ΑΘΗΝΑ
03:15
|
30.09.2022
Ο Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος ανώτερος στρατηγικός αναλυτής και εταίρος του Geneva centre for Security Policy ερμηνεύει την ελληνική εξωτερική πολιτική υπό το πρίσμα της στρατηγικής.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ποια αποτελεσματική στρατηγική θα μπορούσε να ακολουθήσει η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την αναθεωρητική στάση της Τουρκίας; Είναι τελικά παγίδα η συμμετοχή της χώρας στις “διερευνητικές επαφές” με την γείτονα; Σε ποια βάση θα πρέπει να συσταθεί το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας; Τι επιχειρείται με τις επικείμενες πενταμερείς συνομιλίες στον ΟΗΕ για το Κυπριακό; Γιατί λειτουργεί παραμορφωτικά για τα ελληνικά συμφέροντα η επίσπευση των “διερευνητικών επαφών” με την Άγκυρα; Πώς εξηγείται το φοβικό σύνδρομο “περιστεριού” της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής; Απαντήσεις σε όλα αυτά, και σε ακόμη περισσότερα, δίνει μιλώντας σήμερα στο Κοσμοδρόμιο ο Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής, εταίρος του Geneva centre for Security Policy και ένας από τους πραγματικούς ειδήμονες στρατηγικής στη χώρα.

Περί αναβάθμισης συντελεστών ισχύος

Σε παλιότερο άρθρο σας είχατε ερμηνεύσει την ελληνική εξωτερική πολιτική με το φοβικό σύνδρομο του περιστεριού. Μπορείτε να μας περιγράψετε τις αιτίες που οδήγησαν στην κατευναστική αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικής εξωτερικής πολιτικής;

Η  πτυχή του «Συνδρόμου του Περιστεριού»  αναπτύχθηκε στους κόλπους του ελληνικού πολιτικού συστήματος , την επαύριο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και έλαβε κυρίαρχα χαρακτηριστικά την περίοδο της Ύστερης Μεταπολίτευσης.

Αν και η ελληνική πλευρά θεωρητικά επένδυσε σε έναν συνδυασμό εξωτερικής και εσωτερικής εξισορρόπησης της τουρκικής απειλής (Ένταξη σε ευρύτερες Συμμαχίες και Ανάπτυξη των ΕΔ αντίστοιχα) εντούτοις στην πράξη, η εξωτερική εξισορρόπηση  αποτέλεσε αποκλειστικά στρατηγική Μεταφοράς των Βαρών  μέσω του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε,  ενώ η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και οργανωτικών διαδικασιών σε συνδυασμό με την υπο-χρηματοδότηση των ΕΔ, υπονόμευσε και την εσωτερική εξισορρόπηση.

Επιπρόσθετα, υιοθετήθηκε μια πολιτική  κοινωνικοποίησης του αντιπάλου μέσω του «καρότου» της ευρωπαϊκής ένταξης, αποτελώντας μια επιλογή που εμπίπτει στην  λογική της επίλυσης της ελληνοτουρκικής διαμάχης μέσω της οικονομικής αλληλεξάρτησης.

Επικράτησε  κατά συνέπεια, η  διαδεδομένη άποψη σε πολλούς λήπτες αποφάσεων, ότι η δυνητική εμβάθυνση μιας οικονομικής συνεργασίας μεταξύ ημών και της Τουρκίας θα αποτελούσε μια ικανή συνθήκη εξάλειψης της τουρκικής επιθετικότητας. Η άποψη αυτή πήγαζε από το πρότυπο της οικονομικής ολοκλήρωσης που συνέβαλε στον πασιφισμό της Γερμανίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην δημιουργία της ΕΟΚ-Ε.Ε και του γαλλογερμανικού άξονα.

Αναφορικά με την αντιμετώπιση της αναθεωρητικής Τουρκίας στο πλαίσιο της εσωτερικής εξισορρόπησης, το ελληνικό πολιτικό σύστημα καλείται να εγκαταλείψει το προαναφερθέν φοβικό σύνδρομο που το διακατέχει, το οποίο αγνοεί την φύση της διεθνούς πολιτικής, η οποία αφενός είναι άναρχη χωρίς να υφίσταται μια παγκόσμια ρυθμιστική αρχή ,αφετέρου διέπεται πρωτίστως και κυρίως από την πολυσήμαντη έννοια της ισχύος.

Η ελληνική πλευρά επενδύει  στην απόκτηση διεθνών ερεισμάτων  υποστήριξης των ελληνικών θέσεων ,αδυνατώντας  να διακρίνει πως τα διεθνή ερείσματα λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος (force multipliers) της ισχύος και όχι αθροιστικά εκ του μηδενός.

Η Ελλάδα δείχνει εδώ και δεκαετίες να επιχειρεί την αντιμετώπιση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής με “μετάθεση βαρών” σε συμμάχους όπως οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, η ΕΕ. Έχει βοηθήσει αυτή η τακτική ή έχει ανοίξει περισσότερο την όρεξη της Άγκυρας;

Φάνηκε εκ νέου,με την πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση, πως η στρατηγική Μεταφοράς των Βαρών στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε, έχει συγκεκριμένες παραμέτρους και περιορισμούς, γεγονός που σημαίνει πως δεν δύναται να επιλύσει το δίλημμα ασφαλείας της Ελλάδας από μόνη της.

 Οφείλει να γίνει αντιληπτός ο τρόπος λειτουργίας της Ευρω-ατλαντικής Συμμαχίας με τους συγκεκριμένους περιορισμούς που απορρέουν από την ιδιότητα της Τουρκίας ως κράτους-μέλους της. Το ίδιο ισχύει και για την Ε.Ε αναφορικά με τους περιορισμούς, που απορρέουν απ’ το συνεχιζόμενο έλλειμμα μιας ενιαίας και κοινής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα απαιτείται να ενισχύσει το δικό της στρατηγικό αποτύπωμα εντός τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της Ε.Ε, αναβαθμίζοντας τους συντελεστές ισχύος της.

Δομική έκφανση” της Τουρκίας ο αναθεωρητισμός

Είναι συχνές οι αναφορές Ελλήνων πολιτικών και ελληνικών ΜΜΕ στο τουρκικό δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” σαν να είναι “καινοφανής” η τουρκική αναθεωρητική στάση ενώ στην πραγματικότητα έχει συνέχεια, όπως π.χ. φανερώνει το λεγόμενο “τουρκικό εθνικό συμβόλαιο” του 1920 που προέβλεπε ανάκτηση εδαφών της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η συνθήκη Λωζάννης υποτίθεται πως το αναίρεσε όμως οι τουρκικές επεμβάσεις στη Βόρεια Συρία, οι επιχειρήσεις στο Βόρειο Ιράκ, η δράση του τουρκικού στρατού στη Λιβύη, άλλα δείχνουν… Πώς εξηγείτε την τουρκική αναθεωρητική πολιτική;

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός με προμετωπίδα την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης, ετέθη στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά τις συναφείς ξεκάθαρες δηλώσεις τόσο του Τούρκου Προέδρου όσο και κορυφαίων Τούρκων Αξιωματούχων την τελευταία πενταετία.

Ουδέποτε αναγνώσθηκε όμως στον επίσημο ελληνικό στρατηγικό διάλογο, η διαχρονική και ιστορική του υφή επί τη βάσει τόσο ιδεολογικών όσο και ρεαλιστικών προτύπων της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Αντιθέτως, προβλήθηκε επισταμένως  μια ανάγκη αρμονικής και ειρηνικής συνύπαρξης Ελλάδας-Τουρκίας, βασισμένης στο πρότυπο αλληλεξάρτησης και κοινωνικοποίησης του αντιπάλου που ταυτίστηκε με το ιστορικό παράδειγμα της σύμπλευσης Γαλλίας-Γερμανίας μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αγνοώντας πλήρως τις ιδιαίτερες ιστορικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν τους πάλαι ποτέ εχθρούς της Ευρωπαϊκής Ηπείρου να επενδύσουν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, συγκεκριμένες ελληνικές πολιτικές ελίτ,  έμπλεες ιδεολογικών προσεγγίσεων που παραπέμπουν στον ευρωπαϊκό νέο-λειτουργισμό ,σε κριτικές θεωρήσεις της ιστορίας και την ακόλουθη επιλεκτική ανάγνωση και καταστρατήγησή της, αποπειράθηκαν να καταστήσουν κυρίαρχη μια εξωραϊσμένη εκδοχή της Τουρκίας,  υπερτονίζοντας το στοιχείο της δυτικότροπης εκκοσμίκευσης, στηρίζοντας παράλληλα την ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας.

Συνεπεία αυτού , απορρίφθηκε η λογική της λεγόμενης εγγενούς τουρκικής επιθετικότητας, καθώς η εκάστοτε τουρκική επεκτατική συμπεριφορά θεωρήθηκε αποτέλεσμα της κατίσχυσης της  εθνικιστικής στρατογραφειοκρατίας στο εσωτερικό πεδίο και της απομόνωσης των υποτιθέμενων «φιλελεύθερων» και «αντιμιλιταριστικών» στοιχείων της τουρκικής κοινωνίας.

Ως εκ τούτου, ο αρχικός περιορισμός της επιρροής των κεμαλικών στοιχείων του Στρατού από τον Ερντογάν και το AKP, θεωρήθηκε από την πλειοψηφία του ελληνικού πολιτικού συστήματος ως μία θετική ένδειξη προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση της γείτονος.

Χρήζει ιδιαίτερης μνείας,  η επιμελώς αποκρυφθείσα ιστορική παραδοχή, πως ο τουρκικός αναθεωρητισμός αφορώντας την Συνθήκη της Λωζάννης, προωθήθηκε de facto τόσο από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα όσο και απ’ τις εκάστοτε εκδοχές του τουρκικού ισλαμισμού.

 Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ιδίως, πως ο Κεμάλ υπονόμευσε οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική διευθέτηση- συνεπώς και την μετέπειτα Συνθήκη της Λωζάννης -με την υιοθέτηση του λεγόμενου Εθνικού Συμβολαίου (Misak I Milli) το 1920.

Ο ίδιος εξαναγκάστηκε να συναινέσει διπλωματικά , εξαιτίας της πίεσης και της απειλής της αναδιοργανωμένης Στρατιάς του Έβρου και της τρωτότητας του νεότευκτου κεμαλικού καθεστώτος. Η Λωζάννη θεωρήθηκε ως ένας αναγκαίος προσωρινός συμβιβασμός για εσωτερική ισχυροποίηση ο οποίος θα καταστρατηγείτο όταν προέκυπτε η κατάλληλη διεθνής συγκυρία.

Ως εκ τούτου, οι επίγονοί του ακολούθησαν στο πλαίσιο της αναβίωσης του Εθνικού Συμβολαίου και της realpolitik, πολιτική εδαφικών διεκδικήσεων που περιελάμβανε  συστηματικές παραβιάσεις της Συνθήκης, όταν αυτό κατέστη δυνατό. Το σημερινό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν αποκηρύττει επίσημα την Λωζάννη λόγω της συμβολής του ιδρυτού του σ αυτή, αλλά κινείται στην λογική αναθεώρησής της εν τοις πράγμασι.

Επιπρόσθετα δεν θα πρέπει να αγνοείται  η ξεκάθαρη εναντίωση στην Συνθήκη της Λωζάννης, της λεγόμενης Δεύτερης Ομάδας (Ikinci Grup) λειτουργούσα ως  αντιπολίτευση στο κεμαλικό καθεστώς. Η ιδεολογική συνάφεια του σημερινού AKP και του Ταγίπ Ερντογάν με την Δεύτερη Ομάδα είναι προφανής, υπάρχουν άλλωστε πλείστες αναφορές του ιδίου σ αυτήν, καθώς η αναθεώρηση της Συνθήκης συναρτάτο με την αναβίωση του Σουλτανάτου, το οποίο επιθυμεί να ανασυστήσει ο Τούρκος Πρόεδρος , υιοθετώντας ένα υβριδικό μοντέλο διακυβέρνησης βασισμένο στη μείξη  επιλεκτικών προτύπων της Οθωμανικής Ιστορίας.

Είναι πρόδηλο, πως ο αναθεωρητισμός αποτελεί μια δομική έκφανση του τουρκικού κράτους είτε εδραζόμενος σε ρεαλιστικά προτάγματα είτε σε ιδεολογικοποιημένο πλαίσιο στην εξωτερική πολιτική.

Η ανορθολογική, ατροφική ελληνική στρατηγική

Είμαστε λίγο μετά την ολοκλήρωση του 61ου γύρου “διερευνητικών” επαφών Ελλάδας-Τουρκίας και λίγο πριν την έναρξη ενός νέου γύρου συνομιλιών για το Κυπριακό το Μάρτιο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Στην πρώτη περίπτωση δεν μάθαμε ουσιαστικά τίποτε νέο. Στη δεύτερη περίπτωση η ατζέντα φάνηκε “ελαστική” καθώς στο τραπέζι πέφτουν οι περιπτώσεις της διζωνικής ομοσπονδίας, της λεγόμενης “αποκεντρωμένης” ομοσπονδίας αλλά και η απροκάλυπτη θέση της Άγκυρας για νομιμοποίηση της διχοτόμησης και της κατοχής με τη δημιουργία “δύο κρατών”. Ποια είναι τελικά η σκοπιμότητα τέτοιων διαβουλεύσεων υπό αυτές τις συνθήκες; Μπορεί το 2021 να δούμε όσα δεν έφεραν πολυετείς προσπάθειες “διαλόγου”;Τι θα μπορούσε να καθορίσει ένα τέτοιο αποτέλεσμα;

Η  παρατεταμένη ελληνοτουρκική κρίση καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο, την ουτοπική, ανορθολογική και ατροφική στρατηγική προσέγγιση της ελληνικής πλευράς κατά την ύστερη μεταπολιτευτική περίοδο έναντι της αναθεωρητικής Τουρκίας, ιδίως από το 2016 και εντεύθεν.

Ειρήσθω εν παρόδω, η ελληνική υψηλή στρατηγική έναντι της Τουρκίας δεν υφίσταται ως αποτέλεσμα μιας ενδελεχούς διαδικασίας στρατηγικού σχεδιασμού λογιζόμενου ως φιλοσοφία, μεθοδολογία και πρακτική βάσει οριοθετημένων και ιεραρχημένων εθνικών συμφερόντων, παρά ως μια αποστεωμένη δυσλειτουργική διαδικασία διαχείρισης κινδύνου στον χαμηλότερο παρονομαστή, καθώς διακατέχεται από  προχειρότητα, επιφανειακή ανάγνωση του διεθνούς και περιφερειακού περιβάλλοντος, όντας ασύνδετη και επιφανειακή.

Τουτέστιν,  οι ανακύπτουσες ελληνοτουρκικές κρίσεις αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα επεισόδια (isolated incidents) και οι εξ αυτών ελληνικές πρωτοβουλίες ανάληψης αποτρεπτικής δράσης (deterrent actions) έναντι των επιθετικών -αναθεωρητικών τουρκικών ενεργειών, αναπτύσσονται σε βραχυπρόθεσμο πλαίσιο χωρίς εικόνα του επιθυμητού τελικού σταδίου (desired end state).

Ακολούθως, η στρατηγική δυσπραγία της χώρας, συμπυκνώνεται στα αργά ανακλαστικά σύσσωμου του ελληνικού πολιτικού συστήματος ενώπιον μιας δυνητικά κλιμακούμενης ελληνοτουρκικής κρίσης, στην εξάντληση της δυναμικής της στρατηγικής στο βραχυπρόθεσμο επίπεδο, προτάσσοντας εκ των προτέρων ως απώτερο στρατηγικό στόχο της ελληνικής στρατηγικής, την Αποκλιμάκωση (de-escalation) προσδίδοντας μάλιστα ιδεολογικά στοιχεία στην έννοιά της.

Χρήζει βεβαίως σαφούς διευκρίνισης το γεγονός ότι ουδείς σώφρων θα επιθυμούσε κλιμάκωση και δυνητική σύγκρουση. Άλλωστε η Ελλάδα είναι μια χώρα που τάσσεται ανυπερθέτως υπέρ της διεθνούς νομιμότητας .

Αυτή η  αδιαμφισβήτητη παραδοχή όμως, δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει τους λήπτες αποφάσεων, οι οποίοι άκριτα, αφενός προωθούν έναν εξιδανικευμένο  πασιφιστικό ρόλο για την χώρα σαν να πρόκειται για τον Καναδά ή το Βέλγιο, αφετέρου προτάσσουν την Αποκλιμάκωση πάση θυσία, απορρέουσα εξ  αυτού του ρόλου, αγνοώντας τοιουτοτρόπως τις βασικές αρχές της διεθνούς πολιτικής, ήτοι την ισχύ και το συμφέρον και προπάντων αγνοώντας τις συνέπειες αυτής της επιλογής σε σχέση με τον τουρκικό αναθεωρητισμό.

Η αποκλιμάκωση απαγορεύεται να είναι αυτοσκοπός

Χρήζει ιδιαίτερης μνείας το γεγονός πως η Αποκλιμάκωση καταρχήν αποτελεί μια δισυπόστατη έννοια λαμβάνουσα θετικό ή αρνητικό πρόσημο αναλόγως του διακυβεύματος και σε συνάρτηση με την εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος. Εναρμονίζεται συνεπώς πλήρως με τις πραγματικότητες και τις αναγκαιότητες της υψηλής στρατηγικής.

Από τα ανωτέρω συνάγεται το εξής: H ιδεολογικοποίηση και η εξ αυτής ταύτιση της Αποκλιμάκωσης ,με την εξυπηρέτηση εθνικού συμφέροντος υφίσταται μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ήτοι την επιθυμητή έκβαση μιας διαμάχης κατόπιν κατίσχυσης των φίλιων διπλωματικών ή στρατιωτικών δυνάμεων επί του πεδίου.

Η Αποκλιμάκωση απαγορεύεται να αποτελεί αυτοσκοπό, λειτουργούσα ως άλλοθι αστοχιών και αδυναμιών της στρατηγικής υπεράσπισης του εθνικού συμφέροντος.

Αποτελεί στρατηγικό παράδοξο και σαφές ανορθολογικό πρότυπο να λογίζεται ως απώτερος και καταληκτικός στρατηγικός στόχος της χώρας έναντι της Τουρκίας, καθώς εκλείπει από την εξίσωση ο παράγων του κόστους επίτευξης, που συνδέεται άρρηκτα με την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.

Η επίσπευση των διερευνητικών χάριν του στόχου της αποκλιμάκωσης λειτουργεί παραμορφωτικά για τα ελληνικά συμφέροντα.

Παραγνωρίζεται τόσο το πλαίσιο της παρατεταμένης ελληνοτουρκικής κρίσης όσο κυρίως το βάθος της τουρκικής στρατηγικής δημιουργίας τετελεσμένων. Επιπρόσθετα αγνοείται η οριζόντια και κάθετη αυξομείωση της έντασης και της κλιμάκωσης, απόρροια του τουρκικού υβριδικού δόγματος πολυ-επίπεδων επιχειρήσεων.

Η ελληνική πλευρά λειτουργεί με την λογική του αντικατοπτρισμού (mirror -image) των δικών της πεποιθήσεων, καλλιεργώντας ανέφικτες προσδοκίες περί προσφυγής στη Χάγη και τελικής ταχείας διευθέτησης των Ελληνοτουρκικών με αυστηρώς διπλωματικό τρόπο.

Αντιθέτως για την Τουρκία το έτος 2020 θεωρήθηκε και χαρακτηρίστηκε τοιουτοτρόπως, ως το έτος της επέκτασης. Το 2021 αποτελεί για την τουρκική ηγεσία το έτος όπου θα εμπεδωθεί η τουρκική περιφερειακή ηγεμονία. Βαδίζοντας προς το ορόσημο του 2023, καθίσταται σαφές πως μια «λύση» δύναται να υπάρξει μόνο με την κατίσχυση των τουρκικών επιδιώξεων. Αυτό έχει διατρανωθεί τόσο απ’ την τουρκική κυβέρνηση όσο και απ’ την αντιπολίτευση.

Αναφορικά με την Κύπρο και την Πενταμερή, είναι πρόδηλη η τουρκική επιδίωξη εκβιασμού της Κυπριακής Δημοκρατίας ή να αποδεχθεί ως αρχικό πλάνο την απειλή των δύο κρατών νομιμοποιώντας κατά αυτόν τον τρόπο την εισβολή του 74, ή εναλλακτικά ένα σχέδιο Ανάν 2 όπου η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ο προφανής τουρκικός στόχος.

Επιτακτική ανάγκη το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας

Ένα από τα ελληνικά παράδοξα συνιστά η λεγόμενη “υιοθέτηση” του θεσμού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας χωρίς …Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Γιατί δεν υπάρχει ως τώρα χρονοδιάγραμμα; Ποια συμφέροντα μπορεί να εμποδίζουν τη δημιουργία του;

Στον δημόσιο διάλογο, σε επίσημα ή ανεπίσημα fora, επανέρχεται διαρκώς η συζήτηση για την δημιουργία μιας νέας επιτελικής θεσμικής δομής στρατηγικού σχεδιασμού, παραγωγής στρατηγικού έργου και διαχείρισης κρίσεων, γνωστή από την διεθνή πρακτική ως Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (National Security Council).

Η θεσμοθέτηση  Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας,  αποτελεί μια διαχρονική πολιτική απαίτηση και επιτακτική ανάγκη, η οποία θα συνέβαλε καταλυτικά στην συγκρότηση ενός στρατηγικού πυλώνα στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, αποσκοπώντας στην εξαιρετική οργάνωση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής και την βέλτιστη αξιοποίηση των συντελεστών ισχύος της χώρας.

 Το συνεχιζόμενο ελληνικό παράδοξο αφορά το γεγονός ότι, ενώ το ζήτημα τίθεται επιτακτικά ως πολιτική προτεραιότητα, ιδίως σε περιόδους οξείας κρίσης, παραταύτα μετατίθεται διαρκώς στο απώτερο μέλλον χωρίς την παραμικρή αιτιολόγηση.

Η δυσεξήγητη ολιγωρία που παρατηρείται επί του ζητήματος, οφείλεται στην στρατηγική ατροφία, στην αμυντικότητα και την ακινησία, ως δομικά χαρακτηριστικά μιας παρωχημένης διαδικασίας άσκησης πολιτικής ενός δυσλειτουργικού πολιτικού συστήματος που αρνείται να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες ενός ρευστού περιβάλλοντος ασφαλείας.

Το ελληνικό παράδοξο επεκτείνεται έτι περαιτέρω, αφού υιοθετήθηκε ο θεσμός του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας χωρίς το Συμβούλιο, ήτοι τον υποστηρικτικό μηχανισμό, γεγονός που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία και προκαλεί αν μη τι άλλο σκωπτική διάθεση σε εταίρους και αντιπάλους.

Παρά την δεδηλωμένη πρόθεση δημιουργίας Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας εν ευθέτω χρόνω, ουδέν χρονοδιάγραμμα έχει ανακοινωθεί, ενώ απουσιάζει απολύτως και η σχετική μεθοδολογία συγκρότησης ενός τέτοιου οργανισμού.

Ακολούθως, ο δημόσιος διάλογος επί του θέματος, συνεχίζει να διεξάγεται (καθώς βρίσκεται εν εξελίξει) υπό καθεστώς άγνοιας στοιχειωδών παραμέτρων που διέπουν μια τέτοιου τύπου μεταρρύθμιση για να καταστεί λειτουργική βάσει της διεθνούς και εγχώριας πραγματικότητας.

Ως εκ τούτου, κινείται απλουστευτικά και αποσπασματικά γύρω από δύο υψίστης σημασίας ζητήματα που είναι αλληλένδετα και αφορούν: α) την  δέουσα νοοτροπία δόμησης και υλοποίησης μιας τέτοιας μεταρρύθμισης, β) την απαραίτητη εφαρμογή οργανωτικών διαδικασιών και συγκεκριμένης μεθοδολογίας που συνδέονται με τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό, την μακροσκοπική στρατηγική στόχευση και την βραχυπρόθεσμη καθημερινή (day to day) εργασία εντός συγκεκριμένου πλαισίου.

Αναφορικά με την ενδεδειγμένη νοοτροπία δόμησης μιας τέτοιας θεσμικής δομής, αυτή αφορά την αντίληψη που προωθεί το εθνικό συμφέρον stricto sensu, ενώ συνάδει απόλυτα με την πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής, ήτοι εδράζεται στις αρχές της ισχύος σ όλες τις διαστάσεις και δίνει έμφαση στο παράλληλο δίπτυχο ανταγωνισμού-συνεργασίας στις Διεθνείς Σχέσεις.

Η ανωτέρω αντίληψη διέπει την πλειοψηφία τόσο των Μεγάλων Δυνάμεων που υιοθετούν μια ολιστική προσέγγιση στην εθνική ασφάλεια, όπως οι ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο η Ρωσία, η Γαλλία, όσο όμως και Μεσαίων Δυνάμεων όπως το Ισραήλ, το οποίο θεσμοθέτησε Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας με καθυστέρηση μόλις το 1999.

ΣΕΑ ανάλογης στρατηγικής κουλτούρας

Αναφορικά με τα ανωτέρω, στην ελληνική περίπτωση παρατηρείται δυστυχώς, η πλήρης απουσία κατεύθυνσης και σκοπού σε όποια απόπειρα έχει υπάρξει έως σήμερα, ενώ απουσιάζει έστω και ψήγμα αναφοράς στην κουλτούρα που θα διέπει ένα τέτοιο όργανο, τόσο απ’ τους δημοσιολογούντες όσο και στα κατά καιρούς πολιτικά σχέδια επί χάρτου.

Παραβλέπεται προδήλως η καταλυτική σημασία της στρατηγικής κουλτούρας από τους λήπτες αποφάσεων και η κατ’ επέκταση ουσιαστική συμβολή των στρατηγικών κατευθύνσεων στη μέθοδο διαλειτουργικότητας και διασύνδεση του θεσμικού οργάνου με τους υπόλοιπους πυλώνες του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας.

Κυρίως όμως αγνοείται το γεγονός ότι η δημιουργία μιας τέτοιας θεσμικής δομής είναι μια διαδικασία που αναθεωρείται διαρκώς επί τα βελτίω και αυτό απαιτεί εξαρχής μια στρατηγική κατεύθυνση που θα αναφέρεται στον απώτερο στόχο εξυπαρχής.

Καλλιεργείται επιπρόσθετα  μια λανθασμένη εντύπωση σε πλείστους κύκλους ότι το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας λογιζόμενο ως πανάκεια,  θα κινηθεί αυτόματα σύμφωνα με τις βουλές της ηγεσίας.

Ο μη καθορισμός της διαδικασίας εξαρχής, εγκυμονεί τον κίνδυνο να εφαρμοστεί η πιο συνήθης πρακτική που συναντάται σε μονοδιάστατες παρωχημένες δομές, ήτοι η λειτουργία επιτόπου (on the spot), με συνέπεια μια νέα θεσμική δομή να καταστεί δυσλειτουργική , χωρίς επεξεργασμένα εναλλακτικά σχέδια, προσπαθώντας να ισορροπήσει  μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας της ηγεσίας.

Η συζήτηση συνεπώς εξαντλείται στο καθαυτό γεγονός της ίδρυσης του ΣΕΑ χωρίς πρότερη επεξεργασία του ενδεδειγμένου τρόπου λειτουργίας του και του σκοπού ίδρυσής του, ενώ υπάρχει και η άποψη πως το ΚΥΣΕΑ με την απαραίτητη πολιτική στήριξη θα αποτελούσε έναν αξιόπιστο θεσμικό μηχανισμό παραγωγής υψηλής στρατηγικής, συνεπώς η δημιουργία ενός νέου θεσμού δεν θα άλλαζε επί της ουσίας τα πράγματα.

Η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο πρωτοφανών αλλαγών στο υπό μετάβαση διεθνές σύστημα και επιβάλλεται να διαθέτει ένα όργανο παραγωγής στρατηγικής σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα αλλά προσαρμοσμένο κιόλας στην ελληνική ιδιαιτερότητα. Απαιτείται βούληση να προχωρήσει  μια ουσιώδης μεταρρύθμιση που έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί δεκαετίες πριν. Αλλά η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση για να αποτελεί ουσιώδη μεταβολή των υπαρχόντων θλιβερών δεδομένων, απαιτείται να διέπεται από την κατάλληλη νοοτροπία και την βέλτιστη μεθοδολογία και πρακτική. Αλλιώς είναι πασίδηλο πως θα αποτύχει.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Με εκλογές απειλεί ο Μακρόν εάν δεν περάσει το συνταξιοδοτικό

Εξελέγη η νέα επικεφαλής της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών

Επίσκεψη του Σβαρτσενέγκερ στο Άουσβιτς

«Ανοιχτή» η Ρωσία στην αναβίωση των επιθεωρήσεων των πυρηνικών της

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα