ΑΘΗΝΑ
00:36
|
05.03.2021
Μέσα στο θολό εργασιακό και κοινωνικό τοπίο της υγειονομικής κρίσης, η κυβέρνηση προωθεί την παράλληλη (με νεοφιλελεύθερο πρόσημο) οικονομική ατζέντα της.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Μέσα στο θολό εργασιακό και κοινωνικό τοπίο της υγειονομικής κρίσης, η κυβέρνηση προωθεί την παράλληλη (με νεοφιλελεύθερο πρόσημο) οικονομική ατζέντα της.

Δούρειος Ίππος, η έκθεση της “Επιτροπής Πισσαρίδη”, η οποία, σύμφωνα με τους επιστημονικούς συνεργάτες και τα συνδικαλιστικά στελέχη της ΓΣΕΕ, παραβλέπει τις ανατροπές που έχει προκαλέσει η πανδημία.

Όμως, δεν πρόκειται για την μοναδική περίοδο από το 2008 που κυβερνητικός σχεδιασμός έχει ως στόχο την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, τη μείωση του κόστους της απασχόλησης και την συρρίκνωση των προνοιακών πολιτικών.

Όπως επισημαίνουν τα στελέχη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, πρόκειται για ιδεοληπτική προσέγγιση.

Προσέγγιση, η οποία βάσει των στοιχείων της μελέτης της Συνομοσπονδίας Εργατών για την εθνική οικονομία, μετατρέπει την φτώχεια για την ελληνική κοινωνία από έκτακτη συνθήκη σε ριζωμένη καθημερινότητα.

Το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα, παρά την πτώση του την περίοδο 2014-2019, (υπολογισμένο βάσει του διαθέσιμου εισοδήματος του 2008) κυμαινόταν το 2019 στο 42%, 28 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από την Πορτογαλία και 20 από την Κύπρο!

Την ίδια εικόνα εμφανίζει και το ποσοστό υλικής και κοινωνικής αποστέρησης, το οποίο το 2019 στη χώρα μας (31,1%) ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου στα υπόλοιπα κράτη.

Αξιοσημείωτο επίσης στοιχείο για τον βαθμό αποτελεσματικότητας των προνοιακών δομών στη χώρα μας είναι η μικρότερη συνεισφορά των κοινωνικών μεταβιβάσεων (πλην συντάξεων) σε σύγκριση με τις άλλες περιφερειακές χώρες στην αντιμετώπιση της φτώχειας, όπως και ο σχετικά χαμηλός αριθμός νοσοκομειακών ιατρών ανά 100.000 κατοίκους (πλην Κύπρου).

Η υποβάθμιση αυτή, αντικατοπτρίζεται και στην ποιότητα διαβίωσης των πολιτών στη χώρα μας με τον δείκτη ικανοποίησης από τη ζωή στην Ελλάδα να είναι το 2018 ο χαμηλότερος σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Αναγκαία είναι η στήριξη του συστήματος κοινωνικής προστασίας της χώρας, ώστε να αποτραπεί μια περαιτέρω υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης. Η ανάγκη αυτή, καθίσταται επιτακτική, δεδομένης της υποχρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής προστασίας την τελευταία δεκαετία.

Ενδεικτικό του μεγέθους της υποχρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής προστασίας είναι ότι το 2018 στη χώρα μας οι κατά κεφαλήν δημόσιες δαπάνες για κοινωνική προστασία αντιστοιχούσαν στο 82% του 2009, όταν στις υπόλοιπες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, το υπερέβαιναν σημαντικά.

Η Ελλάδα, αποτελεί τη μοναδική από τις περιφερειακές οικονομίες της Ευρωζώνης όπου το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών κατέγραψε μεσοσταθμική μείωση ακόμη και την περίοδο 2014-2018, όταν η οικονομία είχε εξέλθει από τη μεγάλη ύφεση.

Η μείωση αυτή, τροφοδοτήθηκε, μεταξύ άλλων, από την αύξηση της φορολογικής τους επιβάρυνσης, την αύξηση των κοινωνικών εισφορών και τον περιορισμό των κοινωνικών παροχών.

Ειδικότερα, στη χώρα μας, η επιβάρυνση των νοικοκυριών από το κόστος στέγασης, αν και σχετικά βελτιωμένη σε σχέση με το 2014, παρέμεινε το 2019 εξαιρετικά υψηλή (36,2%), υπερβαίνοντας τουλάχιστον κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο ποσοστό στα υπόλοιπα κράτη-μέλη (πλην Ισπανίας).

Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζει και το ποσοστό των νοικοκυριών με ληξιπρόθεσμα χρέη και αδυναμία κάλυψης έκτακτων δαπανών, το οποίο στη χώρα μας ανέρχεται στο 41,4% και 47,8%, αντίστοιχα.

Επίσης υψηλό και με σημαντική απόκλιση από τις υπόλοιπες χώρες είναι στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 16 ετών που αδυνατεί εξαιτίας οικονομικής στενότητας να καλύψει βασικές ιατρικές εξετάσεις (7,5%).

Σημειώνεται ότι το ρίσκο μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών στην Ελλάδα είναι υψηλότερο έναντι των άλλων κρατών (πλην της Ισπανίας) εξαιτίας και του μεγαλύτερου κινδύνου μετάβασης των εργαζομένων στη χώρα μας σε καθεστώς ανεργίας.

Παράλληλα, συρρικνώνονται οι πόροι για την προστασία των ανέργων. Έως και το 2019, τα επιδόματα ανεργίας απορροφούσαν λιγότερο από το 10% του συνόλου των κοινωνικών δαπανών, όταν το ποσοστό ανεργίας βρισκόταν σταθερά πάνω από το 15%. Ταυτόχρονα, η κάλυψη των ανέργων από το επίδομα ανεργίας κυμαινόταν μεταξύ 11% και 12%. Δηλαδή περίπου εννιά στους δέκα άνεργους δεν είχαν να προσμένουν στήριξη από το σύστημα κοινωνικής προστασίας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Πολιτική αναταραχή στην Σενεγάλη μετά την σύλληψη πολιτικού της αντιπολίτευσης

Δημήτρης Κουφοντίνας : Συνεχίζω μέχρι τη δικαίωση

“Παράκληση” Αναστασιάδη σε Μέρκελ για τον Ερντογάν

Προσκλητήριο εμβολιασμού από τον Γάλλο πρωθυπουργό

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα