Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ψηφιακή παράγκα στα σχολεία μας

Αν κανείς πιστέψει το downdetector, την διαδικτυακή πλατφόρμα που καταγράφει τα αναφερθέντα προβλήματα για την κατάσταση λειτουργίας διαφόρων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, όπως η πλατφόρμα Webex της Cisco, η οποία χρησιμοποιείται για ζωντανές τηλεδιασκέψεις (μαθήματα δηλαδή) από το Υπουργείο Παιδείας, τότε τα προβλήματα στην τηλεκπαίδευση στα σχολεία μας, δεν σταμάτησαν παρά τέσσερις ημέρες μετά την κατάρρευση της υπηρεσίας, η οποία οδήγησε σε μια νόμιμη “κοπάνα”, εγκεκριμένη από την ίδια την υφυπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη. Το πρόβλημα με την ιστοσελίδα είναι ότι δεν μας δίνει καμία πληροφορία για τη φύση του προβλήματος και το ίδιο κάνει και το Υπουργείο Παιδείας. ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ έχουν ζητήσει την κατάθεση της σύμβασης με την εταιρεία Cisco για να λάβουν την απάντηση ότι μπορούν οι υπεύθυνοι τομεάρχες να τη δουν στο γραφείο της υπουργού…

Ταυτόχρονα, τα στελέχη του Ινστιτούτου Τεχνολογίας Υπολογιστών & Εκδόσεων ΙΤΥΕ Διόφαντος (που έχει την ευθύνη διαχείρισης δύο κρισίμων υποδομών του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου, του sch.gr και του πληροφοριακού συστήματος για τη διαχείρισης των σχολείων MySchool) τηρούν σιγή ιχθύος. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρότι απευθυνθήκαμε στη διεύθυνση του ΙΤΥΕ επανειλημμένα καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, δεν είχαμε τελικά επικοινωνία για το θέμα. Πίσω από το πέπλο μυστηρίου φαίνεται πως αναδύεται ένα πρόβλημα που αφορά τόσο την προχειρότητα ως προς τον σχεδιασμό του ΥΠΑΙΘ, όσο και (κυρίως) στην ολιγωρία των υπεύθυνων των υποστηρικτικών συστημάτων.

Περισσότερα αιτήματα εξυπηρέτησης

Η υφυπουργός έδωσε στη δημοσιότητα τα στοιχεία του downdetector και η Έλενα Πρασσάκη, υπεύθυνη επικοινωνίας και μάρκετινγκ του ελληνικού τμήματος της πολυεθνικής, ένα χαμηλόβαθμο στέλεχος δηλαδή, επιβεβαίωσε ότι πράγματι είναι τεχνικό θέμα της εταιρείας. Ωστόσο, στη σχετική σελίδα της Cisco δεν αναφέρεται κανένα μείζον πρόβλημα στις 9 Νοεμβρίου, αλλά στις 8 του μηνός, με την επισήμανση ότι επιλύθηκε, ενώ ούτε στην ειδησεογραφία Γερμανίας-Ολλανδίας μπορέσαμε να εντοπίσουμε σχετική αναφορά, παρότι στο downdetector εμφανίζονται αναφορές από τη Γερμανία.

Την επόμενη ημέρα (10 Νοεμβρίου) φάνηκε ότι το πρόβλημα αφορά στο σύστημα ταυτοποίησης (Single Sign On – SSO) του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου το οποίο δεν μπόρεσε να σηκώσει το φόρτο με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να το παρακάμψουν μαθητές και καθηγητές συνδεόμενοι κατευθείαν στην πλατφόρμα. Αυτό μοιάζει πειστικότερο ενδεχόμενο καθώς στις 11/11 τα προβλήματα συνεχίστηκαν μεν, αλλά πλέον αφορούσαν αποκλειστικά όσους έμπαιναν μέσω του schoolnet. Αντίθετα, όσοι έμπαιναν κατευθείαν στο Webex μέσω browser η εφαρμογής, χωρίς να μεσολαβεί το sch.gr δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα. Το Πανελλήνιο Σχολικό δίκτυο επίσης είχε καταρρεύσει για αρκετές ώρες, με αποτέλεσμα δεκάδες ιστοσελίδες γυμνασίων και λυκείων σε όλη τη χώρα να βρίσκονται εκτός λειτουργίας.

Οι πίνακες του ΙΤΥΕ δείχνουν ξεκάθαρα ότι υπήρξε μεγάλος όγκος αιτημάτων που χρειάστηκε να εξυπηρετηθούν, σημάδι πως το σχολικό δίκτυο δεν ήταν έτοιμο σε τεχνικό επίπεδο να διαχειριστεί αυτόν τον όγκο. Συγκεκριμένα, την Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, τέσσερις ημέρες μετά την ανακοίνωση ότι Γυμνάσια και Λύκεια θα έκλειναν, αναδρομολογήθηκαν στο Webex μέσω του ITYE Διόφαντος πέντε φορές περισσότερα αιτήματα εξυπηρέτησης για ψηφιακές τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από ό,τι την προηγούμενη ημέρα, ξεπερνώντας το ένα εκατομμύριο μέσα σε λίγες ώρες. Τις επόμενες δύο ημέρες τα αιτήματα εξυπηρέτησης πέρασαν τα 3,2 και τα 3,78 εκατομμύρια την ημέρα αντίστοιχα. Παράλληλα, η ποιότητα της υπηρεσίας βελτιώθηκε χαρακτηριστικά, αφού από λίγα λεπτά πρόσβασης στις 9 Νοεμβρίου ανέβηκε στα 44 λεπτά ανά μάθημα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις 10 Νοεμβρίου, ενώ στις 11 Νοεμβρίου έφτασε στα 52 λεπτά . Ο μέσος όρος συμμετοχής των μαθητών της δευτεροβάθμιας ανά τάξη ήταν 16 και 18 παιδιά σε κάθε μάθημα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου, τα προβλήματα εξακολουθούν να αφορούν και το υλισμικό (hardware), αλλά ακόμα περισσότερο τη λειτουργία της πλατφόρμας από καθηγητές και μαθητές. Στις 4 Νοεμβρίου το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο έστειλε εγκύκλιο στους καθηγητές να μην χρησιμοποιείται δεύτερη σύνδεση στο σπίτι τους κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, γιατί οι τεχνικές απαιτήσεις του συστήματος χρειάζονται ταχύτητες upstream (για το βίντεο που ανεβάζει ο καθηγητής) 512kbps. Οι συνήθεις συνδέσεις των 24 mbps ADSL δίνουν ονομαστική ταχύτητα ανεβάσματος ενός mbps. Είναι ανοιχτό ερώτημα βέβαια το ποια είναι η πραγματική ταχύτητα σε συνθήκες lockdown, αφού κατά την προηγούμενη καραντίνα μετά βίας άντεξαν τα δίκτυα των τηλεπικοινωνιακών παρόχων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις καταγγέλθηκε η κατάρρευση των υπηρεσιών τους, ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας. Πρακτικά η οδηγία σήμαινε πως αν ένας καθηγητής ή μια καθηγήτρια ζει με την οικογένειά του, δεν μπορεί κανείς άλλο μέλος της να χρησιμοποιεί τη σύνδεση για τηλεδιάσκεψη όσο διαρκεί το μάθημα.

Τι γίνεται με τα προσωπικά δεδομένα;

Ακόμα, προκαλεί ανησυχία το θέμα των προσωπικών δεδομένων και του πρωτοκόλλου λειτουργίας των ψηφιακών τάξεων, αφού όπως έχει επισημανθεί από τη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αλλά έχουν καταγγείλει και καθηγητές, μαθητές και μαθήτριες, έχουν τη δυνατότητα να μπαίνουν με ψεύτικα ονόματα ή με ονόματα συμμαθητών τους, μπορούν να κάνουν χρήση του προσωπικού τσατ στα δωμάτια αυτά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις επικρατεί χασμωδία από ανοιχτά μικρόφωνα. Το θέμα έφερε στην επιφάνεια επώνυμα ο καθηγητής Πληροφορικής κ. Γιώργος Δανδουλάκης με επιστολή του στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων πως “οι μαθητές για την είσοδο τους σε κάποια ψηφιακή τάξη δεν πιστοποιούνται με κανέναν τρόπο. συνδέονται απλά σαν “προσκεκλημένοι” (“guest”), ίσως γιατί δεν έχουμε την πλήρη έκδοση του Webex καθότι “δωρεά” από την Cisco, ίσως γιατί κανείς δεν το σκέφτηκε ακόμα». H Cisco διέθεσε δωρεάν την απλή έκδοση της υπηρεσίας της λόγω της πανδημίας σε πολλές περιοχές του πλανήτη, όμως η έκδοση που παραχωρήθηκε στο ελληνικό Υπουργείο Παιδείας δεν είναι αυτή. Σε κάθε περίπτωση, ο καθηγητής δεν έχει κανέναν τρόπο να πιστοποιήσει πως οι συμμετέχοντες στο τηλεμάθημα είναι όντως οι μαθητές του, αφού οποιοσδήποτε γνωρίζει τον σύνδεσμο που οδηγεί σε μια τάξη μπορεί να συνδεθεί ως guest, χρησιμοποιώντας το όνομα ενός μαθητή. Ο μόνος τρόπος που έχει ένας καθηγητής να πιστοποιήσει τους μαθητές είναι εξ ακοής, αφού συνήθως οι κάμερες είναι απενεργοποιημένες.

Το Webex δεν έχει φτιαχτεί για ψηφιακές τάξεις, ώστε να υπάρχει πρόνοια για όλα αυτά τα ζητήματα, αλλά για εταιρικά μίτινγκ. Οι καθηγητές πληροφορικής επισημαίνουν ότι υπάρχουν ποινικές ευθύνες σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των παιδιών, η οποία αυτή τη στιγμή δεν διασφαλίζεται, αφού μπορεί οποιοσδήποτε να έχει προσωπική συνομιλία μέσω του τσατ με μαθητές και να παρασύρει πιθανόν ένα παιδί Γυμνασίου ή Δημοτικού. Η Cisco έχει δική της πολιτική ασφάλειας δεδομένων για την οποία ισχυρίζεται πως είναι συμβατή με την ευρωπαϊκή νομοθεσία GDPR, ωστόσο έξω από το sch.gr γίνεται ταυτοποίηση κάθε σύνδεσης με μια μοναδική IP, κάτι που ήγειρε ανησυχίες, αφού τον Απρίλιο υπήρξε καταγγελία κινδύνου για τα προσωπικά δεδομένα στην πλατφόρμα της εταιρείας.

Η ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) διαπίστωσε, με πόρισμά της στις 7 Σεπτεμβρίου, σωρεία παραβάσεων του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Ασφάλειας (GDPR). Όπως ανέφερε ο πρώην Υπουργός Παιδείας Νίκος Φίλης στη Βουλή, η έκθεση της ΑΠΔΠΧ ασκεί κριτική στη σύμβαση του υπουργείου με την εταιρία Cisco, “που αφήνει απροστάτευτα τα προσωπικά δεδομένα μαθητών και εκπαιδευτικών και δίνει το δικαίωμα στην αμερικανική πολυεθνική να τα διατηρεί για εμπορικούς σκοπούς για επτά ολόκληρα χρόνια! Επίσης, να τα μεταβιβάζει εκτός Ε.Ε. και συγκεκριμένα στις ΗΠΑ, κάτι που έχει απαγορεύσει με απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αφού οι ΗΠΑ δεν θεωρούνται ασφαλής χώρα για τα προσωπικά δεδομένα”.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ενέκρινε με την συγκεκριμένη απόφαση τη λειτουργία της πλατφόρμας, επισημαίνοντας ωστόσο τους κινδύνους και ζητώντας βελτιώσεις εντός τριών μηνών. Και η λίστα των “κινδύνων” που επισημαίνει δεν είναι μικρή:

  • Κίνδυνοι σχετιζόμενοι με την επέμβαση στην εκπαιδευτική διαδικασία
  • Κίνδυνοι από τη χρήση εξοπλισμού που δεν βρίσκεται υπό την εποπτεία του υπευθύνου επεξεργασίας δεδομένων
  • Κίνδυνοι από τις διαβιβάσεις δεδομένων εκτός Ε.Ε
  • Κίνδυνοι που απορρέουν από τους όρους της σύμβασης
  • Κίνδυνοι από τη χρήση προσωπικών ηλεκτρονικών διευθύνσεων των εκπαιδευτικών

Οι πληροφορίες λένε πως στο παρασκήνιο της αγοράς κατά το διάστημα μεταξύ Μαΐου-Αυγούστου, το Υπουργείο Παιδείας κάλεσε σε διαβούλευση τις μεγάλες εταιρείες του κλάδου, προκειμένου να εξετάσει προσφορές για ένα διαγωνισμό προμήθειας υπηρεσίας μέσω του ΙΤΥΕ Διόφαντος. Ωστόσο, χωρίς επίσημη αιτιολόγηση, επέλεξε τελικά την Cisco και μια υπηρεσία η οποία θεωρείται πολύ ακριβή (υπολογίζεται στα 4 εκατ. για την επαγγελματική έκδοση από παράγοντες της αγοράς) χωρίς να θεωρείται η καλύτερη αυτή τη στιγμή, αλλά που πράγματι ήταν μια από λίγες διαθέσιμες. “Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις μια κρίση τέτοιας κλίμακας και δεν έχεις χρόνο, πας αναγκαστικά στις μεγάλες εταιρείες του κλάδου” λέει χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς που δεν χαρακτηρίζεται για τα φιλοκυβερνητικά του αισθήματα και συνεχίζει: “Στην Ελλάδα είχαμε για δεκαετίες μεγάλα και ακριβά έργα πληροφορικής που ήταν άχρηστα. Τουλάχιστον με τις μεγάλες εταιρίες του κλάδου ξέρεις ότι θα δουλέψουν”. Αυτό δεν αποδείχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά το επιχείρημα είναι εύλογο, και προσφέρει μια εξήγηση για κάτι ακόμα που ανέφερε η υφυπουργός Παιδείας Σ. Ζαχαράκη στην συνέντευξη της στον τηλεοπτικό σταθμό Κόντρα, ότι δηλαδή η υπηρεσία παρέχεται ως δωρεά της εταιρείας. Ο λόγος είναι ότι η προκήρυξη ενός διαγωνισμού θα συνεπαγόταν μια πολύμηνη διαδικασία, η οποία θα μπορούσε άνετα να ναυαγήσει όπως έχει γίνει πολλές φορές ως σήμερα.

Συχνά προβλήματα στον Διόφαντο και το Υπουργείο Παιδείας

Όταν το Υπουργείο Παιδείας αναφέρει στις ανακοινώσεις του την “διαπιστευμένη” εφαρμογή (Webex αντί για Microsoft teams, Blue Jeans, Google meet, zoom κ.ο.κ.) τι εννοεί; Μια “παραμετροποιημένη” υπηρεσία στο πλαίσιο της σύμβασης, ή απλώς τη χρήση της επαγγελματικής έκδοσης του Webex μέσω SSO στο ITYE Διόφαντος; H υπηρεσία ξεκίνησε να λειτουργεί στις 16 Μαρτίου και επεκτάθηκε σταδιακά σε όλα τα σχολεία της χώρας, όμως το λογισμικό δεν φαίνεται να είναι παραμετροποιημένο, αν πιστέψει κανείς τις καταγγελίες των καθηγητών και τις ανησυχίες της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Τον Μάιο η υπουργός Νίκη Κεραμέως ζήτησε από τον Διόφαντο να γνωμοδοτήσει σχετικά με τις ανάγκες που θα έπρεπε να καλυφθούν για να ανταποκριθούν οι υποδομές στις φετινές απαιτήσεις, ενώ με δεύτερο αίτημά της ζήτησε να πληροφορηθεί τις απαραίτητες προδιαγραφές για την επόμενη τετραετία. Πρακτικά αυτό σημαίνει υπολογιστική ισχύ και ακεραιότητα λογισμικού. Το SSO λειτουργεί μόνο για τους καθηγητές και και όχι για τους μαθητές, κάτι που ήδη συνιστά έλλειψη στο σχεδιασμό. Η αδυναμία του Διόφαντου να ανταποκριθεί μαρτυρά σοβαρή εσωτερική αδυναμία να εκπληρώσει την αποστολή του.

Το Υπουργείο Παιδείας αντιμετωπίζει συχνά προβλήματα. Στα τέλη Μαρτίου ο πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης κ. Δημήτρης Παπαποστόλου κατήγγειλε πολύωρες καθυστερήσεις και προειδοποίησε ότι το schoolnet δεν αντέχει τον φόρτο. Τον Αύγουστο κατέρρευσε η κεντρική υποδομή του Υπουργείου Παιδείας (Πάπυρος) αφήνοντας μια ζημιά της τάξης των 26.000 ευρώ. Σε ερωτήσεις που απευθύναμε σε παράγοντες τόσο των δημόσιων υποδομών όσο και της αγοράς, πήραμε αντικρουόμενες απαντήσεις για τον σχεδιασμό που θα μπορούσε να είχε προκριθεί, σκιαγραφώντας όμως με χαρακτηριστικό τρόπο σε κάθε περίπτωση την σημερινή απουσία στρατηγικού σχεδιασμού. Μια εύλογη απορία για παράδειγμα είναι αν θα μπορούσε να αποφευχθεί το εμπορικό λογισμικό με τις εξαρτήσεις που δημιουργεί και να λειτουργήσει με ελεύθερο λογισμικό σε data centers εντός της χώρας, όπως για παράδειγμα στο cloud Ωκεανός που υποστηρίζει το ακαδημαϊκό δίκτυο της χώρας και εσχάτως το gov.gr.

Ανάγκη για ψηφιακή στρατηγική

Στον ιδρυτικό νόμο του πάλαι ποτέ Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής επί ΣΥΡΙΖΑ (και σήμερα Ψηφιακής Διακυβέρνησης) στην αιτιολογική έκθεση, αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό νούμερο: Το Δημόσιο χρησιμοποιεί το 10% των πόρων που διαθέτει σε πληροφοριακή υποδομή και δίκτυα, τα οποία έχει πληρώσει περίπου δέκα φορές πάνω από το κόστος τους στην αγορά. Η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας έχει σαφώς κληρονομήσει και συνεχίζει να λειτουργεί μια ψηφιακή “παράγκα” που φτιάχτηκε σε βάθος δεκαετιών, με δαπάνη ευρωπαϊκών κονδυλίων ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, σε συστήματα που δεν δούλεψαν. Αυτό φυσικά δεν αναιρεί την ευθύνη της σημερινής ηγεσίας για επιτάχυνση των διαδικασιών μετά το πρώτο κύμα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός μίλησε για την ψηφιακή στιγμή της χώρας και καθώς όλοι γνωρίζαμε πως ο κορονοϊός δεν αποτελεί μια παροδική περιπέτεια, αλλά μια τομή στην οργάνωση της ζωής μας. Η αδυναμία ανταπόκρισης οκτώ μήνες μετά δημιουργεί ερωτηματικά. Για παράδειγμα, πως μπορεί να μην έγινε μια δοκιμή προτού τεθεί σε λειτουργία η πλατφόρμα ενώ ήταν γνωστό ότι θα έχουμε δεύτερο κύμα πανδημίας;

Στελέχη του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης είπαν ότι τον Μάιο τους ζητήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας να αναλάβουν την οργάνωση σειράς δράσεων, ωστόσο αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω χρόνου και διάθεσης πόρων. Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης ανέλαβε να εκπονήσει τέσσερα προγράμματα που θα βοηθήσουν στη μείωση της γραφειοκρατίας στο διοικητικό μέρος της εκπαίδευσης, όμως αυτό δεν αποτελεί ολοκληρωμένο “σχέδιο”. Όλοι συμφωνούν ότι θα ήταν απαραίτητη πολυετής ανάπτυξη προκειμένου να φτιαχτούν τα data centers και οι υποδομές που θα απαιτούνταν αν θέλουμε να προστατεύσουμε την ψηφιακή μας ανεξαρτησία (digital sovereignty), όμως είναι σημαντικό να ξεκινήσει. Σε επίπεδο τηλεκπαίδευσης θα μπορούσε να υιοθετηθεί το Moodle, η ανοιχτή, παλαιότερη και μάλλον πιο διαδεδομένη πλατφόρμα ασύγχρονης ψηφιακής μάθησης ή/και το Big Blue Button, μια ανοιχτή υποδομή τηλεδιασκέψεων φτιαγμένη ειδικά για την εκπαίδευση, ενώ θα έπρεπε να κατευθυνθούν πόροι στην ανάπτυξη εκπαιδευτικού υλικού αντί για την ανάπτυξη και συντήρηση πανάκριβων πλατφορμών. Σε σχέση με την “από τα κάτω” υποδομή, η αντιπολίτευση έχει διατυπώσει μια πρόταση, με αναφορά και στο κόστος αγοράς εξοπλισμού το οποίο θα μπορούσε να καλυφθεί για όσες οικογένειες εντάσσονται στο κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης – και άρα κατά τεκμήριο δεν διαθέτουν τα χρήματα για τον εξοπλισμό για συμμετοχή στο μάθημα.

Αθροίζοντας τα παραπάνω καταλαβαίνει εύκολα κανείς ότι η χώρα παραμένει απροετοίμαστη σε όλα τα επίπεδα παρά τη ρητορική του πρωθυπουργού κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας. Μόλις φέτος η Ισπανία ανακοίνωσε επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων για την αναβάθμιση των δικτύων τηλεπικοινωνιών, το 5G και την ανάπτυξη ψηφιακών εφαρμογών ως το 2025. Τον Ιούνιο η Πορτογαλία παρουσίασε action plan για την ψηφιοποίηση της χώρας σε τρεις πυλώνες: Διοίκηση, επιχειρήσεις, ψηφιακό χάσμα. . Στην Ελλάδα η πολιτική που φαίνεται να ακολουθείται είναι οι δωρεές. Ίσως φαίνεται άσχετο, αλλά μόλις προ ολίγων ημερών η ΕΕΤΤ ενέκρινε την ενοποίηση των δικτύων Vodafone και Wind σε μια κοινή εταιρεία της Vodafone, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στη χώρα “δυοπώλιο” στο 5G. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποίησε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, στη χώρα έχουμε ένα από τα ακριβότερα τέλη σύνδεσης στις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στην Ευρώπη. Καθηγητές και μαθητές, πληρώνουν για μια υπηρεσία που θα έπρεπε να καλύπτει το κράτος πρόνοιας και όλοι πληρώνουμε πολύ ακριβά, κακές υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Η χώρα χρειάζεται συνολικά στρατηγικό σχέδιο για την ψηφιακή τεχνολογία και τις εφαρμογές της.