ΑΘΗΝΑ
17:10
|
22.01.2021
“Να σκέφτεσαι κόντρα στο ρεύμα”. Έτσι μπορεί να αποδώσει στα ελληνικά κανείς τον όρο querdenken της γερμανικής γλώσσας. Αυτό το όνομα φέρει το κίνημα, το…
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

“Να σκέφτεσαι κόντρα στο ρεύμα”. Έτσι μπορεί να αποδώσει στα ελληνικά κανείς τον όρο querdenken της γερμανικής γλώσσας. Αυτό το όνομα φέρει το κίνημα, το οποίο αναπτύσσεται πλέον εδώ και μήνες στη Γερμανία και έχει φέρει αναταραχή στο πολιτικό σύστημα της ομοσπονδιακής δημοκρατίας. Πρόκειται για ένα κίνημα το οποίο ξεπήδησε στα νοτιοδυτικά, στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης (τόπο καταγωγής του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που “ήταν από τα Μαύρα Δάση”, τον Μέλανα Δρυμό), στην οικονομικά ευημερούσα Στουτγάρδη.

Η Στουτγάρδη, στην οποία είναι πολύ έντονο και το ελληνικό στοιχείο, συγκαταλέγεται στις πιο καλές πόλεις του πλανήτη: υψηλά εισοδήματα, καλοί μισθοί, ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος, καλοδομημένη, εξαιρετικά φιλική προς το φυσικό περιβάλλον και καινοτόμα πόλη, η Στουτγάρδη με τον καλό της καιρό και την πολλή της ηλιοφάνεια αποτελεί μια βιομηχανική και μεταβιομηχανική πόλη-πρότυπο παγκοσμίως.

Τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας ενέχουν εγγενώς τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων: περιορισμό στην οικονομική δραστηριότητα, στις μετακινήσεις και στην εκπαιδευτική διαδικασία έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις βασικές αρχές που διέπουν την αστική δημοκρατία. Αυτό είναι το κεντρικό επιχείρημα του κινήματος των Querdenker, δηλαδή “αυτών που σκέφτονται κόντρα στο ρεύμα”: οι περιορισμοί που επιβάλλονται περιστέλλουν θεμελιώδη ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Ταυτόχρονα, οι οικονομικοί περιορισμοί θίγουν όλα τα κοινωνικά στρώματα, πλην των μεγάλων πολυεθνικών, συμβάλλοντας έτσι σε μια αναδιάρθρωση της οικονομικής διαδικασίας, οδηγούν στην περαιτέρω καταστροφή της μικρής και μεσαίας επιχείρησης και τελικά προκαλούν βίαιη αναδιανομή του πλούτου από τα κάτω προς τα πάνω. Τα μέτρα που λαμβάνονται από τις κυβερνήσεις, με τον τρόπο που αυτό γίνεται, εμπεριέχουν, μαζί με την περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων, τον περιορισμό του δικαιώματος στη διαμαρτυρία και έτσι ολοκληρώνεται το σχήμα που θέλει την αναδιάρθρωση και τη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των ολίγων να επιβάλλεται μέσα από την ένταση της κρατικής καταστολής και της ιδεολογικής προπαγάνδας δια των μέσων ενημέρωσης και των ειδικών. Η προπαγάνδα έγκειται στην απαξίωση καθενός που αμφισβητεί την ουσία των μέτρων αντιμετώπισης του ιού στην Ευρώπη. Όποιος αμφισβητεί την ουσία των μέτρων χαρακτηρίζεται ως “ψεκασμένος”, αρνητής του Covid ή συνωμοσιολόγος, οπαδός του Τραμπ ή ακροδεξιός.

Οι κυβερνήσεις του κόσμου, και δη της Ευρώπης, θεωρούνται πως είναι εξαιρετικά ευνοϊκές απέναντι στις στοχεύσεις των μονοπωλίων και της ολιγαρχίας. Το σχήμα “δουλεύω με Apple και Microsoft, έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο μέσα από την Google, ενημερώνομαι μέσω Facebook ή Twitter, επικοινωνώ μέσω Messenger ή Whatsapp, ψωνίζω μέσω Amazon και ψυχαγωγούμαι από το Netflix και το YouTube”, σε μια κοινωνία που οι άνθρωποι όλο και πιο πολύ περνούν τον χρόνο τους με το βλέμμα συγκεντρωμένο σε ένα smartphone, δεν έρχεται από μόνο του, αλλά προμοτάρεται συνεχώς και στηρίζεται έμπρακτα από τις κυβερνήσεις στην Ε.Ε. Το πιο απτό παράδειγμα είναι η εξαιρετική απροθυμία των ευρωπαϊκών θεσμών να επιβάλλουν γερή φορολογία στα κέρδη αυτών των επιχειρήσεων, που λέγονται από τα αρχικά τους “GAFAM” ή “FAANG”. Η απροθυμία αυτή συμβαίνει την ίδια στιγμή που το λιανικό εμπόριο από μεσαίου ή μικρού μεγέθους επιχειρήσεις καταβαραθρώνεται, η οικονομία του ελεύθερου χρόνου, η εστίαση, το σινεμά, η συναυλία, το μπαρ και το κλαμπ είναι απαγορευμένα, ενώ και τα πανεπιστήμια ουσιαστικά υπολειτουργούν.

Ήδη από το πρώτο λο ντάουν την άνοιξη τα οικονομικά φύλλα της Γερμανίας αναφέρονταν διαρκώς στους κινδύνους πτώχευσης που διατρέχουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις στους προαναφερθέντες κλάδους. Αυτές οι αναφορές δεν σταμάτησαν διόλου και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Έχουμε λοιπόν μεσαία και μικρά αστικά στρώματα που βλέπουν μπροστά τους κάθε μέρα τον κίνδυνο της οικονομικής καταστροφής να γιγαντώνει, ενώ οι κυβερνήσεις επιτρέπουν σε αμερικάνικες πολυεθνικές να θησαυρίζουν. Αυτό είναι ένα τέλειο υλικό για να φτιαχτεί ένα ακροδεξιό κίνημα, έτσι τουλάχιστον μας διδάσκει η ιστορία.

Το κίνημα Querdenken 711 εμφανίστηκε την άνοιξη στην Στουτγκάρδη. Ο αριθμός 711 είναι παρμένος από τον τηλεφωνικό κωδικό της πόλης, σα να λέμε “Θεσσαλονίκη 231”. Ήδη από την άνοιξη οργάνωσε εκεί διαδηλώσεις ενάντια στα περιοριστικά μέτρα και το καλοκαίρι έφτασε στο Βερολίνο. Εκεί πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση στις 29 Αυγούστου. Η διαδήλωση αυτή οδήγησε σε οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση, καθώς συμμετείχε πλήθος ακροδεξιών διαφόρων αποχρώσεων και εμφανίστηκαν πολλές σημαίες του γερμανικού Ράιχ.

Πρόκειται για τη σημαία της Γερμανίας που ήταν σε χρήση κατά την περίοδο των Κάιζερ (1870-1919), αντικαταστάθηκε στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1919-1933) και επανήλθε από τον Χίτλερ το 1933 για να αντικατασταθεί από τη σημαία με την σβάστικα το 1935. Η σημαία αυτή αποτελείται από τρεις οριζόντιες ισοπαχείς λωρίδες, με τα χρώματα μαύρο, λευκό και κόκκινο, από πάνω προς τα κάτω. Καθώς η σημαία με τη σβάστικα απαγορεύεται στη Γερμανία, είναι αυτή η παλιά σημαία του Ράιχ, πότε απλή και πότε ως πολεμική σημαία με αετό και σιδηρούν σταυρό, αγαπημένη στις τάξεις των ακροδεξιών και των ναζί.

“Πως μπορείτε να διαδηλώνετε δίπλα στους ναζί;”. Αυτό το ερώτημα απευθύνθηκε επανειλημμένα από πολλές μεριές, από πολιτικούς, από δημοσιολόγους, από μιντιακές περσόνες, από απλούς πολίτες και οδήγησε έναν από τους εμπνευστές του κινήματος, τον Μίχαελ Μπάλβεκ, να δώσει μερικές μέρες μετά εξηγήσεις για να διώξει από πάνω του την κατηγορία του συνοδοιπόρου των ναζί καθώς και να δηλώσει ότι αυτός αποτραβιέται στην Στουτγάρδη, ώστε να συνεχίσει από εκεί τον πολιτικό του αγώνα για τα “θεμελιώδη δικαιώματα”.

Οι πρωταγωνιστές

Κεντρική φιγούρα είναι ο ιδιοκτήτης μιας εταιρείας κατασκευής λογισμικού από την Στουτγκάρδη, ο προαναφερθείς Μίχαελ Μπάλβεκ. Ο 45χρονος επιχειρηματίας ζητά στις συγκεντρώσεις να τηρούνται αποστάσεις και συνεχίζει λέγοντας “αν δεν τις τηρείτε θα κολλήσετε τον ιό” απευθυνόμενος στο κοινό το οποίο γελάει. Χωρίς να αρνείται την ύπαρξη του ιού, εμμέσως πλην σαφώς θεωρεί υπερβολικό τον φόβο σε περίπτωση που κάποιος νοσήσει. “Δεν δέχομαι ούτε δεξιούς ούτε αριστερούς εξτρεμιστές”, είπε μετά την επεισοδιακή διαδήλωση του Αυγούστου στο Βερολίνο. Μάχεται για την τήρηση του Συντάγματος και κατηγορεί “τους από πάνω” πως θέλουν να καταστρέψουν τη μεσαία τάξη.

Σχετικά με τις σημαίες του Ράιχ έδωσε μια ενδιαφέρουσα εξήγηση. “Στείλαμε τους υπεύθυνους για την τήρηση της νομιμότητας στο πλαίσιο της διαδήλωσης (σ.σ.: την περιφρούρηση) και ρώτησαν τους ανθρώπους που είχαν τις σημαίες αν γνωρίζουν τι αντιπροσωπεύει αυτή η σημαία. Μας είπαν ότι τους τις μοίρασαν κάποιοι. Γνωρίζω ότι στη συγκέντρωση υπήρχαν πράκτορες της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος. Ζητώ λοιπόν να γίνει μια διερευνητική επιτροπή, ώστε να μάθουμε τι έκαναν αυτοί οι πράκτορες.” Προφανώς κάνει λόγο για παρουσία κρατικών προβοκατόρων.

Ο Μπάλβεκ κατέβηκε υποψήφιος δήμαρχος Στουτγάρδης και πήρε στις 8 Νοεμβρίου περίπου 2,6%, δηλαδή περίπου 4500 ψήφους.

Ο αρθρογράφος Άνζελμ Λέντς, με παρουσία στο παρελθόν στην κομμουνιστική εφημερίδα Junge Welt και την κεντροαριστερή, πάλαι ποτέ εναλλακτική, Taz, αρνείται την επικινδυνότητα του ιού, μιλάει για καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, το οποίο σκοπό έχει να καλύψει την σφοδρή οικονομική κρίση του καπιταλισμού και ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Σουηδία όταν διεκόπη η συνεργασία του με την Τaz. Ονομάζει τον εαυτό του “ελευθεριακό”, εκδίδει μια δωρεάν εφημερίδα και κηρύσσει την δημοκρατική αντίσταση.

Στον πολιτικό του αντίποδα στέκεται το μοντέλο και πολιτικός της υπερσυντηρητικής-ακροδεξιάς “Εναλλακτικής για τη Γερμανία”, η 26χρονη influencer Καρολίνε Ματιέ από την Θουριγγία. Υποστηρικτής της φιλελευθεροποίησης του πλαισίου για κατοχή πυροβόλων όπλων κατά τα αμερικάνικα πρότυπα, ζει στο Βερολίνο και έχει δεκάδες χιλιάδες ακόλουθους στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, από τα οποία κερδίζει τον άρτον το επιούσιον, καθώς και από τη δραστηριότητά της ως μοντέλο. Θεωρεί την πανδημία ως μια “αποκάλυψη των ζόμπι” και την χρήση μάσκας ως φίμωτρο.

Μια ραδιοφωνική προσωπικότητα κλείνει τον κύκλο των πιο σημαντικών μορφών αυτού του κινήματος. Πρόκειται για τον Κεν Γιέμπσεν, μεγάλο συνωμοσιολόγο, που για αυτές του τις απόψεις έχασε τη δουλειά του στο κρατικό ραδιόφωνο. Θεωρεί πάντως πως μια σωστή κυβέρνηση θα έπρεπε να παρεμβαίνει στον τύπο για να αποτρέπει τη διασπορά πανικού, που όπως ισχυρίζεται γίνεται δια των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας. Ποιος όμως είναι πίσω από τις συνωμοσίες;

Μα ποιος άλλος πέρα από τους Εβραίους; Το σχήμα είναι απλό. Ο Μπιλ Γκέιτς θέλει να μας περάσει ένα ηλεκτρονικό τσιπάκι μέσω του εμβολίου και τον Γκέιτς τον χρηματοδοτεί η τράπεζα Ρότσιλντ, ενώ συμφέροντα έχει και ο Τζορτζ Σόρος. Κλασική αντιεβραϊκή ρητορική. Αυτό καταγγέλλεται συνεχώς από τους αντιπάλους των Querdenker, πως δηλαδή η παρουσία της ισραηλινής σημαίας ή η παρουσία Εβραίων στις διαδηλώσεις δεν είναι τίποτε άλλο από στάχτη στα μάτια και πως μέσα στο πλήθος οι αντιεβραϊκοί ψίθυροι και τα συνθήματα δίνουν και παίρνουν. Ίσως κάποιο Εβραίοι εξτρεμιστές να θεωρούν ότι είναι από τη σωστή πλευρά, καθώς η ακροδεξιά έχει τώρα ως κύριο στόχο της το μουσουλμανικό στοιχείο, το οποίο από την μεριά του έχει συνήθως στάση αντιπαλότητας με το Ισραήλ και τον εβραϊσμό λόγω της Μέσης Ανατολής. Περίεργες συμμαχίες…

Τι συνέβη στη Λειψία

H Λειψία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Σαξωνίας. Εκεί το 1989 ξεκίνησε το λαϊκό κίνημα που οδήγησε στην πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Είναι μια πόλη πλούσια σε παράδοση κοινωνικών και εργατικών κινημάτων, είναι έδρα ιστορικού πανεπιστημίου, έχει να επιδείξει πολλά στην τέχνη και τον πολιτισμό. Για αυτούς τους λόγους αποτελεί πόλο έλξης για τη νεολαία και πολύ περισσότερο για ανθρώπους που τοποθετούνται πολιτικοκοινωνικά στο αριστερό τμήμα του πολιτικοκοινωνικού φάσματος, αλλά και για έναν ακόμη λόγο: εκεί η στέγη εξακολουθεί να είναι σχετικά φτηνή. Το ζήτημα των τιμών των ενοικίων είναι φλέγον στη Γερμανία και η άνοδος των τιμών και στη Λειψία είχε οδηγήσει τον Σεπτέμβρη σε ένα τριήμερο βίαιων διαδηλώσεων. Ταυτόχρονα η Λειψία ταλανίζεται από όλα τα προβλήματα που μαστίζουν τις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας: ανεργία, χαμηλοί μισθοί, φτώχεια για πολλούς. Όλα αυτά βέβαια σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με αλλού. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι στη Λειψία, και κατ’ επέκταση στην πρώην Ανατολική Γερμανία υπάρχει πολιτική πόλωση: πολλοί αριστεροί, σοσιαλιστές και κομμουνιστές, αναρχικοί και από την άλλη πολλοί υπερσυντηρητικοί, ακροδεξιοί και ναζιστές. Και πολλοί Πράσινοι.

Το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 45 χιλιάδες διαδηλωτές σύμφωνα με ειδικούς του πανεπιστημίου της πόλης, 20 χιλιάδες κατά την αστυνομία, συγκεντρώθηκαν και πορεύτηκαν στο κέντρο της πόλης, διαμαρτυρόμενοι για τα μέτρα που περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες, την κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Αρχικά η συγκέντρωση είχε οριστεί εκτός του κέντρου, όμως εκείνο το πρωινό, δικαστήριο της πόλης έδωσε το δικαίωμα να γίνει η διαδήλωση στο κέντρο. Αυτό, λένε οι πολιτικοί, υποχρέωσε την αστυνομία σε απότομη αλλαγή σχεδίου, κάτι που δυσχέρανε τη δράση των αρχών ασφαλείας. Επίσης, ενώ περίμεναν 16, το πολύ 20 χιλιάδες διαδηλωτές, έπρεπε τελικά να διαχειριστούν διπλάσιο αριθμό. Οι συμμετέχοντες δεν τηρούσαν κανένα μέτρο ατομικής προστασίας και με αυτό ως αφορμή η αστυνομία διέταξε τη διάλυση της συγκέντρωσης. Όμως τμήματα των διαδηλωτών συγκρούστηκαν με την αστυνομία, διέσπασαν ένα αστυνομικό κλοιό πριν η αστυνομία τελικά διαλύσει τη συγκέντρωση.

Η συνέχεια παίχτηκε στους δρόμους της πόλης και στο Βερολίνο. Στη Λειψία ομάδες ακροδεξιών κυνήγησαν αριστερούς πολίτες, ενώ ακούγονταν εδώ και εκεί το χιτλερικό σύνθημα “Sieg heil” (“Ζήτω η νίκη”). Αυτό κατήγγειλε ο Πράσινος πολιτικός Γιούργκεν Κάζεκ στο Twitter. Και η συμπρόεδρος όμως του κόμματος της Αριστεράς Die Linke Κάτια Κίππινγκ δήλωσε πως έχει γίνει σαφές τι συμβαίνει με την παρουσία των ακροδεξιών σε αυτές τις διαδηλώσεις και πως όποιος συμμετέχει σε αυτές ρίχνει νερό στο μύλο των ναζιστών.

Διασυνοριακή διαδήλωση

Και αν στη Λειψία συνέβησαν αυτά, για να πάρει τη σκυτάλη το Βερολίνο, όπως είχαμε γράψει εδώ πριν μέρες, με μεγάλη διαδήλωση ενάντια στον νόμο που δίνει υπερεξουσίες στην κυβέρνηση, το τελευταίο επεισόδιο γράφτηκε χθες Σάββατο στη γερμανο-πολωνική μεθόριο, στον ποταμό Όντερ. Στη γερμανική πλευρά βρίσκεται η πόλη της Φραγκφούρτης επί του Όντερ (Frankfurt an der Oder), ενώ περνώντας μια γέφυρα βρίσκεται κανείς στην πολωνική μικρή πόλη του Σλούμπιτσε. Εκεί για πρώτη φορά έγινε διασυνοριακή διαδήλωση ενάντια στα μέτρα ελέγχου της πανδημίας, με συμμετοχή 1500 περίπου Γερμανών και Πολωνών. Χωρίς να τηρούνται μέτρα ατομικής προστασίας, οι διαδηλωτές φώναζαν στις δυο γλώσσες “Ελευθερία” και “Ειρήνη”, ενώ ο Μπάλβεκ που είχε έρθει από την Στουτγκάρδη τόνιζε πως δεν είναι αρνητές της πανδημίας όσοι διαδηλώνουν και πως είναι ενάντια σε κάθε ρατσισμό και εξτρεμισμό ενώ ένα πανό έγραφε “Όποιος κοιμάται στην κρίση του κορονοϊού, ξυπνά με δικτατορία”.

Είναι γεγονός πως το ζήτημα της περιστολής ελευθεριών μαζί με την ακραία οικονομική ανασφάλεια που δημιουργείται από τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας διαμορφώνει νέα δεδομένα και μετατοπίσεις στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι πολίτες και οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες τη θέση τους στον κόσμο. Αντιφασιστικές και δημοκρατικές δυνάμεις διοργανώνουν σχεδόν παντού αντιδιαδηλώσεις σε αντίδραση στις διαδηλώσεις του κινήματος Querdenken. Η συνθηματολογία τους όμως και ο τρόπος απεύθυνσης δεν προβάλλει με πολύ ξεκάθαρο και κεντρικό τρόπο το αίτημα της υπεράσπισης των θυμάτων της πανδημίας, δεν απαντά με έναν θετικό τρόπο στην ανάγκη πολλών ανθρώπων να νιώσουν ότι μπορούν να επιβιώσουν οικονομικά και κοινωνικά μέσα στη συνθήκη που βιώνεται ως ακόμα και οικονομική και κοινωνική καταστροφή. Δεν καταφέρνουν να περάσουν αυτή τη θεματολογία και φαίνονται σα να λένε τους διαδηλωτές του Querdenken συλλήβδην φασίστες και συνοδοιπόρους. Οι εικόνες με τις ισραηλινές σημαίες, το σήμα της ειρήνης, της συναδέλφωσης με τους Πολωνούς, δεν στοιχειοθετούν την κατηγορία της ακροδεξιάς απόκλισης. Η επιμονή δε του επίσημου κράτους και των μέσων ενημέρωσης σχετικά με τη σχέση με την ακροδεξιά την ώρα που πολλοί άνθρωποι νιώθουν να καταστρέφονται ή φοβούνται τις υπερεξουσίες της κυβέρνησης, μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ την αντίληψη ότι ο απλός λαός είναι από τη μια μεριά και όλο το κατεστημένο από την άλλη. Κι αυτό μπορεί να έχει πολύ αρνητικές συνέπειες στο επίπεδο της δημοκρατικότητας αν οδηγήσει εκ νέου στην ενίσχυση της ακροδεξιάς.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα