ΑΘΗΝΑ
19:21
|
13.06.2021
Σε ολόκληρη την Ιταλία αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την υλοποίηση ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής, στο βαθμό που η πανδημία μετέβαλε ριζικά τον τρόπο εργασίας, μετακίνησης…
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Σε τούτες τις δύσκολες εποχές όλοι οι Έλληνες δεινοπαθούμε γιατί, εγκλωβισμένοι λόγω του κορονοϊού στο κλειστό μας περιβάλλον, νοσταλγούμε το σπιτάκι μας στο Μπάντεν-Μπάντεν και αναπολούμε τις εποχές που, σαν θέλαμε να καθαρίσουμε το μυαλό μας από το άγχος της καθημερινότητας καθόμασταν στο τιμόνι της αγαπημένης μας Άστον Μάρτιν και αναχωρούσαμε για μία “απόδραση” ώς τον Μέλανα Δρυμό για μία περιδιάβαση ή αν αισθανόμασταν σαν τον Μάρτιν Χάιντεγκερ για να διαλογισθούμε φιλοσοφικά σε κάποια σαν και κείνου περιώνυμη Hutte.

Στην πιο μεσογειακή Ιταλία όμως (όπου υπάρχει και το ιστορικό-λογοτεχνικό προηγούμενο της ομάδας των νεαρών που στο “Δεκαήμερο” του Βοκάκκιου πασχίζουν να ξεφύγει απ’ τη λοιμική σε μία απομακρυσμένη έπαυλη και ξορκίζουν το κακό διηγούμενοι πικάντικες ιστορίες) ο κόσμος προτιμά ένα άσυλο περιτριγυρισμένο από τη φύση, μακριά από μεγάλες πόλεις, παρέα με μία εκλεκτή ομάδα “ομοϊδεατών”, με τους οποίους μοιράζεται τα πάντα: από το σπίτι, τη δουλειά, το καθημερινό γεύμα, τα ψώνια και τις αποδράσεις στη φύση.

Σύμφωνα με τον Rive (το Ιταλικό Δίκτυο Οικολογικών Χωριών) το όραμα αυτό δεν παραμένει στη σφαίρα του ονείρου, αλλά ο τριπλασιασμός εν μέσω Covid-19 των αιτήσεων για διαμονή στα οικολογικά και αγροτοτουριστικά χωριά και κέντρα , φανερώνει πως αναζωπυρώθηκε σε όλη τη χώρα το ενδιαφέρον για την υλοποίηση ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής, στο βαθμό που η πανδημία μετέβαλε ριζικά τον τρόπο εργασίας, μετακίνησης και διαβίωσης στις αναπτυγμένες κοινωνίες.

Η τηλεργασία που πλέον επιτρέπει σε πολλούς ανθρώπους να μην πατάνε το πόδι τους στο γραφείο, αλλά και η αντικειμενική αναγκαιότητα, λόγω της μεταβολής ή του μαρασμού παραδοσιακών τρόπων παραγωγής για κάποιους να αναζητήσουν ένα άλλο επάγγελμα, οδήγησε πάρα πολλούς Ιταλούς να επιλέξουν τις αγροτικές ή τις περιαστικές ζώνες ως νέο τόπο διαμονής και εργασίας.

Σύμφωνα με τα αδιάψευστα στατιστικά στοιχεία από τα μεγάλα μεσιτικά γραφεία, η αγορά ακινήτων σε οικολογικούς, αγροτικούς και περιαστικούς τόπους διαμονής αυξήθηκε κατα 29% στην περίοδο κατά τη διάρκεια και μετά το πρώτο κύμα του κορονοϊού, ενώ εξακολουθεί να αυξάνεται η σχετική ζήτηση και τάση. Σε ορισμένες περιοχές, όπως στο Λάτιο πέριξ της Ρώμης (μία από τις περιζήτητες ζώνες) η αύξηση φθάνει το 37%, αλλά και το Μπρίντιζι (75%) ή το απομακρυσμένο Κούνεο (55%) η ζήτηση είναι μεγάλη.

Στις δε ειδυλλιακές περιοχές της Τοσκάνης, αλλοτινό καταφύγιο των πλούσιων Άγγλων, που επιπροσθέτως αποτελούσαν το τοπίο και το υπόβαθρο πολλών σημαντικών έργων της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας (βλέπε “Δωμάτιο με Θέα” για παράδειγμα), η ζήτηση αυξήθηκε κατά 89%, ενώ εκείνη η περιοχή όπου η αγορά εκτοξεύθηκε είναι η επαρχία του Βιτέρμπο, με τα πολλά μικρά μεσαιωνικο-αναγεννησιακά χωριά της, τις μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και την πλούσια φύση, όπου η αύξηση πωλήσεων έφθασε το 123%!

Και τα ποσά πώλησης για τα οποία συζητάμε δεν είναι ποσώς ευκαταφρόνητα: από 350-400.000 ευρώ για ένα “έτοιμο” σπίτι, ενώ σε πολύ μεγάλο ποσοστό η αναζήτηση αφορά και ακίνητο και οικόπεδο ικανό να καλλιεργηθεί ή στο οποίο να αναπτυχθεί κάποια εναλλακτική δραστηριότητα ή χρήση.

Ένα σημαντικό στοιχείο είναι πως το ενδιαφέρον για “απόδραση στην φύση” δεν αφορά την προσωπική ή οικογενειακή μετακόμιση, αλλά σε μεγάλο βαθμό και τη “συμβιωτική” ή κοινοβιακή αναχωρητικότητα, για την εξερεύνηση μίας νέας συλλογικότητας, βασισμένης στην συνύπαρξη με ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια ενδιαφέροντα, συνήθειες, πνευματικές ανησυχίες και πολιτιστικά πρότυπα, ιδίως για ό,τι αφορά την ζωή στη φύση.

Σύμφωνα με το Rive, η αναζήτηση ηθελημένου εγκλεισμού μέσα στο επιβεβλημένο εκ των καταστάσεων lockdown και η αναζήτηση καταφυγίου στη φύση έχει αυξηθεί κατακόρυφα στις περίπου 20 ενοποιημένες και τις άλλες υφιστάμενες οικολογικές περιοχές στην Ιταλία. Ακόμη και σε κάποιες, όπου ο τρόπος ζωής αποτελεί, εάν όχι κυριολεκτική “επιστροφή στο παρελθόν” , τουλάχιστον έναν αναχρονισμό. Όπως στην κοινότητα του Λαού των Ξωτικών στα Απέννινα Όρη κοντά στην Πιστόια: από τη δεκαετία του 1980 βρίσκεται εκεί μια κοινότητα τουλάχιστον 150 ανθρώπων, διάσπαρτων σε δεκαπέντε διαφορετικές κατοικημένες περιοχές, μερικές από τις οποίες είναι τόσο απομακρυσμένες που χρειάζονται ώρες περπάτημα για να τις φθάσεις. Σε ορισμένες κατοικίες δεν υπάρχει ηλεκτρικό, η τροφοδοσία και η αυτάρκεια εξασφαλίζονται είτε εκ των ενόντων, ή όταν δεν είναι πλήρως δυνατό, μέσω ανταλλαγής μεταξύ των κοινοτήτων.

Μία εκ των παλαιότερων και πιο μακροχρόνιων τέτοιων κοινοτήτων στην Ιταλία είναι η Utopiaggia, που ιδρύθηκε το 1982 και εκτείνεται στους λόφους μεταξύ της Περούτζας και του Τέρνι. Ιδρυτές της αρχικά ήσαν Γερμανοί, που ενώθηκαν αργότερα και με Ιταλούς και σήμερα οι 18 κάτοικοί της επιδιώκουν το ιδανικό μιας ζωής χωρίς ιεραρχία, με αλληλεγγύη.

Για τη Francesca Guidotti, επιμελήτρια του βιβλίου Ecovillaggi e cohousing και ιδρυτή της κοινότητας Torre di Mezzo, στην επαρχία Πράτο, κάθε τέτοιο χωριό έχει τα δικά του χαρακτηριστικά: άλλα προσανατολίζονται στη γεωργία, άλλα στην εναλλακτική εσωτερική ανάπτυξη, άλλα σε πιο “ακραίους” τρόπους ζωής. Διαρκώς, όμως, δημιουργούνται και άλλοι πυρήνες, ιδίως μετά την πανδημία, καθώς η κρίση ανέδειξε τον παράγοντα της “ποιότητας ζωής” και του συλλογικού πνεύματος συνεργασίας για την επίτευξή της. Επιπλέον, σύμφωνα με τη Rive, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι υπήρξε μόλυνση από Covid-19 στα χωριά αυτά.

Σύμφωνα με τους κατοίκους που ζούσαν ήδη στη φύση, τα οικολογικά χωριά ή μακριά από τις πόλεις και για όσους μετοίκησαν αυτόβουλα στη διάρκεια της κρίσης, η φυγή τούτη τους κάνει να αισθάνονται προνομιούχοι. Κατ’ αυτούς ξανακερδήθηκε η συντροφικότητα, η γαλήνια κοινωνικότητα, η αίσθηση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης και της σχέσης με τον εαυτό και τους άλλους, απομακρύνθηκαν οι κρίσεις – ατομικές, υπαρξιακές και διαπροσωπικές. Η επιστροφή στη φύση δεν αποτελεί γι’ αυτούς μόνο μια ειδυλλιακή απόδραση, μία τυποποιημένη διασκέδαση, οιoνεί διακοπές που συνδυάζονται με την προσωπική και οικογενειακή ασφάλεια, αλλά απεναντίας επανέφερε το αίσθημα της ευθύνης και απόδιωξε την έπαρση του ατομισμού.

Βέβαια, αν κάποιος Ιταλός δεν έχει την οικονομική δυνατότητα ή τη φυσική ικανότητα να μεταβάλει τόσο ριζικά τον τρόπο ζωής του, τουλάχιστον μπορεί να ονειρεύεται να μετακομίσει σε κάποιαν άλλη, λιγότερο ειδυλλιακή τοποθεσία, σε μία πόλη όπου βάσει των επίσημων στοιχείων για τις πόλεις με την καλύτερη ποιότητα ζωής, μπορεί να ζήσει καλύτερα, με γνώμονα την ποιότητα των υπηρεσιών, το περιβάλλον, την καθαριότητα, την υγεία, την ασφάλεια των πολιτών και άλλους από τους πολλαπλούς παράγοντες που συνθέτουν τη σχετική βαθμολογία. Έτσι, πολλοί σκέπτονται σοβαρά την αλλαγή κατοικίας προς την κατεύθυνση του Πορντενόνε, που φέτος έχει εκτοπίσει πολλούς άλλους προηγούμενους “πρωταθλητές” (όπως το Τρέντο), αφήνοντας πολύ πίσω μεγαλουπόλεις όπως το Μιλάνο (45 θέση από την 29η), τη Ρώμη (50η από76η), το Τορίνο (64ο απο 49ο) και τη Νάπολη (που τρίτη από το τέλος βρίσκεται στην 103η θέση) και αφήνει στο τέλος τον Κρότωνα και τη Φότζα.

Την ώρα που έχουν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται οι μελέτες για το εάν η μαζική μετοίκηση από τις πόλεις σταματούσε την Covid-19, οι Ιταλοί, που παρά την πανδημία, όπως άλλες μελέτες επιμαρτυρούν, δεν έχουν αφήσει να σημειωθεί κάμψη, αριθμητική και ψυχική, στους αριθμούς της κάθε μορφης πεζοπορίας και αναρρίχησης, φαίνεται πως έχουν πρόσθετα κίνητρα για να σκέφτονται να “το βάλουν στα πόδια” και να αναζητήσουν ένα νηπενθές καταφύγιο μακριά από το άστυ.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Πώς να γίνεις η πλουσιότερη γυναίκα στην Αφρική και άλλες ιστορίες αριστείας

Η διαδρομή από τον θρύλο στο οικονομικό σκάνδαλο, επιβεβαιώνοντας το αναπόφευκτο status quo της παγκόσμιας “οικονομοκρατίας”, που διαβρώνει εξουσίες και κοινωνικές συνθήκες παγκοσμίως.
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα