Τζουλιάνι έδωσε τα στοιχεία στην εφημερίδα New York Post πριν από λίγες μέρες και το show ξεκίνησε.

Τα γεγονότα αφορούν τα έργα και τις ημέρες του Χάντερ Μπάιντεν στην Ουκρανία το διάστημα 2014-2016 οπότε εργάστηκε για την εταιρεία ενέργειας Burisma. Χωρίς καμία προϋπηρεσία στον χώρο της ενέργειας ή στην Ουκρανία γενικότερα και με μοναδικό (μάλλον υπεραρκετό) asset στο βιογραφικό του ότι είναι υιός του αντιπροέδρου των ΗΠΑ φαίνεται πως βοήθησε στην επίλυση διαφόρων νομικών περιπετειών της εταιρείας.

Ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2019 κάποιες διαρροές στο Twitter ανέφεραν πως ο Χάντερ έπαιξε κομβικό ρόλο στην απομάκρυνση του ανώτερου εισαγγελέα Βίκτορ Σόρκιν που ερευνούσε ενδεχόμενα περιστατικά διαφθοράς στην στην Burisma. Ο ίδιος ο Σόρκιν αντιμετώπιζε και ο ίδιος έρευνα για διαφθορά, σε ένα κλασικό πλέον μετασοβιετικό μπρα ντε φερ μεταξύ επιχειρηματικών συμφερόντων πάνω σε ένα πολιτικοδικαστικό τραπέζι. Ο Σόρκιν τελικά απομακρύνθηκε το 2016, όταν ο Τζο Μπάιντεν ενημέρωσε τον τότε πρόεδρο της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο ότι, αν δεν βγει αυτό το “αγκάθι”, τότε η παροχή αμερικανικών δανειακών εγγυήσεων ύψους ενός δισ. δολαρίων θα αναβαλλόταν επ’ αόριστο. Ο ίδιος ο τότε αντιπρόεδρος Μπάιντεν δεν απέκρυψε την εμπλοκή του στην απομάκρυνση του Σόρκιν, αλλά απέκρυψε την επαγγελματική σχέση του γιου του με την υπό έλεγχο εταιρεία. O Χάντερ αναβάθμισε τη θέση του στην Burisma, στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Απρίλη του 2019, λίγο πριν την επίσημη ανακοίνωση του πατέρα του ότι θα διεκδικήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών για την προεδρία.

Και ενώ για την Ουκρανία το ζήτημα θεωρείται λήξαν, το περιβάλλον Τραμπ μέσω Τζουλιάνι δεν έχει σταματήσει να πιέζει δημόσια, αλλά και παρασκηνιακά, την κυβέρνηση του νυν προέδρου της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι να ανοίξει και πάλι την υπόθεση. Πρόκειται βέβαια για την “ανταπόδοση” στον εκλεκτό των Δημοκρατικών των πληγμάτων που δέχθηκε ο ένοικος του Λευκού Οίκου με το διαβόητο Russiagate.

Τα στοιχεία που δημοσίευσε η New York Post όχι μόνο επιβεβαίωσαν την εμπλοκή των Μπάιντεν στην υπόθεση, αλλά την εμβαθύνουν. Καταρχάς, δημοσιεύεται ένα e-mail του μέλους του Δ.Σ. της Burisma, Βαντίμ Ποζάρσκι προς τον Χάντερ, στο οποίο τον ευχαριστεί που μεσολάβησε για να συναντήσει τον αντιπρόεδρο Μπάιντεν κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον. Ακολούθως παρατίθενται πολλές ακόμα συνομιλίες του Ποζάρσκι με τον Χάντερ Μπάιντεν από τις πρώτες μέρες που ο τελευταίος έπιασε δουλειά στην Burisma. Τα περισσότερα μηνύματα αφορούν αξιοποίηση των επαφών ή της πίεσης που μπορεί να ασκήσει ο Χάντερ στην ουκρανική κυβέρνηση, κυρίως ως προς ένα νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο σε περίπτωση που περνούσε από την ουκρανική βουλή, θα γινόταν η ταφόπλακα των ιδιωτικών παρόχων φυσικού αερίου στη χώρα. Ένα νομοσχέδιο που θα ευνοούσε τη δημόσια εταιρία παροχής αερίου Naftogaz, η οποία και απολάμβανε τη στήριξη του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών μέχρι και εκείνη τη στιγμή. Λίγο μετά τις ημερομηνίες ανταλλαγής των εν λόγω e-mail η στήριξη στη Naftogaz αποσύρθηκε…

Η επιβεβαίωση των φημών που κυκλοφορούσαν εδώ και ένα χρόνο περί του Ukrainegate του Biden αντιμετωπίστηκε με τα αναμενόμενα “ανάμεικτα αισθήματα”. Την υιοθέτηση του ρεπορτάζ της New York Post από τα συντηρητικά μέσα ενημέρωσης ακολούθησε η αποδόμησή του από τα αντίστοιχα Δημοκρατικά. Κολοφώνας της προσπάθειας αποδόμησης φυσικά δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο από την επίκληση του δακτύλου των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Η θεωρία της ρωσικής κοπτοραπτικής στην ηλεκτρονική αλληλογραφία έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, αν και στη συγκεκριμένη οι προσωπικές φωτογραφίες του Χάντερ Μπάιντεν στον σκληρό δίσκο αδυνατίζουν το σενάριο αυτό.

Ταυτόχρονα, τα κοινωνικά μέσα μπλόκαραν την ανάρτηση των συνδέσμων της New York Post με βάση αρχικά το σκεπτικό ότι αποτελούν προϊόντα υποκλοπής και στη συνέχεια ως fake news. Η κίνηση του Τζουλιάνι με τη βοήθεια του (επίσης ελεγχόμενου για οικονομικά σκάνδαλα) Μπάνον να δημοσιοποιήσει τα επίμαχα e-mail λίγες μέρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές υποβάθμισε τη βαρύτητα των κατηγοριών, μετατρέποντάς τες σε προεκλογικό φυλλάδιο.

Η πληγωμένη αξιοπιστία των συνεργατών του προέδρου Τραμπ τον ανάγκασε να ζητήσει την παρέμβαση του υπουργού δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ. Ακόμα όμως και για τον εξαιρετικά πειθήνιο Μπαρ, που σπεύδει να θάψει ή να αναδείξει καταγγελίες που αφορούν το περιβάλλον ή τους αντιπάλους του προέδρου αντίστοιχα, τα πράγματα εδώ ήταν δύσκολα. Για λόγους δεοντολογίας, αλλά και πρακτικούς, ο Μπαρ δεν θα μπορέσει να διεξαγάγει κατεπείγουσα έρευνα για το αληθές των κατηγοριών λίγες μέρες πριν από τις εκλογές. Μοιραία, το όλο υλικό, το οποίο λένε πως έχει πολλά ακόμα επιβαρυντικά π.χ. για τις σχέσεις της οικογένειας Μπάιντεν με επενδύσεις στην Κίνα, κινδυνεύει να μείνει αναξιοποίητο ως ένα ακόμα προεκλογικό πυροτέχνημα. Ή να το επαναφέρει αμέσως μετά τις εκλογές ο Τραμπ. Και στα δύο πιθανά αποτελέσματα μπορεί να αποδειχθεί πυρηνικό πολιτικό όπλο: Στο ενδεχόμενο νίκης του Μπάιντεν θα αποτελεί φίνο υλικό για impeachment, ενώ στο ενδεχόμενο επανεκλογής του Τραμπ έναν σιγαστήρα σε οποιαδήποτε αντιπολιτευτική φωνή από το Δημοκρατικό (αλλά και το Ρεπουμπλικανικό) κατεστημένο.

Μέχρι τότε, παρά το σοσιαλμιντιακό μπλοκάρισμα, πάνω από 3,5 εκατομμύρια αναγνώστες διάβασαν το ρεπορτάζ της New York Post και πάνω από 6 εκατομμύρια διαδράσεις καταγράφηκαν στον σχολιασμό του. Τα προσεχή follow up από τη New York Post και η προσπάθεια περαιτέρω υποβάθμισης από την απέναντι πλευρά θα κρατήσει ζωντανή τη συζήτηση και το ενδιαφέρον για το Ukrainegate.