ΑΘΗΝΑ
01:08
|
16.04.2021
Η επιλεκτική έγνοια της Ε.Ε. για τον επαναπατρισμό των Σύρων προσφύγων αντανακλά τις προτεραιότητες της ευρωατλαντικής συμμαχίας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η Διεθνής Συνδιάσκεψη για την επιστροφή των Σύρων προσφύγων που έλαβε χώρα στο παλάτι των Ουμαγιάδων στη Δαμασκό στα μέσα περίπου του περασμένου μήνα με την καθοριστική συμβολή της Μόσχας και τη συμμετοχή 27 εθνικών αντιπροσωπειών, ήταν λίγο-πολύ σίγουρο ότι δεν θα περιλάμβανε μια σειρά χωρών για διάφορους λόγους.

Η Τουρκία για παράδειγμα (τόπος εγκατάστασης επισήμως 3,6 εκατομμυρίων προσφύγων) δεν αναμενόταν να λάβει πρόσκληση συμμετοχής, δεδομένου ότι η Άγκυρα στηρίζει αντικαθεστωτικές δυνάμεις και διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία στο βορειοδυτικό κομμάτι της χώρας.

Εξίσου αναμενόμενο ήταν το μποϊκοτάρισμα της συνδιάσκεψης από τις ΗΠΑ, που έχουν πρωτοστατήσει (ήδη από την περίοδο Ομπάμα) στην επιβολή σκληρών κυρώσεων με αποκορύφωμα τον από 17ης Ιουνίου εν ισχύ νόμο του Καίσαρα (Caesar’s Act), ο οποίος έβαλε στο στόχαστρο ολόκληρους κλάδους της ήδη βαριά τραυματισμένης συριακής οικονομίας, υπονομεύοντας έτσι κάθε πιθανότητα ανάκαμψης και δίνοντας παράλληλα ένα καίριο πλήγμα και στο τραπεζικό σύστημα του γειτονικού Λιβάνου. Η πρόσφατη εξάλλου αποστολή ακόμη 100 στρατιωτών στο βορειοανατολικό κομμάτι της χώρας (όχι τυχαία το πιο πλούσιο πετρελαϊκά) επιβεβαίωνε την ακλόνητη εχθρότητα της Ουάσινγκτον. Αλλά και η πρόσκληση για παράδειγμα του πάντα ευπρόσδεκτου στα διεθνή fora Καναδά ήταν περισσότερο τυπική αν αναλογιστεί κανείς πως η Οτάβα έχει επιβάλει κι αυτή κυρώσεις προς το συριακό καθεστώς.

Η επιλογή από την άλλη πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μην συμμετάσχει επικαλούμενη την μη τήρηση των όρων συμμετοχής, με τον επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ να χαρακτηρίζει “πρόωρη την προοπτική της επιστροφής” φαίνεται εκ πρώτης όψεως αντιπαραθετική με την διακηρυγμένη επιθυμία των ευρωπαϊκών αρχών για επαναπατρισμό των προσφύγων. Η δήλωση, της οποίας είχε προηγηθεί πρόσκληση στον Μπορέλ και τους υπουργούς Εξωτερικών πολλών χωρών μελών της Ε.Ε., εξηγούσε την άρνηση από ευρωπαϊκής πλευράς εστιάζοντας στο θέμα της ασφάλειας μιας ενδεχόμενης επιστροφής των προσφύγων και τονίζοντας ότι υφίσταται “πληθώρα εμποδίων και απειλών”. Μια προσεκτικότερη ματιά ωστόσο στους πραγματικούς λόγους πίσω από το «μυστήριο» της ευρωπαϊκής στάσης μας οδηγεί σε δύο διαπιστώσεις που εξηγούν αυτό που φαντάζει παράδοξο.

Η πρώτη έχει να κάνει με την πλήρη ταύτιση των Βρυξελλών με την Ουάσινγκτον ως προς την ανάγκη ανατροπής του Μπασάρ αλ Άσαντ, γεγονός που θεωρείται προαπαιτούμενο οποιασδήποτε συμφωνίας για τo ευρωατλαντικό μπλοκ. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι στην ανακοίνωση που εξέδωσε ο Μπορέλ κάνει αναφορά στο Κατώφλι Προστασίας για την Επιστροφή των Προσφύγων του 2018. To συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο θέτει την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως υπέρτερη της επιδίωξης της ειρήνης, αντιστρέφοντας έτσι το νόημα του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, δεν είναι τίποτα παραπάνω από πιστό αντίγραφο του (κρυφού) μνημονίου του 2017, έμπνευσης του τότε επικεφαλής του Τμήματος Πολιτικών και Ειρηνευτικών Υποθέσεων και Αμερικανού διπλωμάτη, Τζέφρι Φέλτμαν, το οποίο και συνέδεε την όποια μελλοντική συμμετοχή του ΟΗΕ στην ανοικοδόμηση με την «αυθεντική και συμπεριληπτική διαδικασία πολιτικής μετάβασης».

H δεύτερη αφορά την συγκυριακή επίκληση του προσφυγικού δράματος από τις ηγεσίες των ευρωπαϊκών κρατών. Η γερμανική περίπτωση είναι η πλέον χαρακτηριστική, με την πλειοψηφία των βουλευτών της κυβερνώσας παράταξης της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) να ζητούν την χαλάρωση της απαγόρευσης των απελάσεων Σύρων προσφύγων που είναι σε ισχύ από το 2012. Μάλιστα ο ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών, Χορστ Ζεεχόφερ, έκανε λόγο για εξέταση των απελάσεων κατά περίπτωση και τον αντιπρόεδρο της κοινοβουλευτικής ομάδας, Τόρστεν Φράι, να ανακοινώνει πως θα εξεταστεί από την κοινοβουλευτική του ομάδα κατά πόσο είναι εφικτή η επιστροφή των προσφύγων. Επιστροφή που αφορά όμως όχι την επικράτεια που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης Άσαντ αλλά το υπό τουρκική βόρειο τμήμα της χώρας, γεγονός που θέτει σε άμεσο κίνδυνο όσους διατείνεται πως θέλει να προστατεύσει, μιας και τους εκθέτει σε εμπόλεμη ζώνη που τελεί υπό την διοίκηση των φιλοτουρκικών ισλαμιστικών δυνάμεων που ελέγχουν την περιοχή, εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα τρομοκράτησης των μειονοτήτων και πληθυσμιακής μηχανικής που δεν είναι υπερβολή να χαρακτηριστεί ως εθνοκάθαρση.

Ο κυνισμός της κυβερνητικής νοοτροπίας του Βερολίνου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει αν ανατρέξουμε στο καθόλου μακρινό 2015, όταν η Άνγκελα Μέρκελ μετάβαλε τη στάση της για το προσφυγικό, από “φιλεύσπλαχνη” αλλά αυστηρή καγκελάριος, που νουθετούσε τη μικρή Παλαιστίνια Ριβ για την άχαρη πλευρά της αντιμεταναστευτικής πολιτικής, σε “μητέρα των προσφύγων” κατόπιν του ενδιαφέροντος που εξεδήλωσαν κολοσσοί του γερμανικού βιομηχανικού κόσμου για αξιοποίηση των νέων, μορφωμένων και φιλόδοξων προσφύγων. Ούτε ασφαλώς αποτελεί γερμανικό ίδιον αυτή η συμφεροντολογική συμπεριφορά αν σκεφτεί κανείς πως τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. που συνυπογράφουν κι αυτά το δικό τους καθεστώς κυρώσεων κατά της Δαμασκού, συμμετέχουν στην Διακήρυξη του Χαρτούμ που έχει αναθέσει την ανάσχεση των προσφυγικών κυμάτων από το Κέρας της Αφρικής μεταξύ άλλων στην διαβόητη για τη βαρβαρότητα της παραστρατιωτική οργάνωση Τζαντζαβίντ.

Η επιλεκτική λοιπόν έγνοια της Ε.Ε. για τον επαναπατρισμό των Σύρων προσφύγων είναι μια ισορροπία που θα πρέπει να ειδωθεί στο πλαίσιο με ορίζουσες αφενός τις προτεραιότητες της ευρωατλαντικές συμμαχίας, αφετέρου τα παντελώς στερημένα συναισθημάτων συμφέροντα των ελίτ του ευρωπαϊκού κέντρου που συναρτούν την θέση τους απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα με τις ανάγκες της εγχώριας οικονομίας και τους εκβιασμούς της κεντροευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, εναποθέτοντας το κύριο βάρος του προβλήματος στις χώρες υποδοχής, όπως αποτυπώθηκε στο πρόσφατο Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου.

Όλα αυτά εν τω μεταξύ συμβαίνουν στο φόντο της στρατιωτικής επικράτησης της πλευράς Άσαντ στο μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας αλλά με τη συριακή οικονομία να έχει μπει σε φάση οικονομικής κατάρρευσης, με το κατά κεφαλήν εισόδημα να έχει υποδεκαπλασιαστεί εντός δεκαετίας και 9,3 εκατ. πολίτες να βρίσκονται σε διατροφική ανασφάλεια εξαιτίας των κυρώσεων και της αδυναμίας του εισπρακτικού μηχανισμού να συλλέξει έσοδα από μια αφυδατωμένη από παραγωγικούς συντελεστές και δραστηριότητες οικονομία.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, και ενώ η χώρα μοιάζει περισσότερο με διοικητική κουρελού, στερείται την πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές και το πιο δυναμικό κομμάτι του πληθυσμού της είναι νεκρό ή εκτοπισμένο, η Ε.Ε. υπερηφανεύτηκε σχετικά πρόσφατα ότι είναι ο μεγαλύτερος δωρητής ανθρωπιστικής βοήθειας για τη Συρία. Η Oxfam έσπευσε να τονίσει πως το ποσό είναι αναντίστοιχο των αναγκών, ενώ ο κύριος όγκος αυτής της βοήθειας θα κατευθυνθεί εκτός Συρίας, σε στρατόπεδα που φιλοξενούν πρόσφυγες σε Τουρκία, Ιορδανία, Λίβανο, Ιράκ και Αίγυπτο.

Σκεφτόμενος κανείς τα παραπάνω σε συνδυασμό και με την αναφορά των Βρυξελλών περί ανάγκης δημιουργίας συνθηκών κατάλληλων για την “ασφαλή, εθελοντική και αξιοπρεπή επιστροφή των προσφύγων” δεν θα ήταν δύσκολο να εντάξει την προσφυγική πολιτική της Ε.Ε. στην θεατρική δραστηριότητα της φάρσας, αν δεν αποκάλυπτε τα δύο μέτρα και σταθμά της ευρωπαϊκής πολιτικής. Πολιτικής που προσπαθώντας να ισοσκελίσει το τρίγωνο ανάμεσα στην ευρωατλαντική κανονικότητα, την άντληση υπεραξίας και την υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας με φυλετικούς και θρησκευτικούς όρους, προτιμά να κατευθύνει πακτωλούς χρημάτων σε πρόθυμα να παρέχουν τις υπηρεσίες τους αυταρχικά κράτη για την διαιώνιση των προσφυγικών camps, παρά να γίνει συμμέτοχη μιας αξιοπρεπούς λύσης.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Θέλει και λίγο σόου το στραπάτσο

Κόβουν το επίδομα για αιτούντες άσυλο που μένουν εκτός δομών

ΗΠΑ: Έκθεση-φόρος τιμής στη Μπριόνα Τέιλορ

Συνελήφθη η μητέρα του μαθητή που αρνήθηκε το self test

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα