Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Οι Άραβες κομμουνιστές και ο αγώνας κατά του Φασισμού και του Ναζισμού

Άρθρο του Μάχερ αλ- Σαρίφ*

Μόλις ο Φασισμός και, ακολούθως, ο Ναζισμός εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, τα κομμουνιστικά κόμματα στις αραβικές χώρες υιοθέτησαν μια ξεκάθαρη θέση απέναντί τους, προειδοποιώντας για τις φιλοδοξίες και τις επιθετικές πολιτικές τους. Η θέση τους αυτή έφερε τους Άραβες κομμουνιστές σε σύγκρουση με κάποιες ομάδες της Αραβικής κοινής γνώμης, οι οποίες ήταν επηρεασμένες απο τη φασιστική και ναζιστική προπαγάνδα, και που έβλεπαν τους Ιταλούς και τους Γερανούς ως πιθανούς συμμάχους στον αγώνα κατά των Βρετανών και των Γάλλων, των αποικιοκρατικών δυνάμεων στα περισσότερα Αραβικά κράτη. 

Το Έβδομο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Ο τρόπος που αντιμετώπισαν οι Άραβες κομμουνιστές το φασισμό και το ναζισμό δεν διέφερε απο αυτόν που υιοθέτησαν και τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα του κόσμου, που είχαν οργανωθεί, απο την αρχή της δεκαετίας του 1920, περί την Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ, CΙ). Το Έβδομο Συνέδριο της ΚΔ, που έλαβε χώρα στη Μόσχα απο τις 25 Ιουλίου μέχρι τις 20 Αυγούστου το 1935, αποτέλεσε σημείο καμπής στην ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Μπροστά στους αντιπροσώπους που παραβρέθηκαν εκεί, μεταξύ των οποίων και αρκετοί Άραβες, ο Βούλγαρος Κομμουνιστής ηγέτης, Γκεόργκι Δημητρόφ, παρουσίασε μια αναλυτική αναφορά για «την φασιστική επίθεση και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς στον αγώνα για την ένωση της εργατικής τάξης κατά του φασισμού». Σε αυτή την αναφορά ο Δημητρόφ προσκάλεσε τα κομμουνιστικά κόμματα όλων των χωρών να δράσουν, σχηματίζοντας ένα κοινό μέτωπο αντιφασισμού, με την σύμπραξη της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών στις χώρες τους. 

Επίσης, ο Ιταλός κομμουνιστής ηγέτης, Παλμιέρο Τολιάτι, μίλησε για «τον αγώνα ενάντια στο νέο παγκόσμιο πόλεμο που προετοιμάζουν οι ιμπεριαλιστές». Στην ομιλία αυτή κατήγγειλε το φασισμό ως «τη κύρια δύναμη υποκίνησης πολέμων» και τόνισε την ανάγκη σύνδεσης του αγώνα κατά των πολέμων με τον αγώνα κατά του φασισμού και των συνδεόμενων με το φασισμό κινημάτων. 

Εκστρατείες κατα του φασισμού και του ναζισμού

Η πρώτη εκστρατεία  που οργανώθηκε απο τους Άραβες κομμουνιστές κατά του φασισμού και της πολεμοκάπηλης και αποικιοκρατικής πολιτικής του, είχε ως στόχο να υποστηρίξει τον Αιθιοπικό αγώνα κατά της Ιταλικής επιθετικότητας. Σε πολλά Αραβικά κράτη, με πρωτοβουλία των κομμουνιστών, σχηματίστηκαν ομάδες αλληλεγγύης προς τον λαό της Αιθιοπίας. Στις αρχές του Οκτωβρίου του 1935, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Παλαιστίνης, με τη βοήθεια των κομμουνιστικών κομμάτων των Αραβικών και Αφρικανικών χωρών και της Ιταλίας, εξέδωσε διακήρυξη, με την οποία ζητούσε μια παγκόσμια εκστρατεία εναντίον της φασιστικής επιθέσης στην Αιθιοπία. 

Στη διακήρυξη αναφέρονταν: «Εμείς, οι γιοί των καταπιεσμένων λαών της Αφρικής και των Αραβικών χωρών, εμείς, οι εργάτες της Ιταλίας … γνωρίζουμε πολύ καλά ότι υποστηρίζοντας τον Αιθιοπικό λαό ενάντια στη φασιστική απειλή, θα έχουμε αντιμετωπίσει τον επικείμενο άμεσο κίνδυνο ενός νέου παγκοσμίου πολέμου, που θα μπορούσε να οδηγήσει ολόκληρο τον κόσμο, ειδικά τις χώρες μας, σε πρωτοφανή καταστροφή».

Η δεύτερη εκστρατεία που οργανώθηκε από τους Άραβες κομμουνιστές κατά του φασισμού και των συνομωσιών του, ηταν εκείνη της συμπαράστασης προς τους Ισπανούς Δημοκρατικούς. Έπειτα, με το κάλεσμα της ΚΔ, οι Άραβες κομμουνιστές εντάχθηκαν στις διεθνείς ταξιαρχίες που πήγαν στην Ισπανία για να πολεμήσουν στο πλευρό των Ισπανών δημοκρατών. Μεταξύ των κομμουνιστών ήταν Άραβες και Εβραίοι μέλη του κομμουνιστικού κόμματος της Παλαιστίνης, όπως ο Αλί Αμπντέλ Χαλέντ αλ- Τζιμάουι (Ali Abdel Khaleq al-Jibawi), μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος που σκοτώθηκε στην Ισπανία και ο Ναγιάτι Σίντκι (Najati Sidqi), μέλος της γραμματείας του κόμματος, που του είχε ανατεθεί απο τη ΚΔ το καθήκον να βοηθήσει στην οργάνωση ενημερωτικών εκστρατειών, απευθυνόμενων στους Μαροκινούς που πολεμούσαν από τις τάξεις όσων βρίσκονταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Φράνκο.

Το 1936, το Παλαιστινιακό Κομμουνιστικό Κόμμα αφιέρωσε πολλές σελίδες της παράνομης εβδομαδιαίας εφημερίδας του, αλ-Τζάμπχα αλ-Σαμπίγια (al-jabha al-shaʻbiyya), για να διαδώσει στο παλαιστινιακό κοινό την αλήθεια για τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο και τη φύση των εμπλεκόμενων δυνάμεων. Στο τεύχος της 25ης Σεπτεμβρίου του 1936, που είχε τον τίτλο «Ο Εμφύλιος Πόλεμος της Ισπανίας: ένας πόλεμος φασιστικής αντίδρασης κατα της ελευθερίας και της δημοκρατίας», η εφημερίδα έγραφε τα εξής: «Η προσοχή του αραβικού μας λαού είναι επικεντρωμένη, μετά την αγαπημένη μας Παλαιστίνη, σε αυτόν τον ανελέητο εμφύλιο πόλεμο που συνεχίζεται στην Ισπανία για περισσότερο από δύο μήνες».

Αφού αναφερόταν στις συνθήκες του πολέμου, ο αρθρογράφος τόνιζε: «Το κίνημα του στρατηγού Φράνκο είναι ένας φασιστικός πόλεμος κατά της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αυτό το κίνημα δεν εχθρεύεται μόνο τον Ισπανικό Λαό, αλλά αποτελεί και μια σοβαρή επίθεση κατά του Αραβικού λαού, ειδικά των Αράβων που κατοικούν στο Μαρόκο, οι οποίοι τώρα ανακαλύπτουν τη σοβαρότητα του λάθους που έκαναν βοηθώντας τους Ισπανούς φασίστες». Το ίδιο κομματικό όργανο είχε τονίσει σε ένα άλλο άρθρο, την 21η Αυγούστου του 1936: «οι ηγέτες του φασιστικού κινήματος στην Ισπανία επαναστάτησαν και πολέμησαν ενάντια στη λαϊκή κυβέρνηση αφού έλαβαν την διαταγή, την έγκριση και την υλική βοήθεια των Ιταλών και Χιτλερικών φασιστών».

Η σύνταξη των Αραβικών κινημάτων ενάντια στο φασισμό και το Ναζισμό.

Ήδη απο το 1937, άρχισαν να σχηματίζονται κινήματα και οργανώσεις κατά του φασισμού και του ναζισμού. Το Μάη του ίδιου χρόνου, ιδρύθηκε η Αντιφασιστική Ένωση στο Λίβανο και τη Συρία, από μια ομάδα κομμουνιστών διανοουμένων και δημοκρατών. Αυτή η Ένωση, οργάνωσε στις 6 και 7 Μαίου του 1939 στη Βηρυτό, «το πρώτο συνέδριο Συρίας-Λιβάνου για τον αγώνα κατά του φασισμού», στο οποίο συμμετείχαν περισσότεροι από 200 εκπρόσωποι από τη Συρία και το Λίβανο, αντιπροσωπεύοντας 32 οργανισμούς, χωρίς να υπολογίζονται δεκάδες βουλευτές που ήρθαν οι ίδιοι επιτόπου ή έστειλαν μηνύματα έγκρισης και ηθικής υποστήριξης στο συνέδριο.

Στο Ιράκ, το Κομμουνιστικό Κόμμα ηγήθηκε καμπάνιας με σκοπό την συγκέντρωση και ένωση όλων των αντιφασιστικών εθνικών δυνάμεων. Με δική του πρωτοβουλία, ιδρύθηκε μία φεμινιστική οργάνωση με το όνομα Σύνδεσμος για τον Αγώνα κατά του Φασισμού και του Ναζισμού. Το κεντρικό όργανο του κόμματος, η εφημερίδα αλ- Κάιντα (al-Qaʻida), είχε ως μόττο: «Για τον λαό, ενωθείτε ενάντια στον φασισμό, για ψωμί και δημοκρατικές ελευθερίες, σε ένα ενωμένο εθνικό μέτωπο»

Στην Αίγυπτο, το πάθος των φασιστών προκάλεσε την αναζωπύρωση του ζήλου στο στρατόπεδο των κομμουνιστών και των δημοκρατών, όπου οι αντίπαλοι του φασισμού και του αντισημιτισμού μαζεύτηκαν σε διάφορες οργανώσεις και ενώσεις. Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ιδρύθηκε Η Επιτροπή Αγώνα κατά του Αντισημιτισμού, με σκοπό τη διοργάνωση εκστρατειών κατά του ναζισμού, και του μπουκοτάζ στα γερμανικά προιόντα. Η ίδια επιτροπή ενθάρρυνε τους Εβραίους να μάχονται κατά του φασισμού στις χώρες οπου κατοικούσαν αντί να μεταναστεύουν στη Παλαιστίνη. Το 1934, ιδρύθηκε η Ένωση Υποστηρικτών της Ειρήνης, και ξεκίνησε αρκετές εκστρατείες καταδικαστικές της ιταλικής επίθεσης στην Αιθιοπία και για την υποστήριξη τον αγώνα των Δημοκρατικών στην Ισπανία. 

Αποκαλύπτοντας την προπαγάνδα των Αράβων υποστηρικτών του φασισμού

Οι Άραβες κομμουνιστές συμμετείχαν, χωρίς δισταγμό, στη καταγγελία της προπαγάνδας που διέδιδαν οι Ιταλοί φασίστες και οι Γερμανοί Ναζί στις Αραβικές χώρες. Ήταν προπαγάνδα που είχε παρασύρει ένα μέρος της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων.

Ο Λιβανέζος κομμουνιστής συγγραφέας Ραϊφ Χούρυ (Raʼif Khoury) επιτέθηκε στις ιδέες που παρέσυραν τις νεότερες γενιές και τις έκαναν να αποδέχθούν τον φασισμό. Σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό αλ-Ταλία (al-Taliʻa), αντέκρουσε την ιδέα ότι ο φασισμός είχε σκοπό να απελευθερώσει τους Άραβες από τον ζυγό της Βρετανικής και Γαλλικής αποικιοκρατίας. Υποστήριξε ότι ο φασισμός «πίστευε ακράδαντα στην αποικιοκρατία και ετοιμαζόταν σταθερά για κατακτήσεις». 

Σε ομιλία του στους εκπροσώπους του «Πρώτου Συριακού-Λιβανικού Συνεδρίου για την Καταπολέμηση του Φασισμού», που πραγματοποιήθηκε στη Βηρυτό τον Μάιο του 1939, ο γενικός γραμματέας του Συριακού-Λιβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Χαλέντ Μπακντάς (Khaled Bakdash), δήλωσε ότι «ο κυρίως σκοπός του Χίτλερ και του Μουσολίνι ήταν να αποκτήσουν αποικίες στην Ασία και την Αφρική, οι προσπάθειές τους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στη καρδιά της Ευρώπης και στις χώρες της λεκάνης της Μεσογείου, ήταν απλά μια απαραίτητη στρατηγική κίνηση για την πραγματοποίηση των ονείρων τους, να μοιραστούν τις περιοχές της Ανατολής, και πρώτα απ ‘όλα την Αραβική Εγγύς Ανατολή».

Απαντώντας σε εκείνους μεταξύ των Αράβων που ζητούσαν μια ουδέτερη πολιτική στη σύγκρουση μεταξύ «δημοκρατικών χωρών» και «φασιστικών χωρών» στην Ευρώπη, ο Bakdash δήλωσε ότι οι υποστηρικτές της ουδετερότητας αγνοούν το γεγονός ότι «εάν η Ιταλία και η Γερμανία κερδίσουν τον πόλεμο, τα νέα αραβικά κράτη, από τη Βαγδάτη ως στο Ριάντ, τα νεα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα στη Συρία και την Παλαιστίνη, θα πνιγούν στο αίμα, συντετριμμένα κάτω από τον αιματοβαμμένο πέλεκυ της Ρώμης και του Βερολίνου».

Το Συριακό-Λιβανικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος των συζητήσεων του τέταρτου συνεδρίου του, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1941, για να απαντήσει στη φασιστική προπαγάνδα που διαδιδόταν στις Αραβικές χώρες. Στην έκθεση που δημοσιεύθηκε στο τέλος αυτού του συνεδρίου, το κόμμα κάλεσε πολίτες της Συρίας και του Λιβάνου να απορρίψουν τα ψέματα των ναζιστών που ισχυρίζονταν ότι «η νίκη θα δικαίωνε τις προσπάθειες του Χίτλερ, ο οποίος ετοίμαζε εκδίκηση, στο όνομα των Αράβων, ενάντια στην ξένη αποικιοκρατία και τους πράκτορές της». Οι Άραβες πρέπει να γνωρίζουν, εξ άλλου, ότι το καθεστώς του Χίτλερ είναι «η πιο φρικτή αποικιοκρατία στην ιστορία».  

Στο Ιράκ, το Κομμουνιστικό Κόμμα προειδοποίησε τους εθνικιστές αξιωματούχους (που πραγματοποίησαν το πραξικόπημα του 1941) ενάντια σε πολιτικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμφωνία με τη ναζιστική Γερμανία, ακολουθώντας την παγκόσμια αρχή του ότι «ο εχθρός του εχθρού μας είναι φίλος μας». Σε ένα γράμμα στις 17 Μαίου του 1941, προς τον Ρασίντ Αλί Κεϋλανί (Rashid ʻAli Keylani) τον αρχηγό των επαναστατών, o  Φαχντ (Fahd), ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, λέει ότι «οι στρατοί των χωρών του Άξονα δεν τείνουν λιγότερο στον ιμπεριαλισμό απ’ οτι η Μεγάλη Βρετανία και ως εκ τούτου, το να στηριχθούμε στη βοήθεια οποιουδήποτε ιμπεριαλιστικού κράτους δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από την πτώση του εθνικού κινήματος στα χέρια ενός άλλου ιμπεριαλισμού». 

Στην Παλαιστίνη, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος έπρεπε να παραδεχθεί το 1939 ότι ορισμένοι ηγέτες του παλαιστινιακού-αραβικού εθνικού κινήματος «διευκόλυναν την εξάπλωση της φασιστικής προπαγάνδας όχι μόνο στην Παλαιστίνη, αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής, διαδίδοντας την ιδέα ότι οι Γερμανοί φασίστες θα βοηθούσαν τους Άραβες στον αγώνα τους για ανεξαρτησία».

Η Τυνησία είδε τις γερμανικές δυνάμεις να εισβάλουν  στη χώρα το Νοέμβριο του 1940. Αντιδρώντας στη στάση ενός μεγάλου αριθμού ακτιβιστών του κόμματος Ντεστούρ (Destour) που είχαν επιλέξει τη συνεργασία με τους Γερμανούς, το Τυνησιακό Κομμουνιστικό Κόμμα κάλεσε τον λαό να «αντιμετωπίσει, με κάθε κόστος, τον Χιτλερικό κατακτητή και να ενωθεί στον αγώνα για δημοκρατία και ειρήνη». 

Αλληλεγγύη στην ΕΣΣΔ και παγκόσμιος αγώνας κατα του ναζισμού

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μονάχου μεταξύ των Δυτικών Δημοκρατιών και της Γερμανίας στα τέλη Σεπτεμβρίου 1938, η Σοβιετική κυβέρνηση, φοβούμενη ότι τα γερμανικά στρατεύματα θα εισέβαλαν στα εδάφη της, συμφώνησε στις 23 Αυγούστου 1939 να υπογράψει μια συνθήκη μη επιθετικότητας με τη ναζιστική Γερμανία. Παρά την αμηχανία που προκάλεσε αυτή η ξαφνική απόφαση της ΕΣΣΔ στις ομάδες των Αραβικών κομμουνιστών, την υποστήριξαν, με την πεποίθηση ότι το «ενιαίο σοσιαλιστικό κράτος» έπρεπε να υποστηριχθεί με κάθε κόστος. 

Η γερμανική επίθεση εναντίον της ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941, ωστόσο, οδήγησε τους κομμουνιστές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των Αράβων κομμουνιστών, να θεωρήσουν την υποστήριξη προς την ΕΣΣΔ  πρωταρχικό τους καθήκον. Τότε ήταν που οι Άραβες κομμουνιστές άρχισαν να οργανώνουν εκστρατείες αλληλεγγύης στους Σοβιετικούς λαούς και να δημιουργούν ad hoc επιτροπές για να τους βοηθήσουν. 

Στη διακήρυξη που εκδόθηκε στο τέλος του τέταρτου εθνικού συμβουλίου τον Νοέμβριο του 1941, το Συριακό-Λιβανικό Κομμουνιστικό Κόμμα θεώρησε ότι η έκκληση: «Ελάτε να βοηθήσετε της ΕΣΣΔ» θα έπρεπε να είναι το κάλεσμα όλων των ελεύθερων ανθρώπων σε όλη την υφήλιο, συμπεριλαμβανομένου του Αραβικού κόσμου. Αυτό που τόνιζαν ήταν πως «το πεπρωμένο των πατρίδων τους και η ανεξαρτησία τους συνδέονταν με τη νίκη του σοβιετικού κράτους και των ελεύθερων λαών ενάντια στη ναζιστική Γερμανία». 

Οι Άραβες κομμουνιστές επέμεναν στην ανάγκη σύνδεσης του αγώνα των Αραβικών λαών για χειραφέτηση από τη Γαλλο-Βρετανική αποικιοκρατία με τον παγκόσμιο αγώνα ενάντια στον φασισμό. Σε ένα άρθρο με τίτλο «Το Κομμουνιστικό μας κόμμα και Δύναμη», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Σαούτ αλ- Τσαμπ (Sawt al-Chaʻb) στις 22 Ιουνίου του 1944, ο Νίκολας Χάουι (Nicolas Chaoui), επιφανής κομμουνιστής ηγέτης του Λιβάνου, επέμενε ότι η πραγματική ανεξαρτησία όπως την επιθυμούσαν «θα είναι εύκολη και προσβάσιμη μόνο στο βαθμό που η γενική νίκη κατα του Χίτλερ και του φασισμού παντού θα είναι ολική, σταθερή και ριζωμένη».

Για μια δημοκρατική λύση στο Παλαιστινιακό ζήτημα 

Έχοντας σταθερή στάση ενάντια στο Σιωνιστικό κίνημα και τους στόχους του στην Παλαιστίνη, οι Άραβες κομμουνιστές καταδίκασαν τη ναζιστική πολιτική δίωξης των Εβραίων στην Ευρώπη.

Ο Φαρχαλάχ αλ-Ελού (Farjallah al-Helou), ένας από τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, επιβεβαίωσε σε ομιλία του στη Βηρυτό, στις 5 Οκτωβρίου 1944, ότι ο αγώνας των Αράβων, συμπεριλαμβανομένων των Λιβανέζων, ενάντια στον Σιωνισμό, δεν ήταν αποτέλεσμα «θρησκευτικής πρόθεσης ή ρατσιστικής οργής, όπως ισχυρίζονταν οι Σιωνιστές», γιατί ήταν αναμφισβήτητο ότι «οι Άραβες δεν είχαν ποτέ κίνητρο κανενός είδους φανατισμό».

Στην προσπάθειά της για μια δημοκρατική λύση στο παλαιστινιακό ζήτημα, η Εθνική Απελευθερωτική Ένωση, η οποία από τις αρχές του 1944 ένωσε τους Άραβες κομμουνιστές, ήταν η μόνη πολιτική δύναμη στο Αραβικό στρατόπεδο που προσπάθησε να δώσει διεθνή διάσταση στον αγώνα στον οποίον ηγούνταν ο Αραβικός λαός της Παλαιστίνης.

Υπό αυτήν την έννοια, θεώρησε το Παλαιστινιακό Ζήτημα ως πρόβλημα εθνικής απελευθέρωσης, όπως και «αναπόσπαστο μέρος ενός σκοπού τον οποίο έχουμε υπερασπιστεί σε παγκόσμια κλίμακα για την εξαφάνιση των ρατσιστικών καθεστώτων, την ανεξαρτησία όλων των λαών στις δικές τους πατρίδες , και τη καθιέρωση αδελφότητας και ισότητας μεταξύ αυτών των λαών».

Η Εθνική Απελευθερωτική Ένωση είχε απο την αρχή επιδιώξει να καθιερώσει μια σαφή οριοθέτηση μεταξύ του Σιωνισμού, αφενός, και του εβραϊκού πληθυσμού της Παλαιστίνης, αφετέρου. Είχε ζητήσει απο το αραβικό εθνικό κίνημα να συμβάλει, μέσω της υιοθέτησης μιας ρεαλιστικής και δημοκρατικής πολιτικής, «στην αποδυνάμωση της πιθανότητας Σιωνιστικής δράσης μεταξύ των εβραϊκών μαζών», τονίζοντας ταυτόχρονα ότι τα συμφέροντα των τελευταίων «συνδέονταν άμεσα με την επιτυχία του αγώνα των αραβικών λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον Σιωνισμό». Στο ίδιο πνεύμα, επέκριναν τις θέσεις των παραδοσιακών εθνικιστών ηγετών που έλεγαν διαρκώς «ότι ήταν απολύτως αδύνατο για αυτούς να ζήσουν ειρηνικά με την εβραϊκή κοινότητα στην Παλαιστίνη, ή ακόμη και να τους παραχωρήσουν δημοκρατικά δικαιώματα». Για την Ένωση, η εφαρμογή μιας πολιτικής ειρήνης για τον εβραϊκό πληθυσμό, καθώς και η χορήγηση δημοκρατικών δικαιωμάτων, δεν σήμαινε με κανέναν τρόπο την παραίτηση από τα εθνικά δικαιώματα των Παλαιστινίων Αράβων.

*Ο Μάχερ αλ- Σαρίφ είναι Παλαιστίνιος Μαρξιστής Ιστορικός, ειδικευμένος στην ιστορία των Αραβικών Πολιτικών κινημάτων.

Το άρθρο μετέφρασε στα ελληνικά η Συλβάνα Γεωργιάδου