ΑΘΗΝΑ
13:22
|
15.04.2021
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης μιλά για την άνοδο της Κίνας και του δεξιόστροφου εθνικισμού, την ανεξαρτησία της Σκωτίας και τη σύγχρονη Γαλλία.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ο Πίτερ Τζάκσον είναι καθηγητής Παγκόσμιας Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Δηλώνει άνθρωπος της Αριστεράς και κριτικός υπερασπιστής του ευρωπαϊκού ιδεώδους. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα καλύπτουν τα πεδία των Στρατηγικών Σπουδών Ασφάλειας και της σύγχρονης Ιστορίας (με αδυναμία στην Γαλλία και τις γαλλοβρετανικές σχέσεις).

Πολλοί αναλυτές ισχυρίζονται ότι η άνοδος των εθνικιστών, όπως o Τραμπ, ο Όρμπαν, ο Μπολσονάρου, η άνοδος της Κίνας και η πτώση της αμερικανικής ισχύος δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα παρόμοιο με εκείνο της παραμονής των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Ποια η θέση σας επί του ζητήματος;

Δεν ξέρω αν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι είναι η καλύτερη αναλογία, αλλά αυτή τη στιγμή βιώνουμε μια σειρά από διαφορετικές δυναμικές εκ των οποίων και μόνο μία αρκεί για να αποσταθεροποιήσει το παγκόσμια σύστημα όπως το ξέρουμε.

Η μια είναι η άνοδος του εθνικισμού όπως ανέφερες, που νομίζω πως είναι μια αντίδραση στην κρίση της φιλελεύθερης διεθνοποιημένης καπιταλιστικής τάξης όπως την γνωρίσαμε. Η άνοδος της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης, ένα δομικό στοιχείο του παγκόσμιου συστήματος τα τελευταία είκοσι χρόνια, είναι ακόμη ένας αποσταθεροποιητικός παράγοντας και επιταχύνεται από δυο εξελίξεις. Πρώτον, τον τωρινό Κινέζο ηγέτη. Ο Σι Ζινπίνγκ είναι πιο σίγουρος, πιο αποφασιστικός, πιο αναπολογητικά εθνικιστής περισσότερο από όλους τους άμεσα προκατόχους του. Δεύτερον, πιστεύω πως η πανδημία της Covid-19 επιτάχυνε την άνοδο της Κίνας, δεδομένου ότι οι Κινέζοι κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τον ιό πολύ πιο αποτελεσματικά από τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης που είναι πολύ πιο έκθετες στην πίεση λαϊκών κινημάτων. Ως συνέπεια του τελευταίου η πανδημία αποτελεί σε πολύ μικρότερο βαθμό αποσταθεροποιητικό παράγοντα για την κινεζική οικονομία σε σχέση με την ευρωπαϊκή και αμερικανική οικονομία.

Αυτοί οι παράγοντες έχουν επιταχύνει λοιπόν την ανάδυση της Κίνας ως πρόκλησης και όπως σκέπτονται αρκετοί και ως αναθεωρητικής δύναμης εντός του συστήματος. Η Κίνα, όπως οι περισσότεροι αναλυτές θα συμφωνούσαν, δεν είναι πια μια δύναμη τους status quo. Έχει αξιώσεις σε περιφερειακό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, για παράδειγμα στην Αφρική και σε μικρότερο αλλά σημαντικό βαθμό στην Νότια Αμερική, που για πάνω από 150 χρόνια οι ΗΠΑ κατόρθωναν να κρατήσουν πετυχημένα ως τη δική τους «πίσω αυλή» στα πλαίσια του Δόγματος Μονρόε.

Επομένως, όλοι αυτοί οι παράγοντες μαζί, η κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, η άνοδος της Κίνας, η πανδημία συνδυάζονται ταυτόχρονα σε κάτι που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια νέας μορφής ριζική αστάθεια αν δεν γίνουν οι σωστοί χειρισμοί. Μιας αστάθειας που κατά τη γνώμη μου επιταχύνθηκε και από την περίεργη, ιδιόμορφη και αντιφατική πολιτική της περιόδου Τραμπ, όπου από τη μια πλευρά αναγνώριζε την Κίνα ως πρόβλημα ενώ από την άλλη δεδομένων των απομονωτικών αντανακλαστικών της δεν έθετε ως προτεραιότητα τη δημιουργία δικτύων από συμμαχίες που θα επέτρεπαν την εμπλοκή με την Κίνα από θέση ισχύος.

Αυτές είναι οι προκλήσεις σε διεθνές επίπεδο αλλά πιστεύω πως προτού οι ΗΠΑ και η Ευρώπη αποφασίσουν να προχωρήσουν στο να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις πρέπει να ανασυνταχθούν και να ασχοληθούν με τα ζητήματα που άφησαν πίσω τους με την λήξη του Ψυχρού Πολέμου και έχουν να κάνουν με την ηγεμονική θέση που κατέχουν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Πολιτικές οι οποίες αποξένωσαν πολλούς από τους χαμένους της όλης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, καθώς το ζητούμενο αυτών των πολιτικών ήταν η διαρκώς φθηνότερη εργασία, καταστρέφοντας βασικές αρχές ενός πιο κοινωνικού οικονομικού μοντέλου που υπήρχε στη Μεγάλη Βρετανία η των ΗΠΑ, αλλά και αλλού. Ως αποτέλεσμα στη Βρετανία του σήμερα, στην οποία εγώ ζω, δεν παράγονται πολλά πια. Υπάρχει τεχνολογική βιομηχανία και αυτοκινητοβιομηχανία αλλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πως κάποτε η Βρετανία θεωρούνταν το λίκνο της βιομηχανικής επανάστασης και ένα παγκόσμιο εργοστάσιο.

Ως αποτέλεσμα, έχεις περιοχές εντός της Βρετανίας που αποτελούσαν την σπονδυλική στήλη της μεταποιητικής οικονομίας (λιγνιτωρυχεία, χάλυβας κτλ.) και πολλές από αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες σήμερα έχουν εκλείψει, με όλες τις οδυνηρές επιπτώσεις που συνεπάγεται αυτό. Και η λογική του οικονομικού μοντέλου πίσω από το Brexit πρέπει να σας πω ήταν ακριβώς να τα ξεφορτωθούμε όλα αυτά μια ώρα αρχύτερα και να πάμε σε μια λογική οικονομίας υπηρεσιών.

Επανέρχομαι, λέγοντας ότι αυτές οι πολιτικές αποξένωσαν μεγάλο μέρος της κοινωνίας , δημιουργώντας ένα μεγάλο πρόβλημα όσον αφορά την λειτουργία της οικονομίας και της δημοκρατίας, πρόβλημα που συναντά τη λύση του μέσα από από δυο πιθανές διαδρομές. Η μια δίνει έμφαση σε μια δύσβατη, περίπλοκη, μακρόσυρτη και συλλογική πορεία, ενώ η άλλη παρουσιάζεται ως μια εύκολη λύση και η επιδίωξή της εξαντλείται στην επανάκτηση της κυριαρχίας, την επανάκτηση του ελέγχου έναντι των ξένων.

Webinar: The geopolitics of COVID-19 and climate change / News - GREASE -  Management of emerging risks in Southeast Asia

Επομένως αυτό που λέτε είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση ο δεξιόστροφος εθνικισμός παρουσιάστηκε ως μια λύση για αυτούς;

Ακριβώς, αν και μακροπρόθεσμα δεν αποτελεί λύση βέβαια. Είδαμε μια τέτοια εργαλειοποίηση από την διοίκηση Τραμπ, μέσω μιας επιστροφής σε βαθιά ριζωμένες και δημοφιλείς πολιτικές παραδόσεις εντός των ΗΠΑ, ένα έντονο φλερτ με τον απομονωτισμό. «Ας κάνουμε την Αμερική σπουδαία πάλι», «Ας κοιτάξουμε πάλι τα συμφέροντά μας», «Ας σταματήσουμε να δουλεύουμε προς όφελος των Ευρωπαίων, των Κορεατών, των Κινέζων». Αυτή η διάσταση της διακυβέρνησης Τραμπ ωστόσο υπονομεύει την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η άνοδος της Κίνας με συλλογικό τρόπο, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση σε Πεκίνο και Μόσχα πως η Δύση εισέρχεται σε φάση εξασθένισης. Όσο λοιπόν η Δύση δεν μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην δική της εκδοχή δημοκρατίας, θα είναι δύσκολο να ανταγωνιστεί σε επίπεδο διεθνούς τάξης πραγμάτων το μέγεθος της Κίνας.

Ποια όμως κατά την γνώμη σας, συνιστά την πρώτη πρόκληση για την παγκόσμια ασφάλεια καθώς ο κόσμος μετά τον κορονοϊό ξεπροβάλει? Πέρα από το τι θα κάνει η Κίνα, η εμμονή των ΗΠΑ με το μονοπώλιο της υπερδύναμης δεν είναι ακόμη ένας κίνδυνος;

Πρώτα από όλα θα ήταν παράλογο να μην περιμέναμε ο Αμερικανός πρόεδρος να μην έχει στο επίκεντρο της εξωτερικής του πολιτικής το εθνικό συμφέρον όπως το αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Το ζήτημα είναι πως αντιλαμβάνεται αυτό το συμφέρον. Το αντιλαμβάνεται ως ηγεσία μιας διεθνούς τάξης που αποδίδει την δέουσα αξία σε μια σειρά από αρχές και αξίες ή έχει μια στενόμυαλη αντίληψη που θέλει το συμφέρον τους πάνω από όλα; Ο τρόπος που τα κράτη απαντούν απέναντι στην πανδημία είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί αποδεικνύει στις περισσότερες περιπτώσεις κυριαρχεί μια εθνικιστική, εγωιστική προτεραιοποίηση του τύπου ‘’εγώ πρώτα’’ σε κάθε κράτος. Οι ΗΠΑ ήταν επί Τραμπ μια τέτοια περίπτωση και αν και η αλλαγή προέδρου σημαίνει αρκετά δεν σημαίνει και την απότομη επιστροφή στην προ-Τραμπ περίοδο, πολύ περισσότερο στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Βέβαια από την άλλη πλευρά η ΕΕ που διάλεξε έναν πιο συλλογικό τρόπο απόκρισης στην κρίση απέτυχε πλήρως και επικρίθηκε δικαίως. Θα πάρει πολύ καιρό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρχικά να συνέλθει αφενός από την αποτυχία της να εξασφαλίσει αρκετά εμβόλια και να φτιάξει έναν μηχανισμό για τη διανομή τους και έπειτα από την ανούσια αντιπαράθεσή της με το ΗΒ. Δεν είμαι φίλος της συντηρητικής κυβέρνησης του Λονδίνου υπό την ηγεσία του Μπόρις Τζόνσον, αλλά η ΕΕ δεν εντυπωσίασε με την επίδοσή της σε καμία περίπτωση. Ίσως τα πράγματα στην πορεία γίνουν καλύτερα αλλά προς το παρόν η εντύπωση είναι πως η ΕΕ παραδόθηκε στο άγχος της να βρει μια γρήγορη λύση όσον αφορά τον εμβολιασμό και αυτό της κόστισε.

Υπάρχει η πεποίθηση στην Ελλάδα ότι πρόκειται για μια ακόμη αποτυχία της ΕΕ, σε έναν μακρύ κατάλογο που περιλαμβάνει την οικονομική κρίση της ευρωζώνης, την περίπτωση της ευρωπαϊκής διαχείρισης του Grexit, την υπόθεση Brexit.

Αλήθεια είναι αυτό, μπορείς να βρεις αστοχίες και αποτυχίες αν εστιάσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα αν και σε μερικά μεγαλύτερα ζητήματα μπορείς να βρεις επιτυχίες κατά τη γνώμη μου.

Φυσικά αν έβλεπα τα πράγματα από τη μεριά της Αθήνας θα είχα διαφορετική εντύπωση από τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα στη Γλασκώβη και καταλαβαίνω απόλυτα την κριτική των Ελλήνων φίλων μου που είναι πιο ζωηρή όσον αφορά τις αρετές, την ελκυστικότητα ή ακόμη και την χρησιμότητα της ΕΕ από ότι εμείς εδώ στην Σκωτία, όπου πιστεύω ότι είμαστε πολύ ιδεαλιστές και καθόλου ρεαλιστές με το όλο θέμα, γεγονός που έχει να κάνει κυρίως με την εμπειρία του Brexit και της απομάκρυνσης από την ΕΕ, όπου η μεγάλη πλειοψηφία των Σκωτσέζων ψήφισε για να παραμείνει εντός.

Η επόμενη ερώτησή μου αφορά την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Θα μπορούσατε να μιλήσετε για το γενικό κλίμα στη Σκωτία, να μας δώσετε το ευρύτερο πλαίσιο και επίσης να μιλήσετε για τα όσα που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή εντός της σκωτσέζικης κοινωνίας;

Είναι αρκετά προφανές πως ο συνδυασμός του Brexit, σε σχέση με το δημοψήφισμα στη Σκωτία το 2014 για το αν η χώρα θα γίνει ανεξάρτητη, με ένα από τα βασικά επιχειρήματα να ήταν τότε ότι η Σκωτία δεν θα απολαμβάνει τα οφέλη της παραμονής στην ΕΕ αν αποφάσιζε να αποχωρήσει είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τι συμβαίνει.

Επικράτησε το «Όχι» στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία –προσωπικά ψήφισα την παραμονή στο ΗΒ- αν και με όχι μεγάλη διαφορά, 55-45 ήταν τα δυο μπλοκ. Και δύο χρόνια αργότερα ενάντια στην θέληση του 62% των Σκωτσέζων σήμερα είμαστε εκτός της ΕΕ. Αυτή η εμπειρία είναι από μόνη της ένας πολύ ισχυρός παράγοντας υποστήριξης υπέρ της ανεξαρτησίας. Δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ενθουσιασμό για την ΕΕ, αλλά από μια συνειδητοποίηση ότι σε μια ένωση τεσσάρων εθνών που κυριαρχεί το ένα έθνος, το αγγλικό, έναντι των μικρότερων, το μικρό έθνος, όπως η Σκωτία (που αποτελεί μόλις το 8,1% του πληθυσμού του ΗΒ), θα είναι πάντα όμηρος πάντα των διαθέσεων των Άγγλων ψηφοφόρων.

Και υπάρχει έπειτα μια αντίληψη ανάμεσα στην διανόηση της Σκωτίας πως το Brexit ήταν ένα αγγλικό εθνικιστικό εγχείρημα. Και υπάρχει μια αίσθηση ότι η Σκωτία γύρισε την πλάτη στο δικό της εθνικό εγχείρημα ανεξαρτησίας το 2014 ως μια αντίδραση στον αγγλικό εθνικισμό για να συρθεί το 2016 εκτός ΕΕ. Αυτό, σε συνδυασμό με την θεαματική κακοδιαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση Τζόνσον από τον περασμένο Μάρτιο και η εμπιστοσύνη που φαίνεται να εμπνέει η Νίκολα Στάρτζεον ως πρώτη υπουργός είναι οι λόγοι που δημιουργούν πολύ περισσότερη στήριξη για την ανεξαρτησία. Δεν είναι όμως τόσο η προσδοκία ότι θα είμαστε καλύτερα εκτός της Ένωσης, όσο ο φόβος ότι τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα εντός.

Το μόνο στοιχείο ικανό να ανατρέψει αυτή την τάση είναι ότι το μόνο στο οποίο τα έχει καταφέρει η κυβέρνηση Τζόνσον είναι ο εμβολιασμός ο οποίος προχωρά σχετικά γρήγορα και ίσως ανασχέσει όπως εκτιμούν κάποιοι την τάση για ανεξαρτησία. Δεν νομίζω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο, στις τελευταίες δεκαπέντε δημοσκοπήσεις η ανεξαρτησία έχει το προβάδισμα, ειδικότερα στη νεότερη γενιά. Κάθε νέα φουρνιά νέων που φτάνει στην ενηλικίωση είναι όλο και πιο ενθουσιώδης υπέρ της ανεξαρτησίας σε σχέση με την προηγούμενη.

More than two-thirds of young Scots now back independence

Γιατί; Ποιος είναι ο κύριος λόγος;

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Έχω αρχίσει να καταλήγω πως υπάρχει μια αντίληψη ότι το σκωτσέζικο μοντέλο εθνικισμού είναι πιο ανοικτόμυαλο, πιο συμπεριληπτικό από τον αγγλικό ή τον βρετανικό.

Βλέπουν έναν πιο προοδευτικό ορισμό του εθνικισμού δηλαδή;

Ναι, ακριβώς. Και με περισσότερη κοινωνική συνείδηση από την αγγλική εκδοχή. Από την άλλη βέβαια η αρχική μου ειδίκευση είχε να κάνει με την Ευρώπη στους δύο παγκόσμιους πολέμους και δεν γίνεται να μελετάς αυτή την ιστορική περίοδο δίχως να είσαι θεμελιωδώς σκεπτικός απέναντι σε κάθε εκδοχή του εθνικισμού. Και αυτό για σε τελική ανάλυση ο εθνικισμός αφορά το «ποιός είναι μέσα» και «το ποιος είναι έξω», το να ορίσεις τον εαυτό σου σε σχέση με το τι δεν είσαι, ακριβώς για να παραχθεί μια έννοια κοινότητας.

Οι Σκωτσέζοι λένε ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι, η Σκωτία καλωσορίζει τους πρόσφυγες, καλωσορίζει και χρειάζεται τη μετανάστευση, καθώς έχει έναν γηράσκοντα πληθυσμό που θυμίζει την γερμανική περίπτωση.

Όπως και να ‘χει πάντως κάθε σειρά νεότερων Σκωτσέζων τάσσονται όλο και πιο αποφασιστικά υπέρ της ανεξαρτησίας, επομένως αν στοιχημάτιζα δεν θα πόνταρα ότι η Σκωτία θα παραμείνει στο ΗΒ.

Μετά ασφαλώς προκύπτει το ερώτημα τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο για τη Σκωτία κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά. Μην ξεχνάμε πως το 62% του εμπορίου της Σκωτίας είναι με την Αγγλία, επομένως αν η Σκωτία αφήσει την Ένωση και ενταχθεί στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά θα έχει εμπορικά σύνορα για το 62% του εμπορίου της. Αυτό μπορεί να αντισταθμιστεί από άλλες δυναμικές, όπως η αύξηση των ροών με την ενιαία αγορά ή με την επιστροφή των επενδύσεων που σε άλλη περίπτωση θα πήγαιναν στην Αγγλία με το δέλεαρ της συμμετοχής στην κοινή αγορά, υπάρχουν αυτά τα επιχειρήματα που λένε ότι η Σκωτία θα ανθίσει. Υπάρχουν βέβαια και επιχειρήματα από την άλλη πλευρά, όπως το ότι πολλές εξαγωγές καταγράφονται ως σκωτσέζικες αλλά διευθετούνται στο Λονδίνο, για παράδειγμα το περισσότερο σκοτσέζικο ουίσκι περνάει από το Λονδίνο για να εμπορευθεί, παρότι προέρχεται από τη Σκωτία.

Και ως μεγάλος φαν του «Μεγάλου Λεμπόφσκι» θα έλεγα ότι υπάρχουν πολλά αν, πολλά εντός και εκτός στο όλο ζήτημα. Οπότε θα έλεγα πως αν και δεν ξέρω πως θα ψήφιζα σε ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας, δεν θα στοιχημάτιζα κατά του να γίνει η Σκωτία ανεξάρτητη το πολύ σε δέκα χρόνια.

Γνωρίζοντας το ενδιαφέρον σας για τη σύγχρονη Γαλλία, πόσο εφικτό είναι για τη Γαλλία σήμερα να ανταποκριθεί στο ρόλο της ως μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη; Για πολλά χρόνια, πολλές χώρες της ΕΕ αναμένουν από το Παρίσι να γίνει αντίβαρο στο Βερολίνο.

Υπάρχει ένα είδος κληροδοτημένης αντίθεσης στην γεωπολιτική θέση της Γαλλίας. Από τη μια πλευρά επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την ΕΕ ως όχημα για την εξάσκηση της ισχύος διεθνώς σε διπλωματικούς, πολιτικούς και κυρίως οικονομικούς όρους. Από την άλλη πλευρά και λαμβάνοντας υπόψην τα πιο κλασικά εργαλεία προβολής ισχύος όπως τα αεροπλανοφόρα, τον αριθμό των στρατευμάτων και τα όπλα στρατηγικής στόχευσης ο φυσικός της σύμμαχος είναι η Μεγάλη Βρετανία.

Αυτό συνιστά μια ενδιαφέρουσα αντίθεση ως προς την θέση της Γαλλίας, προσβλέπει στη ΕΕ για να προβάλει ισχύ, ιδίως «μαλακή ισχύ», ενώ προσβλέπει στην Βρετανία με σκοπό να μεγιστοποιήσει τη δυνατότητά της να προβάλει πιο κλασική, στρατιωτική δύναμη μέσα από ποικίλους διακανονισμούς που έχουν συναφθεί με τους Βρετανούς, ειδικά μετά το 2010 για την γαλλοβρετανική συνεργασία σε επίπεδο ασφαλείας και άμυνας. Αυτή η αντίθεση επιτείνεται νομίζω από την πολιτική παράδοση του γκωλισμού, που επιμένει στην γαλλική στρατηγική ανεξαρτησία μέσα από την πυρηνική ισχύ της χώρας.

Δεν είναι όμως η μοναδική αντίθεση. Ακόμη μια συνίσταται στο ότι η Γαλλία για μεγάλο διάστημα έπρεπε να επωφελείται από την ιμπεριαλιστική παράδοση της στην Αφρική μέσα από οργανισμούς όπως η Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας (OIF)  ενώ την ίδια στιγμή αυτού του είδους οι αφηγήσεις δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο στο παρελθόν. Ο ιμπεριαλισμός –ακόμη και σε επίπεδο λαϊκής κουλτούρα- είναι πολύ λιγότερο αποδεκτός ως αξία από ότι ήταν όχι το μακρινό παρελθόν αλλά 25 χρόνια πριν.

Η Γαλλία ωστόσο είναι ακόμη παρούσα στην Αφρική.

Φυσικά, προσπαθούν να διατηρήσουν την επιρροή τους αλλά νομίζω πως αυτή η επιρροή είναι σε φάση ύφεσης εδώ και καιρό, με γεγονότα σαν την γενοκτονία της Ρουάντα και τους αφρικανικούς πολέμους που ακολούθησαν να έχουν επιταχύνει αυτή την εξέλιξη χρόνια τώρα. Έχεις ωστόσο ένα δίκιο στο ότι ακόμη στη Γαλλία βλέπουν την παρουσία τους στην Αφρική σαν έναν από τους πυλώνες της φωνής τους παγκόσμια.

Η παρουσία του προέδρου Μακρόν που υποσχέθηκε να γίνει η δύναμη της αναζωογόνησης στον Λίβανο δίχως αποτέλεσμα ως σήμερα είναι για μερικούς μια ένδειξη της ύφεσης στην οποία έχει μπει η γαλλική ισχύς.

Η πανδημία θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, και αυτό γιατί έχει αναγκάσει τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις σαν την Γαλλία να υποχωρήσουν στον εαυτό τους, διαπιστώνουμε μια τάση εσωστρέφειας. Ο τρόπος που θα αντιδράσουν στην ζημιά που προκαλεί η πανδημία οικονομικά, πολιτικά, πολιτιστικά ακόμη είναι το πλέον ενδιαφέρον.

Αν ανατρέξουμε στην τελευταία μεγάλη πανδημία, εκείνη της ισπανικής γρίπης το 1918, το τέλος της συνοδεύτηκε από έκρηξη ενέργειας και δημιουργικότητας ως προς την πολιτική κουλτούρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη, που κράτησε αμείωτη για τρία με τέσσερα χρόνια. Και όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικής και διπλωματίας, αλλά και οικονομίας, η τραγωδία του Κραχ του’29 μάλιστα ήταν τόσο καταστροφική γιατί υπήρχε η διάψευση της άνθησης της δεκαετίας του ’20. Προκύπτουν λοιπόν μια σειρά από ερωτήματα, όπως ποιο θα είναι το μέλλον του παγκόσμιου εμπορίου, τι θα γίνει από εδώ και πέρα; Για παράδειγμα, ο Τραμπ αμφισβήτησε το παγκόσμιο εμπόριο όπως το ξέραμε από τον Β’ΠΠ κι έπειτα. Παραδόξως μια τέτοια εξέλιξη θα έβλαπτε την Κίνα, η Κίνα εξαρτάται από το παγκόσμιο εμπόριο. Θα δούμε τι πρόκειται να γίνει στο εξής και τις επιπτώσεις στο παγκόσμιο σύστημα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Πρωτοσέλιδο “καρφί” από “Δημοκρατία” στον “πάντα ανέμελο Μητσοτάκη”

Από 24 έως 27 Ιουνίου το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ

Σε εξέλιξη πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο στα Προπύλαια

Τα εμβόλια δεν τα φέρνει ο καπιταλισμός αλλά τα δημόσια κεφάλαια

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα