ΑΘΗΝΑ
04:48
|
16.04.2021
Πώς το ιταλικό κράτος αποφάσισε να τελειώσει άπαξ και διαπαντός με την όποια αντίδραση, λίγο μετά την δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Άλντο Μόρο.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Στις 7 του Απρίλη το 1979 επιβεβαιωνόταν για την ιστορία των αριστερών ο μνημειώδης στίχος του Τ.Σ. Έλιοτ, πως είναι “ο σκληρότερος μήνας”. Και τούτο γιατί την ημέρα εκείνη εκατοντάδες στελέχη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, των κινημάτων της εποχής και πολλά πανεπιστημιακά στελέχη της Ιταλίας δοκίμασαν σε πόσο βαθμό μπορεί να φθάσει ο κατασταλτικός βολονταρισμός των κυρίαρχων δομών του κράτους.

Μικρό διάστημα μόλις μετά την δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Άλντο Μόρο, το κράτος αποφάσισε να τελειώσει άπαξ και διαπαντός με την όποια αντίδραση αντέτασσε το κίνημα της Αυτονομίας, στους δρόμους και στη θεωρία, στην κοινωνική παγίδευση του “ιστορικού συμβιβασμού” της Χριστιανοδημοκρατίας με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Με αιχμές του δόρατος τους δικαστές Πιέτρο Καλότζερο και Ακίλε Γκαλούτσι, και με πρόσχημα μία “κατάσταση εκτάκτου ανάγκης”, εκτελέσθηκε ένα ευρύ πογκρόμ συλλήψεων εκατοντάδων ανθρώπων με συνοπτικές και αντισυνταγματικές διαδικασίες, αβάσιμες κατηγορίες, αυθαίρετες πολυετείς κρατήσεις και αήθη κατασυκοφάντηση, με βάση την κατηγορία σύστασης “ανατρεπτικής οργάνωσης, ένοπλης συμμορίας, και τη διάπραξη 19 δολοφονιών”, με πρώτη και καλύτερη αυτήν του Μόρο.

Σχεδόν στο σύνολό τους, τουλάχιστον οι πρώτοι συλληφθέντες ήσαν διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί και ηγετικά στελέχη της Αυτονομίας και των μαχητικών κινημάτων που ξεπήδησαν από το ’68, όπως οι Νάνι Μπαλεστρίνι, Τόνι Νέγκρι, Φράνκο Πιπέρνο, Ορέστε Σκαλτσόνε, Λουτσάνο Φεράρι Μπράβο, Γκουΐντο Μπιανκίνι. Στο επίκεντρο η οργάνωση Potere Operaio, που σύμφωνα με το κατηγορητήριο δεν είχε διαλυθεί πραγματικά λίγα χρόνια νωρίτερα, αλλά είχε απεναντίας μετατραπεί σε παράνομη ένοπλη οργάνωση, ένα πραγματικό “άντρο” τρομοκρατών. Εν πολλοίς το κατηγορητήριο ήταν αστήρικτο (και κατόπιν έμελλε να βασισθεί μόνο στην κατάθεση ενός “μεταμελημένου” και ενός αστυνομικού), αν και αυτό δεν εμπόδισε τον Καλότζερο να εφαρμόσει τους ειδικούς νόμους του, που έμειναν στην ιστορία ως “Θεώρημα Καλότζερο” σχετικά με την ύπαρξη της μυστηριώδους οργάνωσης (γιατί υπήρχε μόνον στα μυαλά των εμπνευστών του), ονόματι “Ο”, που κατεύθυνε παρασκηνιακά όλες τις ένοπλες ομάδες που δρούσαν στην Ιταλία, ιδίως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

Τότε ξεκινά, όπως θα τονίσει ο Τόνι Νέγκρι, που ήταν ο κύριος στόχος της κατασταλτικής εκείνης επιχείρησης, καθώς θεωρείτο ο αρχηγός της “Ο”, ηθικός αυτουργός της δολοφονίας Μόρο κ.ο.κ, η καφκική περιπέτεια δεκάδων ανθρώπων, “των κακών δασκάλων” (καθώς πολλοί, ιδίως στην Πάντοβα, τη Ρώμη και το Μιλάνο ήσαν πανεπιστημιακοί), που είδαν τον “Πύργο” του Κάφκα να ζωντανεύει για τους ίδιους, περικλείοντάς τους στους τοίχους του, με την ίδια παράλογη πορεία που ακολουθείται και στην σταδιακή μετατροπή του καφκικού ήρωα Κ. σε φυλακισμένου εντός αυτού του απρόσωπου μηχανισμού.

Η τεράστιας σημασία κατασταλτική αυτή επιχείρηση, που απετέλεσε ένα κομβικό σημείο στην εξαφάνιση ενός ζωντανού, αγκαλά και βίαιου στις παρεκκλίσεις του, κίνημα, το οποίο ξεκίνησε από το παρατεταμένο “ιταλικό ’68”, με αποκορύφωμα το πυροτέχνημα του Κινήματος του ’77, είχε σαν αποτέλεσμα την αποψίλωση της ιταλικής κοινωνίας και διανόησης από ζωτικά μυαλά και αποφασιστικούς ανθρώπους. Ο διανοητικός και ηθικός αυτός απορφανισμός ήταν που εν τέλει οδήγησε στη διαφθορά της δεκαετίας του ’80 και την επιχείρηση “Καθαρά Χέρια”, κατόπιν στον μπερλουσκονισμό και την απάθεια, την απομόνωση των ενεργών πολιτών και σήμερα στην εμπάθεια της ξενοφοβικής Λέγκας και τη γενικευμένη αβελτηρία μίας κοινωνίας που κάποτε διακρινόταν για την καινοτόμο ματιά της.

Η όλη επιχείρηση αποτελούσε έναν πειραματικό σωλήνα για την μετέπειτα εφαρμογή, με άλλες παραλλαγές και άλλες αφορμές, ενός γενικευμένου σχεδίου οργανωμένης καταστολής, στην οποία δεν θα συμμετέχει μόνον ο μηχανισμός για τη διατήρηση της έννομης τάξης, αλλά δρούνε συντεταγμένα με την αστυνομοκρατία και ο Τύπος ή τα πολιτικά κόμματα, όχι μόνον της αστικής τάξης, αλλά και “πρόθυμοι”, όπως αποδείχθηκε με τη στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ενός κόμματος, που δέσμιο στην πολιτική του “ιστορικού συμβιβασμού” και στην “στροφή του Eur”, με τα οποία αποδεχόταν τις μειώσεις μισθών και την απορρύθμιση της εργασίας, προκειμένου να “στηριχθεί η ανάπτυξη”, πρωτοστάτησε με ναυαρχίδα την εφημερίδα του Unità στην προτροπή για εκκαθάριση και στη συκοφάντηση του κινήματος της Αυτονομίας, έχοντας τη μνησικακία της “εκπαραθύρωσης” του σκιώδους υπουργού Εργασίας του, Λάμα στα γεγονότα του ’77.

Σημαντικό ρόλο διεδραμάτισαν σε εκείνην την κλιμάκωση, τα fake news και η πολωτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα που είχαν δημιουργήσει ο Τύπος και τα “θεσμικά κόμματα”. Με τακτικές ακραίας διαστρεβλωσης, σκοταδισμού και δολοφονίας χαρακτήρων, μέσα από αργυρώνητους κονδυλοφόρους (σαν τον ανεπανάληπτο διευθυντή εφημερίδας που ενσάρκωνε ανατριχιαστικά ο μέγιστος Τζαν Μαρία Βολοντέ στην ταινία “Χτύπα το Τέρας στην Πρώτη Σελίδα”) υπήρξαν εκείνοι οι “νεκροθάφτες”, που θα έλεγε ο Τόνι Νέγκρι, στο άρθρο του Metropoli, γραμμένο μέσα από τα κελλιά υψίστης προστασίας , “τους οποίους η πληροφορία του καθεστώτος στρατολογεί επί τη βάσει μίας ακραιφνούς κλίσης τους: θα κάνω τον νεκροθάφτη, δηλ. τον πολιτικό ρεπόρτερ κτλ.”.

Ούτε το ΙΚΚ, ούτε ο Λάμα και προπαντός ο Καλότζερο δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πως μέσα από τον αγώνα προκύπτουν νέα πολιτικά υποκείμενα. Κατά το θεώρημα του διαβόητου δικαστή δεν μπορούσε να υπάρχει ένα αυτόνομο και αυθόρμητο κίνημα, που να μην έχει σχέση με τις Ταξιαρχίες. Δεν αντιλαμβανόταν πως ο πληθυντικός και πολύμορφος χαρακτήρας του κινήματος δεν είχε τίποτε κοινό με την απλουστευτική και ισοπεδωτική μορφή της ταξικής πάλης που προέβαλε η ένοπλη τρομοκρατία, αλλά παρήγαγε μέσα από τη δράση του και την επανερμηνεία των συνθηκών και του κόσμου “λέξεις που γίνονται σώμα”, όπως θα έλεγε και ο Πάολο Βίρνο – ένα από τα θύματα της εποχής εκείνης. Και προπαντός, δεν μπορούσε να διακρίνει, μέσα από την απλούστευση του “Αριστερός=τρομοκράτης” (επίδοξος, οπαδός, ή ενεργός), πως εκείνο που και θεωρητικά και πρακτικά επεδίωκε το αυτόνομο τούτο κίνημα, ήταν η διεκδίκηση μέσα από τα αποκαθαρμένα από τον γραφειοκρατισμό και τις απλές μισθολογικές αξιώσεις συνδικάτα και την πολιτική χειραφέτηση των υποτελών τάξεων από την αρτηριοσκληρωτική διόδευση των αγώνων τους από τα κόμματα, να φέρει μία πραγματική κοινωνική αλλαγή, διαβάζοντας σωστά τις αλλαγές του παραγωγικού μοντέλου (γνωσιακοί εργάτες, αυτοματοποίηση-ρομποτοποίηση, μεταφορντισμός, “μετανάστευση επιχειρήσεων” σε “μισθολογικούς παραδείσους”).

Η περιπέτεια τόσων ανθρώπων της Αυτονομίας, μία ολάκερη γενιά σχεδόν, δημιουργικών και δυναμικών ατόμων, που έληξε περί το 1987 με την τελειωτική διάψευση του χαλκευμένου “Θεωρήματος” υπήρξε ένα μάθημα για κάθε αυτόνομο κίνημα, που θα πρέπει διαρκώς να την ερμηνεύει. Έδειξε ποια πρέπει να είναι η στάση του κινήματος και εν γένει των υποτελών τάξεων απέναντι στους “αστικούς” δημοκρατικούς θεσμούς, που αποτελούν την αποκρυστάλλωση της οργανωμένης μεθόδου για την πολιτική αναπαραγωγή του συστήματος και εδραιώνουν την αναγκαστική συναίνεση των πολιτών στην εκμετάλλευσή τους και κυρίως το πώς θα πρέπει διαρκώς να θέτει το ερώτημα για τη “σωστή χρήση” των θεσμών αυτών, όπως τέθηκε στις τοτινές δίκες-παρωδία.

Κυρίως κατέδειξαν το τι μπορεί να επιτύχει με αυτήν την διαρκή επίκληση à la Καρλ Σμιτ της “κατάστασης εξαίρεσης” ο κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός, όταν θέλει να καταπνίξει τις όποιες οργανωμένες, ή αυθόρμητες, εξάρσεις της λαϊκής δυσαρέσκειας – τα γεγονότα τόσο πριν την κρίση (Γένοβα, Σιάτλ κλπ), όσο και κατά τη διάρκειά της, με τη χώρα μας να το βιώνει αναμφισβήτητα (ποιος θα ξεχάσει την ομοβροντία αστυνομίας, θεσμικών κομμάτων, Τύπου, απέναντι στην έκφραση της πολιτικής ανάγκης του πλήθους στους ελληνικούς δρόμους;). Η μνήμη είναι απαραίτητο εργαλείο για την εκπόνηση των συμπερασμάτων από την εμπειρία και του σχεδίου δράσης για το μέλλον.

Σε τέτοια ζητήματα πολιτικής δράσης, όπως λέει και ο Τόνι Νέγκρι στο ίδιο άρθρο του Metropoli: “Εκείνο που με ενδιαφέρει το λοιπόν είναι η έλλειψη μνήμης. Πως δύναται να υπάρξει ένα επαναστατικό γνώθι (και υπάρχει) και μία θεωρία για τη γνώση σε τούτο το έδαφος (μία θεωρία που να είναι και πραγματώσιμη) έξω από την ιστορική μνήμη του κινήματος, ανεξάρτητα από τη συνέχειά του και τις ρωγμές του και από τα προβλήματά του; Η έλλειψη μνήμης: την θέτω ως πρόβλημα”.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Επίσημη ενημέρωση από την κυβέρνηση για τη συνάντηση Δένδια-Τσαβούσογλου περιμένει το ΚΙΝΑΛ

Θέλει και λίγο σόου το στραπάτσο

ΣΥΡΙΖΑ: Ορθή η κίνηση Δένδια αλλά δεν αναπληρώνει το κενό στρατηγικής

Ά. Γεωργιάδης: Όποιος αμφισβητήσει τη Συμφωνία των Πρεσπών δωρίζει το όνομα Μακεδονία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα