Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Όταν ποινικοποιείται λόγω πανδημίας η φτώχεια

Ένας από τους διαδεδομένους μύθους στον καιρό της πανδημίας είναι πως ο κορονοϊός δεν κάνει διακρίσεις, ταξικές, ηλικιακές, εισοδηματικές, κοινωνικές, ιδεολογικές. Τα ποιοτικά και στατιστικά στοιχεία εν πολλοίς διαψεύδουν αυτούς τους ισχυρισμούς, δείχνοντας πώς η διασπορά της Covid-19 είναι πιο διαδεδομένη σε εκείνα τα στρώματα της κοινωνίας που είναι πιο αδύναμα και χρειάζεται να μετακινούνται για να βρουν δουλειά – εξόν των ελαχίστων εξαιρέσεων που η μετάδοση οφείλεται στα exclusive πάρτυ, έναντι αλμυρού αντιτίμου σε βίλες, ή στις κατ’ οίκον γιορτές και γενέθλια, κυρίως ευπόρων συμποσιαστών και “δειπνοσοφιστών”. Όσο για τα εμπειρικά στοιχεία, τούτα είναι ακόμη πιο αμείλικτα, αρκεί να αναπαραστήσουμε νοερά την εικόνα τριών περιπτώσεων που καταγράφονται στην χειμαζόμενη από την πανδημία Ιταλία.

Τις τελευταίες ώρες η ιταλική κοινή γνώμη έχει συγκλονιστεί από δύο περιστατικά που φανερώνουν την αναλγησία των οργάνων της κρατικής καταστολής απέναντι στους αδύναμους της κοινωνίας. Την επιβολή προστίμου 400 ευρώ στον Πασκουάλε Τζούντιτσε, άστεγο στο Κόμο (φωτογραφία), επειδή βρισκόταν “χωρίς λόγο” στον δρόμο στις 21.05, αλλά και τη μαζική επιβολή προστίμων στους αστέγους και φτωχούς που περίμεναν συσσίτιο στο κέντρο φροντίδας στη Βία Πρε, στη Γένοβα για μη τήρηση των μέτρων κατά του κορονοϊού και άσκοπη μετακίνηση. Το κράτος και οι επιτετραμμένοι για τη φύλαξή του, που από τη μία αδιαφορούν για τις συνθήκες που γεννούν και συντηρούν τη φτώχεια (ιδίως για όσους καταλήγουν στην κατηγορία των νεόπτωχων μέσα στην πανδημία, εξαιτίας των πολιτικών επιλογών και των παραλείψεων του ίδιου του κράτους) και αφετέρου την ποινικοποιούν, τιμωρώντας την ανάγκη του ανθρώπου να βρει ένα απάγκιο για να κοιμηθεί και ένα πιάτο φαΐ για να επιβιώσει.

Οι άστεγοι και οι φτωχοί δεν έχουν χαρτιά για να δικαιολογούν ότι βρίσκονται στον δρόμο, χωρίς καθορισμένη αιτία και διεύθυνση, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν γιατί δεν έχουν δουλειά και πιστοποιητικό από τον εργοδότη, γιατί κυκλοφορούν δίχως άδεια να πάνε στο σουπερμάρκετ, γιατί χωρίς λόγο βρίσκονται μπροστά σε μία “τράπεζα φαγητού”. Τα αστυνομικά όργανα, που ταυτίζονται με τον ρόλο τους, του άτεγκτου επιβολέα των απρόσωπων ( και “ίσων για όλους”) νόμων, ισχυρίζονται πως προστατεύουν τον πολίτη, τιμωρώντας την παρέκκλιση και την “αντικοινωνική” συμπεριφορά που πλήττει το σύνολο. Βέβαια, κανείς αστυνομικός δεν πρόκειται συγκαταβατικά να παραδεχτεί πως η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά δεν είναι σκόπιμη και οφείλεται στις πρακτικές ενός άλλου, ο οποίος ουδέποτε θα λογοδοτήσει για την αυθαιρεσία ή τις παραλείψεις του.

Η τρίτη περίπτωση αφορά την τροποποίηση του νόμου για τους μετανάστες εργάτες γης, που πρόκειται να πλήξει τριπλά, όλους εκείνους τους αναγκεμένους που πασχίζουν να επιβιώσουν δουλεύοντας υπό απάνθρωπες συνθήκες, με μεροκάματα πείνας και χωρίς συνθήκες υγιεινής, προστασίας και κοινωνικής-υγειονομικής πρόνοιας για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Με την τροποποίηση καταργείται το όριο των αμοιβών για τους μετανάστες ξωμάχους, που τόσο είναι απαραίτητοι για το μάζεμα της σοδειάς και τις γεωργικές εργασίες, όπως έγινε ιδιαίτερα αισθητό μέσα στον εγκλεισμό της πανδημίας.

Απόφαση καταστροφική για το επίπεδο αμοιβών και διαβίωσης αυτής της κατηγορίας πληθυσμού. Ιδίως όταν ήδη διαπιστώνεται μία ραγδαία αύξηση στην ανεργία των ξένων εργατών (+270.000 εν σχέσει με το δεύτερο τρίμηνο του 2019), η οποία αναμένεται να ξεπεράσει τις 650.000. Όταν εν γένει από την ανεργία και τη φτώχεια, όπως και από τα αντικίνητρα για εργασία στον τομέα, επηρεάζονται σύμφωνα με τα στατιστικά περί τα 5,5 εκατ. άνθρωποι στην Ιταλία. Όταν το 30% των αλλοδαπών και μεταναστών εργατών γης και των οικογενειών τους ήδη ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, ποσοστό που συνολικά φθάνει το 66% εάν προστεθούν και οι οικογένειες που βρίσκονται στο χείλος της φτωχοποίησης. Όταν ήδη τα ημερομίσθια με τα οποία αμείβονται αυτοί οι άνθρωποι δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν αξιοπρεπή και μάλιστα πολλές φορές οι ίδιοι πέφτουν θύματα ακόμη στυγνότερης εκμετάλλευσης του μόθχου τους, του εξοντωτικού ωραρίου και του κατακερματισμού των εργατικών σχέσεων, απηνών διωγμών, διακρίσεων,περιθωριοποίησης, εξαπάτησης και απελάσεων. Όταν οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν πλήρη ή καθόλου πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και κανένα νομικό, δικαστικό, ή εργατικό δικαίωμα.

Η τροποποίηση τούτη εξάλλου δεν πρόκειται να επιδεινώσει μόνον το επίπεδο αμοιβής και διαβίωσης των εργατών αυτών, αλλά και θα μειώσει περαιτέρω τα έσοδα του κράτους από τη δηλωμένη εργασία και τους φόρους, τις εισφορές ασφάλισης (για όσους αλλοδαπούς διαμένουν ήδη μόνιμα στην Ιταλία) αλλά θα βαθύνει ακόμα πιο πολύ τη μαύρη και αδήλωτη εργασία, τα κέρδη από το “σκλαβοπάζαρο”, τις απάτες με τις επιδοτήσεις και ων ου έστι αριθμός άλλες ανομίες.

Για να μην τονίσουμε τις υπόλοιπες νομικές παραμέτρους του εν λόγω μέτρου, που θα καθιστά επικερδή την εκμετάλλευση της αδήλωτης και φθηνής εργασίας και οι οποίες σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση και τις ροές των ανθρώπων που επιζητούν μία καλύτερη μοίρα στην Ιταλία. Οι εφεδρικές στρατιές των επίδοξων ειλώτων θα ρίξουν ακόμη περισσότερο τα ημερομίσθια, αλλά παράλληλα θα φουσκώσουν και τα κύματα των παράνομων μεταναστών. Η πλήρης φιλελευθεροποίηση της μισθολογικής σχέσης των αλλοδαπών εργατών γης επιτείνει τις διακρίσεις, ταξικές, κοινωνικές, διαιϊκές και ηθικές και δημιουργεί επιπλέον συνθήκες φτώχειας και περιθωριοποίησης, που ο νόμος θα κληθεί και πάλι να πατάξει “για την προστασία των έντιμων πολιτών”.