ΑΘΗΝΑ
12:29
|
13.04.2024
Τριανταδύο χρόνια από το θάνατο ενός από τους σπουδαιότερους ερμηνευτές του λαϊκού μας τραγουδιού.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

«Είμαστε λαός πονεμένος. Βάσανα, στερήσεις, προσφυγιά, μετανάστευση. Έχουμε περάσει πολλά. Ποιος τα αρνείται όλα αυτά;»

Τον Απρίλιο του 1939, ένα καραβάνι τσιγγάνων καταλήγει στον Άγιο Αθανάσιο Δράμας. Εκεί, στον τσιγγάνικο καταυλισμό, μέσα σε ένα τσαντίρι, τη 2η του Απρίλη, γεννιέται ένα αγόρι που έμελλε να γράψει τη δική του συνταρακτική ιστορία στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Είναι ο πρωτότοκος γιος του Ηλιακού Αγγελόπουλου και της 20χρονης Ερασμίας, ο Μανώλης. Αργότερα, απέκτησε έναν αδελφό, τον Λευτέρη.

Ακολούθησε βίος πολυτάραχος, διαδρομή σπουδαία, ανεξίτηλη πορεία στο λαϊκό τραγούδι, με την μπάσα βαθιά μοναδική φωνή του, με τις ανεπανάληπτες ερμηνείες του. Αγάπησε και αγαπήθηκε, από τον κόσμο, όσο κανείς, μα αντιμετώπισε και συντριπτικό ρατσισμό. Τα τραγούδια του τραγουδιούνται και ακούγονται μέχρι σήμερα και για πάντα. Έφυγε όμως νωρίς, τον Απρίλιο του ’89, σε ηλικία μόλις 49 ετών. Και έζησε μια ζωή όχι συνηθισμένη, γεμάτη πόνο και αγάπη, μα πάνω απ’ όλα τίμησε και ύψωσε στο μέγιστο βαθμό το λαϊκό τραγούδι.

Τον είπαν «βασιλιά των τσιγγάνων». Τον αποκάλεσαν «άρχοντα». Ο Μανώλης Αγγελόπουλος ήταν και παραμένει ακόμα και σήμερα μια από τις γνησιότερες λαϊκές φωνές. Έζησε μια δύσκολη και οδυνηρή ζωή που όμως του χάρισε απλόχερα την επιτυχία και του διασφάλισε μια θέση στο Πάνθεον των μεγίστων ερμηνευτών του λαϊκού τραγουδιού

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ήταν υπερήφανος για τη φυλή του και αυτό ακριβώς, μαζί με τις επιλογές του, τον έθετε στο μεταίχμιο δύο κόσμων, οι οποίοι δεν έπαψαν ποτέ να συγκρούονται.

Ο ίδιος θυμάται: «Μικρός ζούσα στα τσαντίρια. Η οικογένειά μου είχε δικό της κάρο δύο ίππων. Το χειμώνα έκανε κρύο φοβερό και ενώ η βροχή έμπαινε απ’ το τρύπιο τσαρδί, ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι. Να σου πω την αλήθεια, αδελφέ, δεν μου κακοφαίνεται που με λένε Γύφτο. Γύφτος είμαι. Τσιγγάνος. Έπειτα έχω και τέσσερα ονόματα. Γύφτος, Τσιγγάνος, Μανώλης και Αγγελόπουλος. Τώρα τελευταίως με γράφουν και βαρώνο, γιατί έχω κάνει και βαρώνικη μουσική. Όχι βέβαια για τους βαρώνους, αλλά για τον κοσμάκη. Εμένα η μουσική ήταν στο αίμα μου. Δεν έχεις ακούσει τι λένε για μας; Τραγουδάμε απ’ τις φασκιές. Τα τελευταία που βγαίνουν δεν τα καταλαβαίνω, ρε αδελφέ. Τα κουλτουρέϊκα εννοώ. Εμένα μ’ αρέσει το τραγούδι να’ναι κεφατλίδικο, για να περνάει στο λαό».

Η οικογένεια του μικρού Μανώλη γυρίζει σχεδόν όλη την Ελλάδα με τροχόσπιτο και καταλήγει να εγκατασταθεί στην Αγία Βαρβάρα, στο Αιγάλεω. Εκεί μεγαλώνει και αρχίζει να βοηθάει τον πατέρα του, που ήταν πλανόδιος πωλητής. Κρατάει το μικρόφωνο και διαλαλεί την πραμάτεια του πατέρα του, που φεύγει από τη ζωή όταν ο μετέπειτα «βασιλιάς των τσιγγάνων» ήταν μόλις 13 ετών.

Αναγκάζεται να κάνει ένα σωρό δουλειές του ποδαριού, να βγει στη σκληρή βιοπάλη (λούστρος, σιδεράς, γυρολόγος, πωλητής χαλιών, δουλεύοντας, επίσης, σε διάφορα κέντρα διασκέδασης της Αγίας Βαρβάρας και των Πετραλώνων…). Το μικρόφωνο, ωστόσο, δεν το άφηνε ποτέ από τα χέρια του, πάντοτε με το τραγούδι στα χείλη. Μόλις στα δεκαεφτά του χρόνια μπαίνει επαγγελματικά στο χώρο του τραγουδιού με την ενθάρρυνση και τη βοήθεια του ξαδέλφου του, Ανέστου Αθανασίου, ο οποίος έπαιζε μπουζούκι στην ορχήστρα του Στέλιου Καζαντζίδη.

Η επαγγελματική ενασχόληση με το τραγούδι

Να ασχοληθεί με το τραγούδι τον παρότρυνε, επίσης, και ο σπουδαίος συνθέτης Θόδωρος Δερβενιώτης. Η ιδέα του άρεσε. Είχε μεράκι με το τραγούδι. Τον συγκινούσε, ακόμα, η ανατολίτικη μουσική. Ένας τραγουδιστής και κιθαρίστας, της εποχής εκείνης, ο Γιάννης Πολίτης, τον πήγε στη σχολή του λαϊκού συνθέτη Θόδωρου Δερβενιώτη. Τον άκουσαν, και άρεσε πάρα πολύ η φωνή του. Τον πήγε στο στούντιο της Columbia, στη Ριζούπολη, για την πρώτη ακρόαση.

Ο μαέστρος, Δερβενιώτης, μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή παραγωγής, Νίκανδρου Μηλιόπουλου. Ο Αγγελόπουλος, περίμενε απ’ έξω. Τότε άκουσε τον παράγοντα της εταιρείας να λέει: «Τι τον θέλεις, μωρέ Θόδωρε, αυτόν τον γύφτο και μου τον κουβαλάς εδώ μέσα; Διώξ’ τον αμέσως…». Ο Δερβενιώτης, όμως, επέμενε και η ακρόαση έγινε. Όταν άκουσαν τη φωνή του, ζήτησαν και μια δεύτερη δοκιμή. Αυτό ήταν, άλλαξαν γνώμη.

Το «Διώξε τον γύφτο από εδώ», δεν το ξέχασε ποτέ.

Στα τέλη του 1956, ο Αγγελόπουλος ξεκίνησε να τραγουδά σε λαϊκό κέντρο στο Χαϊδάρι. Το όνομα του κέντρου ήταν «Απόψε φίλα με». Εκεί, συνεργάστηκε με τεράστια ονόματα, όπως η Σωτηρία Μπέλλου, ο Άκης Πάνου, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης και ο Στράτος Παγιουμτζής.
«Άρεσαν οι πρώτες εμφανίσεις μου στο κέντρο», θα πει. «Μου έδειξαν αγάπη και εμπιστοσύνη οι συνάδελφοί μου. Αλλά, ταυτόχρονα με την πρώτη μου μεγάλη χαρά, ήρθε και η πρώτη απογοήτευση. Τόσο νωρίς».

Ύστερα από λίγο, δηλαδή, στις αρχές του 1957, ηχογράφησε το πρώτο του δισκάκι, 78 στροφών, με ένα τραγούδι του Θόδωρου Δερβενιώτη και του Τόλη Εσδρά: «Τρέξε στα τσαντίρια μάνα», που δε σημείωσε καμία επιτυχία.

«Δεν πήγε καθόλου καλά αυτός ο δίσκος, και αυτή ήταν η μεγάλη μου απογοήτευση. Ενάμιση χρόνο αργότερα ήρθε η μεγάλη επιτυχία, με τον δίσκο των 45 στροφών. Τραγούδησα την «Μαγκάλα», του Στράτου Ατταλίδη, που συναγωνιζόταν την «Μαντουμπάλα», του Στέλιου Καζαντζίδη. Οι σκοποί που τραγουδούσα έμοιαζαν με ανατολίτικους». Πράγματι, η ηχογράφηση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, το πρώτο αναπάντεχα μεγάλο σουξέ, που θα άνοιγε στον Μανώλη Αγγελόπουλο το δρόμο για τη δόξα και τη λάμψη. Η «Μαγκάλα», λοιπόν, ήταν μια πανέμορφη Αιγύπτια ηθοποιός, και τραγουδούσε σε ταινίες. Η εμφάνιση και η προσωπικότητά της ήλκυσε ιδιαίτερα τον Μανώλη Αγγελόπουλο, που την τραγούδησε με τόσο πάθος. Πούλησε 100.000 δίσκους και αποτέλεσε, ανταγωνιζόμενη τη «Μαντουμπάλα» και σε πωλήσεις και σε ακροάσεις. Η λαμπρή διαδρομή του Μανώλη Αγγελόπουλου μόλις ξεκινούσε.

Η καθιέρωση στο μουσικό στερέωμα

Μετά την «Μαγκάλα», ακολούθησαν πολλά τραγούδια που έστρωσαν το δρόμο του Μανώλη Αγγελόπουλου, στο λαϊκό κλασικό τραγούδι. Έγινε πρώτο όνομα.

Κατά τη δεκαετία του 1960, ήταν πια ευρύτερα γνωστός στους χώρους της λαϊκής μουσικής. Τραγουδούσε, κυρίως, για τον προσφυγικό ελληνισμό, τον έρωτα και για εξωτικά μέρη. Η μουσική των τραγουδιών του ήταν ιδιαίτερη, καθώς είχε επιρροές από την ελληνική λαϊκή και την αραβική μουσική. Κυρίαρχη παρουσία, στα τραγούδια του, κατείχε το τσιφτετέλι. Την ίδια δεκαετία, συνεργάστηκε με σπουδαία ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιώργος Μητσάκης, ενώ εμφανιζόταν στο πλάι τραγουδιστών όπως η Γιώτα Λύδια και ο Σπύρος Ζαγοραίος. Οι δίσκοι του σημείωναν αδιανόητη επιτυχία. Πολλοί υποστήριζαν ότι απειλούσε την πρωτοκαθεδρία του Στέλιου Καζαντζίδη στο λαϊκό στερέωμα της εποχής. Έδινε συναυλίες, σε όλες τις χώρες, όπου υπάρχουν Έλληνες μετανάστες. Αμερική, Αυστραλία, Καναδάς, Δυτική (τότε) Γερμανία. Εκατοντάδες εμφανίσεις. Δόξα, χρήματα, ιστορία που γραφόταν στα λαϊκά, για τον Τσιγγάνο. Εμφανίσεις σε μεγάλα θέατρα της Αθήνας, σε επιθεωρήσεις. Στο «Περοκέ», με τις Αδελφές Καλουτά, τον Ορέστη Μακρή, κα. Συμμετοχή σε δεκάδες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Εκατοντάδες δίσκοι με δύο μεγάλα σουξέ, του Απόστολου Καλδάρα, το 1974: «Η μάνα μου η Γκρέκα και η μάνα μου η Τούρκα», του Δημήτρη Μηλιού.

Όμως, ο Αγγελόπουλος, αντιμετώπιζε παράλληλα και τον ρατσισμό, λόγω της καταγωγής του. Η μουσική του, πολλές φορές, βρισκόταν στο στόχαστρο φορέων του συντηρητικού κατεστημένου της μετεμφυλιακής Ελλάδος. Κυρίως, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιούσαν σκληρούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπό του και τη μουσική του. Η λάσπη εξαπολυόταν με τους χαρακτηρισμούς, προς το πρόσωπό του: «τουρκόγυφτος», «γυφτοτσιφτετελάς», «ινδορεμπέτικα», «μουσική ρύπανση» (τα δύο τελευταία αφορούσαν τη μουσική του). Δεν τον ένοιαζε. Από την αρχή της διαδρομής του υποστήριζε και δήλωνε περήφανος για την καταγωγή του, ως Έλληνας Ρομά.

Ο απλός λαός αγνοούσε την κρατική λογοκρισία. Στα μαγαζιά που εμφανιζόταν συνέβαινε το αδιαχώρητο, ενώ οι πωλήσεις των δίσκων του ήταν πάρα πολύ ψηλά. Ο κόσμος ήξερε τα τραγούδια του αλλά δε μπορούσε να τα ακούσει στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Ο ίδιος, εξέφρασε μόνο ένα μεγάλο παράπονο: «Θεωρώ παράλειψη ότι δεν μου έδωσαν να τραγουδήσω Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Λοΐζο, Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο, Λεοντή, Μούτση, που η μουσική τους ταιριάζει σαν «κλειδί» στην φωνή μου. Πάντα είχα αυτό το παράπονο, αλλά πάντα ήλπιζα ότι θα ερχόταν η στιγμή για να πω τέτοια τραγούδια».
Η «χρυσή κόντρα», ο μεγάλος συναγωνισμός ανάμεσα στον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Μανώλη Αγγελόπουλο, ξαναρχίζει, μετά από τριάντα χρόνια. Έτσι, μετά τον Στέλιο που έκανε ένα νέο δίσκο, τον «Ελεύθερο», κυκλοφόρησε ήδη και ο δίσκος του Αγγελόπουλου, «Είμαι Έλληνας». Ίσως δεν είναι τυχαία η επανάληψη της «χρυσής κόντρας» που μπορούσε να βοηθήσει το γνήσιο λαϊκό τραγούδι και να το προστατεύσει από τον φτηνό λαϊκισμό και την εμπορικότητα. Η άμιλλα πριν από τριάντα χρόνια ανάμεσα στον Καζαντζίδη και τον Αγγελόπουλο, γινόταν πάντοτε σε πολιτισμένα πλαίσια. Χωρίς ανταλλαγή χαρακτηρισμών, κτλ. Άλλωστε, οι δύο «αντίπαλοι», είχαν κάτι κοινό: ήταν κουμπάροι. Ο Στέλιος είχε βαφτίσει την κόρη του Μανώλη, τη Μαριώ.

Σε αφήγησή του, μονολογεί, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα, το ταμπεραμέντο του, και τη φυλή του. Ιστορεί τις δύσκολες μέρες, τα δύσκολα παιδικά χρόνια: «Οι Τσιγγάνοι ζουν, τραγουδούν και πεθαίνουν από αγάπη. Είναι άνθρωποι με βαθιά και αληθινά αισθήματα, που δεν τα κρύβουν, δεν τα κρατούν μέσα τους. Τα εκδηλώνουν. Οι Τσιγγάνοι είναι πονεμένοι άνθρωποι. Σέρνουν μαζί τους μια ιστορία αιώνων, καταβολές και βιώματα. Ζουν κυνηγημένοι, μες στη φτώχεια, τη μιζέρια και την εξαθλίωση. Με την αβεβαιότητα του αύριο. Περιπλανώμενοι εδώ κι εκεί. Έτσι ξεκίνησα κι εγώ. Περιπλανώμενος. Στα έντεκά μου χρόνια. Μικρό Τσιγγανάκι με πήραν στη Λαχαναγορά. Στην οδό Βουτάδων. Ξεφόρτωνα καρπούζια. Σκληρή δουλειά. Αλλά το μεροκάματο έβγαινε. Βοηθούσα την οικογένειά μου. Την άλλη χρονιά, κλείνοντας τα δώδεκα, γυρνούσα στις γειτονιές και δούλευα γανωτζής. Γάνωνα κατσαρόλες, ταψιά και τεντζερέδες. Στα δεκατρία μου άλλαξα επάγγελμα. Έγινα στιλβωτής. Μα και αυτό δεν κράτησε πολύ. Με συγκινούσαν και μου άρεσαν οι μεγαλύτερες περιπλανήσεις. Γι’ αυτό, όταν έγινα πια δεκαπέντε χρονών, πήρα στους ώμους τα κιλίμια και τα χαλιά και γύριζα στους δρόμους, στις γειτονιές της Αθήνας. Πλούσιες και φτωχές. Διαλαλούσα την πραμάτεια μου και τραγουδούσα. Η φωνή μου φαίνεται πως άρεσε. Κοπέλες έβγαιναν στα παράθυρά τους και με γλυκοκοιτούσαν. Το ίδιο κι εγώ. Κι έτσι, πολλές φορές, πούλησα παραπάνω κιλίμια. Τραγουδούσα τραγούδια πονεμένα του Καζαντζίδη. Τραγούδια ερωτικά, της φτώχειας και της ξενιτιάς. Ερωτευόμουν εύκολα. Μου άρεσαν οι κοπέλες. Εμείς οι Τσιγγάνοι αγαπάμε και πεθαίνουμε από αγάπη. Εμείς οι Τσιγγάνοι υιοθετούμε την αγάπη σαν έκτη αίσθηση. Γι’ αυτό, πολλές φορές, φτάνουμε και στο πιστολίδι. Γίνονται εγκλήματα για την αγάπη των Τσιγγάνων».

Από τη μια, η συντηρητική-και πολλές φορές με την ελιτίστικη συμπεριφορά μιας μειοψηφίας- ελληνική κοινωνία, με κύριους εκφραστές μερίδα των ΜΜΕ αλλά και εκείνους, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους και όρθωναν συνεχώς εμπόδια στην καριέρα του «γύφτου». Από την άλλη, η ίδια του η φυλή και οι δικοί του άνθρωποι που, όσο κι αν τον αγαπούσαν, όσο κι αν τον λάτρευαν σαν θεό, επιχείρησαν να σταθούν και οι ίδιοι εμπόδιο στην ευτυχία του αφού αγάπησε και παντρεύτηκε μια «μπαλαμή».
Όσο κι αν φαίνεται περίεργο και παράδοξο ο σπουδαίος αυτός λαϊκός τραγουδιστής έπεσε θύμα ενός «αντίρροπου» κοινωνικού ρατσισμού. Ο ίδιος, ωστόσο, στάθηκε με πείσμα και ηθικό ανάστημα, ανάμεσά τους, υπερασπιζόμενος τις επιλογές του μέχρι τέλους.

Ο σφοδρός έρωτας με την Αννούλα Βασιλείου

Μια μέρα, βρισκόταν στην Κολούμπια προκειμένου να ηχογραφήσει τα νέα του τραγούδια. Συγκεκριμένα, το «Νάνι νάνι μες στην αγκαλιά σου», του Γιώργου Μητσάκη. Σε κάποιο διάλειμμα, βγαίνοντας από το στούντιο, συνάντησε δυο νεαρά κορίτσια, την Αννούλα Βασιλείου, και την πρώτη της εξαδέλφη. Είχε πάει στην Κολούμπια για μία ακρόαση και η εξαδέλφη της την συνόδευε. Η ματιά του «κάρφωσε» την όμορφη (δεκαπεντάχρονη τότε) ψηλή, ξανθιά, που τον έκανε ν’ αναρριγήσει: «Τι κάνουν τα κοριτσάκια εδώ; Εσύ μικρή, με τα τιγρίσια μάτια, θέλεις ένα κονιάκ;», είπε, απευθυνόμενος στην Αννούλα. Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε με την Αννούλα Βασιλείου, την οποία ερωτεύτηκε σφοδρά, παθιασμένα και κεραυνοβόλα. Εκείνη του ζήτησε αυτόγραφο, και εκείνος της είπε να τον περιμένει, για να φύγουν μαζί. Με μια καφετί Μερσέντες, λοιπόν, με οδηγό, και στο πίσω κάθισμα, ο Μανώλης με την Αννούλα, έφτασαν στον Κολωνό, όπου βρισκόταν το σπίτι της Άννας. Αμέσως μίλησε στη μητέρα της, προκειμένου να ζητήσει την άδειά της για να βγουν μαζί βόλτα.

Σε λίγες ημέρες, ο Μανώλης Αγγελόπουλος και η Αννούλα Βασιλείου, τραγουδούσαν ντουέτο στο «Ροσινιόλ», στις Τρεις Γέφυρες, ένα λαϊκό κέντρο που σημάδεψε με τις εμφανίσεις του. Κι ενώ οι δυο τους έχουν γίνει πια ζευγάρι, στη ζωή και στο τραγούδι, υπάρχουν αντιδράσεις και από τις δύο πλευρές. Ούτε η οικογένεια Βασιλείου επιθυμούσε αυτόν τον γάμο, αλλά πολύ περισσότερο οι Τσιγγάνοι δεν ήθελαν για νύφη την όμορφη ξανθιά που δεν ήταν ομόφυλή τους. Αυτός ο δεσμός πέρασε «διά πυρός και σιδήρου», με επεισόδια που έφτασαν και στους πυροβολισμούς στον αέρα, από τον Αγγελόπουλο.

Εκείνη που αντέδρασε πιο έντονα ήταν τελικά η μητέρα του, Ερασμία, η οποία ήταν γενικότερα αυστηρή και δυναμική γυναίκα, ενώ εκτελούσε και χρέη μάνατζερ του Αγγελόπουλου. Όταν είδε την μέλλουσα νύφη της και διαπίστωσε πως είναι μπαλαμή εξοργίστηκε και άρχισε να βρίζει. Ο Αγγελόπουλος πληγώθηκε αλλά δεν έκανε βήμα πίσω. Οι τσακωμοί με την μητέρα του ήταν σχεδόν καθημερινοί. Σε έναν από αυτούς τράβηξε μια μπουνιά σε ένα τζάμι με αποτέλεσμα να κόψει το χέρι του. Από τότε, -όπως λένε οι φίλοι του-, δεν ξαναφόρεσε κοντό μανίκι.

Η κ. Ερασμία, ωστόσο, ήταν ανυποχώρητη. Δεν λύγισε ούτε όταν ο Αγγελόπουλος τραγούδησε το «μάνα μου, γλυκιά μανούλα, αγαπάω την Αννούλα», ένα τραγούδι που έγινε τρομερή επιτυχία, σε μουσική του Θόδωρου Δερβενιώτη και στίχους του Κώστα Βίρβου. Εκτός από την μητέρα του, αντιδράσεις υπήρχαν και από πολλούς Τσιγγάνους, που πλησίαζαν την «μπαλαμή» για της ζητήσουν να φύγει από τη ζωή του δικού τους τραγουδιστή. Και όχι πάντα με ευγενικό τρόπο.

Το ζευγάρι συνέχισε να ζει μαζί, παρά της αντιδράσεις, πλην όμως ανύπαντρο λόγω της μη συγκατάθεσης της Ερασμίας. Η Αννούλα έμεινε έγκυος, στη συνέχεια, και το ζευγάρι αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στον Καναδά. Στο Μόντρεαλ, γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος τους, ο Ηλίας. Έτσι, το ζευγάρι επέστρεψε στην Ελλάδα. Ούτε, όμως, το εγγόνι συγκίνησε τη σκληρή Ερασμία, έτσι ώστε να κάμψει κάπως τις αντιστάσεις και τις αντιρρήσεις της γι’ αυτόν τον δεσμό. Ο Αγγελόπουλος, πιστός στις παραδόσεις της φυλής του, (αφού είχε σχέση με μια μπαλαμή), έφυγε από την Αγία Βαρβάρα και εγκαταστάθηκε, με την οικογένεια του, στη Νέα Σμύρνη. Λίγο αργότερα, η Άννα Βασιλείου θα έφερνε στον κόσμο και τον δεύτερο γιο τους, τον Στάθη.

Το 1966, τελικά, ο Μανώλης και η Αννούλα αποφάσισαν να παντρευτούν, με «παρανυφάκια» τα δύο τους παιδιά. Στο γάμο τους, έγινε το αδιαχώρητο. Πλήθος απλού κόσμου συνέρρευσε αλλά και πρόσωπα από ολόκληρο το καλλιτεχνικό στερέωμα. Στην τελετή, παρευρέθη και η μητέρα του, Ερασμία, όχι για να ευχηθεί, ούτε για να καμαρώσει το γιο της γαμπρό, αλλά για να καταραστεί τη νύφη της λέγοντας: «εγώ, εσένα, θα σε χωρίσω». 

Το ζευγάρι έζησε μαζί για 13 χρόνια. Απέκτησαν ένα ακόμα παιδί. Τη Μαρία, την οποία βάπτισε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Έζησαν ευτυχισμένοι και ο Μανώλης με την Αννούλα έκαναν μαζί πολλές συνεργασίες και στο τραγούδι.

Όμως, η κατάρα της κ. Ερασμίας, δυστυχώς, έπιασε τόπο και βγήκε αληθινή. Έτσι, το 1979, χωρίζουν οριστικά. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τον πραγματικό λόγο του διαζυγίου. Η Αννούλα Βασιλείου, δεν αποκάλυψε ποτέ το τι πραγματικά συνέβη, αν και σε παλαιότερη συνέντευξή της, είχε αφήσει να εννοηθεί πως ένα τρίτο πρόσωπο μπήκε ανάμεσά τους. «Μπήκε ο διάβολος μέσα μας. Έπεσα στα πόδια του για να μη χωρίσουμε. Αγκάλιασα τα πόδια του και του είπα: «Μανώλη μου, δεν θέλω να χωρίσουμε». Αλλά, δεν ήταν το τυχερό μας», είχε πει.

Ένας άλλος λόγος φέρεται να είναι η μάνα του Αγγελόπουλου, η οποία, μέχρι που πέθανε, ποτέ δεν σταμάτησε να εκφράζει με έντονο και επιθετικό τρόπο την αντίθεσή της. «Και τα δεκατρία χρόνια που έμεινα με τον Μανώλη η μάνα του δεν αγκάλιασε πότε τα παιδιά μου», είχε αναφέρει, η Αννούλα Βασιλείου, στην ίδια συνέντευξη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αγγελόπουλος ήταν παντρεμένος με την τραγουδίστρια Κωνσταντίνα.

Οι χρυσές δεκαετίες

Οι δεκαετίες του 1970 και του 1980 θα ήταν εκείνες, κατά τις οποίες ο Μανώλης Αγγελόπουλος θα μεσουρανούσε και θα βρισκόταν στο απόλυτο απόγειο της καριέρας του. Η καταξίωσή του θα έρθει στις 19 και 20 Ιουνίου του 1983, με τις δύο συναυλίες του στο Θέατρο του Λυκαβηττού, όπου παρευρέθηκε πλήθος κόσμου και καλλιτεχνών. Το θέατρο γεμίζει ασφυκτικά, και στήνονται αναρίθμητα γλέντια, δίχως προηγούμενο.

Και ενώ φαίνεται πως, πλέον, η ελληνική κοινωνία ήταν λιγότερο συντηρητική απ’ ό,τι στο παρελθόν, όπως και οι κυβερνώντες, οπότε και ο Αγγελόπουλος ήταν πιο αποδεκτός, το γεγονός ότι η συναυλία μεταδόθηκε από την ΕΡΤ, έγινε η αφορμή για να έρθει αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή επίθεση, για την προέλευση της μουσικής του, τόσο, όσο και κυρίως για την καταγωγή του. Μερίδα του δημοσιογραφικού και «πνευματικού» κόσμου τον χαρακτήρισε «τουρκόγυφτο» και «τσιφτετελιστή», ενώ ορισμένοι έφτασαν στο σημείο να αναφέρουν πως ο Αγγελόπουλος «γέμισε τσαντίρια τον λόφο». Ο ίδιος, ωστόσο, ουδέποτε θέλησε να απαντήσει σε όλα αυτά. Στάθηκε με αξιοπρέπεια και τιμή, αποδεικνύοντας, σε κάθε περίπτωση, πως καμία κακοήθεια, δεν μπορούσε ν’ αγγίξει την καθαρή κι ελεύθερη ψυχή του.

Το τσιγγάνικο ταμπεραμέντο του Μανώλη Αγγελόπουλου

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, εκτός από μεγάλος τραγουδιστής, ήταν, και ως χαρακτήρας και προσωπικότητα, μια κατηγορία μόνος του. Αυθόρμητος, όπως υπήρξε, συνήθιζε να βγάζει τα «χούγια» του ακόμα και πάνω στην πίστα. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα του αυθορμητισμού και του εκκεντρικού χαρακτήρα του είναι το γεγονός πως κάποτε κόντεψε να πυροβολήσει, πάνω σε καυγά, τον τραγουδιστή Σπύρο Ζαγοραίο, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο Αγγελόπουλος, ο Ζαγοραίος και η Μαριάννα Κληματιανού, τραγουδούσαν μαζί στο κέντρο «Μαντουβάλα» της οδού Αθηνάς. Οι φήμες λένε πως, μετά το πέρας του προγράμματος, λόγω φιλοφρονήσεων της Κληματιανού, προς τον Ζαγοραίο, ο Αγγελόπουλος θίχτηκε, φιλονίκησαν, και ο τελευταίος τράβηξε περίστροφο και πυροβόλησε στον αέρα, με τον Ζαγοραίο να απομακρύνεται εγκαίρως. Ο Αγγελόπουλος, συνελήφθη από τις αρχές, με την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας, οπλοκατοχή και οπλοχρησία. Κατέθεσε πως, δε θα σκότωνε κανέναν, αλλά πυροβόλησε, αστειευόμενος, για γούστο… Ο εισαγγελέας του δήλωσε:
«Αυτά θα συνέβαιναν μεταξύ σας, εδώ, όμως, όπως βλέπεις δεν έχουμε να κάνουμε με τσιγγάνους. Οι Χριστιανοί συντραγουδισταί σου, δεν έχουν συνηθίσει σε τέτοιου είδους αστεία και είναι πολύ φυσικό να καταγγείλουν ότι ηθέλησες να τους εξαποστείλης εις τον άλλον κόσμο, διότι, εκ της φιλοφρονήσεως, εθεώρησες τον εαυτό σου θιγέντα, επαγγελματικώς».

Παρ’ όλα αυτά, οι τραγουδιστές συμφιλιώθηκαν, το θέμα θεωρήθηκε λήξαν, και η υπόθεση δεν πήρε περαιτέρω το δρόμο της δικαιοσύνης.

Πάλι, όταν το 1986, συνελήφθη, μαζί με αρκετά άλλα άτομα και οδηγήθηκε στο αυτόφωρο, κατά την κατάθεσή του στις αρχές, δήλωνε: «Τι κάναμε δηλαδή; Ζάρια παίζαμε! Τι ρεμπέτες είμαστε; Τι θέλετε να παίζαμε Μπριτζ και Κουμ-Κάν

±

«Μια μολυβιά που σβήνει…»

Το 1988, όταν συνεργάζεται ξανά με την Columbia για το δισκογραφικό άλμπουμ «Έλληνας Είμαι», του προτείνουν να ηχογραφήσει το ζεϊμπέκικο «Μολυβιά», σε στίχουςτου Ανδρέα Σπυρόπουλου και σε μουσική του Λευτέρη Ζέρβα. Το τραγούδι, μιλούσε για τον θάνατο, και ο Αγγελόπουλος, ως προληπτικός, αρνούνταν να το ερμηνεύσει. Το θεωρούσε, όπως έλεγε και ο ίδιος, «γρουσούζικο». Τελικά, μετά από πολλές συζητήσεις, δέχτηκε να το τραγουδήσει. Η Μολυβιά, σημείωσε τεράστια επιτυχία, και ακούγεται μέχρι σήμερα, με την ίδια απαράμιλλη «ένταση». Έμελλε, όμως, να είναι όντως το κύκνειο άσμα του «Βασιλιά των Τσιγγάνων».

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, έφυγε ξαφνικά και τόσο νωρίς, στις 2 Απριλίου του 1989. Βρισκόταν σε νοσοκομείο του Λονδίνου, μια εβδομάδα προτού εορτάσει τα πεντηκοστά του γενέθλια. Ο θάνατός του, προήλθε από επιπλοκές, μετά από το χειρουργείο του τριπλού μπάι-πας, στο οποίο είχε υποβληθεί την 14η Ιανουαρίου του 1989.

Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών, στη Νίκαια, όπου έγινε το αδιαχώρητο. Συνέρρευσαν για το τελευταίο αντίο πάνω από 100.000 άνθρωποι. Όλοι, συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες, τον αποχαιρέτησαν με τον δέοντα σεβασμό και τις τιμές που άξιζαν στον «Βασιλιά των Τσιγγάνων», και μουσικά, όπως ήταν η επιθυμία του, ο Βασίλης Σαλέας με τον Λευτέρη Ζέρβα.

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος είναι σύμβολο, είναι ταυτότητα, η υπογραφή και η σφραγίδα του γνήσιου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο διωκόμενος από κάθε καθεστηκυία συνθήκη, ο φυγάς και ο πρόσφυγας, ο νομάς, ο ελεύθερος, ο αγωνιστής, ο αυθεντικός, ο πονεμένος, αυτός που μπορείς να στηριχθείς πάνω του που έχει λόγο τιμής και μπέσα. Ό,τι δηλαδή υπάρχει και ορίζει το λαϊκό τραγούδι. Ένας ήλιος, ο Άτλας που σηκώνει όλον τον ασήκωτο πόνο, τα τραύματα και τη συντριβή μας. Όλον τον ουρανό, αλλά όχι ως τιμωρία. Γιατί ο ίδιος είναι Ουρανός.

Πολλά από τα λαϊκά ποιήματα που γράφω βασίζονται στην προσωπικότητα και το ταμπεραμέντο του Μανώλη Αγγελόπουλου των τραγουδιών που τραγούδησε του ερμηνευτικού του τρόπου της συνταρακτικής φωνής του καθώς και της ζωής του όλης. Έχουν κάτι τσιγγάνικο με την έννοια του ελεύθερου στοιχείου που υπάρχει σε αυτά και θα επιθυμούσα με τον ίδιο τρόπο να διαβάζονται δηλαδή όπως ακούμε τα λαϊκά από το ραδιοφωνάκι. Φεύγουν από εκεί αδέσμευτα αφυλάκιστα σαν αέρας πετούν και γίνονται κτήμα όλων των ανθρώπων. Γι’ αυτό όταν ακούω τη λέξη Τιτάνας στο μυαλό μου έρχεται μόνο ο Μανώλης Αγγελόπουλος γιατί στις πλάτες του σήκωσε τον καημό όλου του ελληνικού κόσμου επάνω του ακούμπησαν οι πληγές μας και τις χάιδεψε τις συμπόνεσε και τις γιάτρεψε.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Αστυγραφίες στην Οθόνη στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Νέες ανακαλύψεις στην Πομπηία: Τοιχογραφίες με την Ωραία Ελένη και τον Θεό Απόλλωνα

Εργαστήριο χορού για παιδιά στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

Φρένο Τσιρογιάννη στη δημοπράτηση ελληνικών αγγείων από τον οίκο Christie’s

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα