ΑΘΗΝΑ
00:35
|
17.09.2021
Πρόσχαρoς Zοντερκομάντο αναλαμβάνει το καλωσόρισμα κάτω από την 100% ανακυκλώσιμη επιγραφή “Η πράσινη ανάπτυξη απελευθερώνει”.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ξέρω ένα σταμνί στην Αίγινα

που θα φυλάξει την τελευταία σταγόνα της αιωνιότητας

όταν οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν πια που να την βρουν

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Η στρατιωτική διάνοια του Ρόμελ, του επονομαζόμενου “Αλεπού της Ερήμου”, μπροστά στην αμηχανία του να εντυπώσει σωστά τις ημερήσιες διαταγές στο πολυάριθμο εκστρατευτικό σώμα της Βέρμαχτ που επιχειρούσε στη Βόρεια Αφρική (Afrika Korps), εφάρμοσε την παρακάτω λύση: Σε κάθε συγκέντρωση των επιτελών του επέλεξε να παρίσταται ένας απλός στρατιώτης ο οποίος δεν φημιζόταν για τις νοητικές ικανότητές του. Με το πέρας της παρουσίασής του, απεύθυνε το λόγο στον στρατιώτη αυτόν ρωτώντας τον εάν κατάλαβε το σχέδιο. Η καταφατική ανταπόκριση και η λογική τεκμηρίωση από την πλευρά του στρατιώτη, όριζε το τέλος της συνάντησης των επιτελών. Με τα προβλήματα που δημιουργεί στη λειτουργία ενός διοικητικού μηχανισμού η οριζόντια εμπέδωση του αντικειμενικού στόχου της Ηγεσίας ασχολήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ναζιστής νομικός του δημόσιου δικαίου Ράινχαρτ Χεν. Τα αποτελέσματα της εργασίας του και ο ρόλος της στην δημιουργία του σύγχρονου μάνατζμεντ παρουσιάζει ο ιστορικός Johann Chapoutot στο εξαιρετικό βιβλίο του “Ελεύθερος να υπακούς, το μάνατζμεντ από το ναζισμό μέχρι σήμερα” τη σημαντικότερη, κατά τη γνώμη του γράφοντος, ιστορική μελέτη που εκδόθηκε στην ελληνική το 2020, σε μετάφραση Γιάννη Σιδέρη και επιμέλεια των εκδόσεων “Άγρα”.

Η ελευθερία ως υπακοή

Σε αυτό παρουσιάζεται η διαδρομή του Ράινχαρτ Χεν από τις σημαντικές θέσεις που κατέλαβε στον ναζιστικό μηχανισμό από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, την ανάληψη καθηκόντων διευθυντή το 1953 στη γερμανική εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας, κύρια δεξαμενή σκέψης των βιομηχάνων και στη δημιουργία της περίφημης Σχολής Μπαρτ-Χάρτσμπουργκ. Στο πρόσωπο του Ράινχαρτ Χεν και στην μεταπολεμική του ανάλυση στα ζητήματα διοίκησης του προσωπικού, ανάλυση που εμπνέεται από τη στρατιωτική δυτική ιστορία, πιστώνεται σε σημαντικό βαθμό το γερμανικό μεταπολεμικό “βιομηχανικό θαύμα”.

Σταχυολογώντας τον κορμό της σκέψης του Χεν, η ναζιστική κληρονομιά της ιερότητας της Ηγεσίας και των στόχων που θέτει, παραμένει ακλόνητη. Αυτό που αλλάζει είναι η μετατόπιση στην κάθετη οργανική-οργανωτική αποτύπωση των ηγετικών προτεραιοτήτων. Εκεί ο παραγωγικός γερμανικός μηχανισμός ανακαλύπτει την αξία των μεσαίων στελεχών, στα οποία δίνεται ευελιξία και ελευθερία στους επιλεγόμενους τρόπους επίτευξης των στόχων. Η εργασία λοιπόν του στελεχικού εταιρικού δυναμικού διαπνέεται από μια μεγάλη αντίφαση: από το δυναμικό αυτό απαιτείται πρωτοβουλία και ευελιξία στην υλοποίηση πλήρως ανελαστικών στόχων. Στόχων εμπέδωσης υποταγής.

Πέραν του Κράτους

Το γερμανικό καπιταλιστικό μάνατζμεντ, η διαχείριση ανθρώπων δηλαδή, αναπτύσσεται παράλληλα με την πέραν του Ατλαντικού καπιταλιστική φιλελεύθερη διοίκηση. Με δεσπόζουσα τη φυσιογνωμία του Peter Drucker, του επονομαζόμενου “γκουρού” για τις στρατιές των εκατομμυρίων μάνατζερ που εκπαιδεύονται βάση των συμπερασμάτων του για τη σύγχρονη διοίκηση. (Αξιοπρόσεκτη είναι η χρήση του όρου “γκουρού”, δηλωτική της άνευ όρων υποταγής στα κελεύσματα του δασκάλου). Ο Drucker θα προωθήσει στις μεγάλες βιομηχανικές φίρμες των ΗΠΑ την εξής ιδέα: Σκοπός των εταιρειών δεν είναι η προσήλωση στο μέγιστο κέρδος. Αυτό που σε μακρά κλίμακα επιτρέπει την επιβίωση και ανάπτυξη των εταιρειών είναι η προσήλωση στην ικανοποίηση του καταναλωτή.

Αυτό στο οποίο ταυτίζονται απόλυτα οι δύο σχολές σκέψης και επιτρέπει τη συνάντησή τους, είναι η απέχθεια προς το Κράτος, ως μηχανισμού που εμποδίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας ή και της αγοράς. Το παρακάτω απόσπασμα αποτελεί αντιγραφή από τη σελίδα 51 του προαναφερθέντος βιβλίου, απόσπασμα από το έργο του Ράινχαρτ Χεν, “Οι Μεταστοιχειώσεις της Συνταγματικής Θεωρίας” (1934):

Το Κράτος έπαψε πλέον να αποτελεί την ανώτατη πολιτική οντότητα. (…) Περιορίζεται στην εκπλήρωση στόχων που του ανατίθενται από την ηγεσία για να υπηρετεί την κοινότητα του λαού. Υπό αυτήν την έννοια, δεν είναι τώρα ένα απλό μέσο που μεταχειριζόμαστε και το οποίο συνδέεται παροδικά με στόχους και δράσεις.

Η παραπάνω διατύπωση εφαρμόζει σε μια καταπληκτική εργαλειοποίηση του κράτους, τόσο στο ναζιστικό φαντασιακό της άριας κοινότητας, όσο και στο νεοφιλελεύθερο παράδειγμα μετατόπισης κρατικών αρμοδιοτήτων στην ελεύθερη αγορά. Η εργαλειοποίηση αυτή εμφανίζει κοινούς τύπους:

  • Είναι καπιταλιστική και στον ιστορικό χρόνο του 20ου αιώνα ιδιαίτερα χρήσιμη στις ιμπεριαλιστικές εφορμήσεις προς την Ανατολή και την περιφέρεια,
  • Εδράζεται στον κοινωνικό δαρβινισμό, στην απουσία πρόνοιας για τον αδύναμο και στην κοινωνική πολιτική ενός κράτους με μειωμένο, υποτιμημένο ρόλο και ιδεολογικά χρωματισμένου ως προσκόμματος στην πρόοδο,
  • Η “εσωτερική” κοινωνία στην οποία εφαρμόζεται αντιμετωπίζεται ως αναγκαίος ζωτικός χώρος επικράτησης του ισχυρού, όπου στην θέση του ισχυρού βρίσκεται η “βαθιά συνεννόηση” μεταξύ του χρηματοπιστωτικού και βιομηχανικού κεφαλαίου (χωρίς να αίρει τις εσωτερικές αντιφάσεις) στις πιο ληστρικές μορφές τους.

Στις οργανικές καπιταλιστικές θεωρήσεις, οι οποίες δημιουργούν το ερώτημα της σχέσης μεταξύ της Δημοκρατίας και της Αγοράς, ερώτημα στο οποίο ο ναζισμός απάντησε με την άρνηση της Δημοκρατίας υπέρ της συσσώρευσης κεφαλαίου, το κράτος παύει να αποτελεί κατεξοχήν πεδίο σύγκρουσης αντίπαλων και ανειρήνευτων ταξικών συμφερόντων. Σύγκρουση από την οποία προέκυψε τόσο το εγχείρημα διοργάνωσης του μεγάλου επαναστατικού ονείρου όσο και η δημιουργία του κράτους-πρόνοιας, την ύπαρξη του οποίου ο Max Weber θεωρούσε αναγκαία συνθήκη για την κρατική αξίωση μονοπώλησης της βίας. Μετά τα γεγονότα του 1989-91 το κράτος μοιάζει όλο και περισσότερο του ιδιωτικού τομέα.

Τη μεταμόρφωση στην αντιμετώπιση του κράτους έχει προγραμματικά εξαγγείλει ο πολύς Milton Friedman. Στη σκέψη του η Δημοκρατία γεννά ένα κράτος-πρόνοιας ανατροπής των φιλελεύθερων κοινωνικών θεσμών. Η Νέα Δεξιά οργανώνει, ως νεοφιλελεύθερη επέλαση από τον Θατσερισμό και εξής, την ευέλικτη νέα δημόσια διοίκηση η οποία πρωτοστατεί στην εφαρμογή νέων μορφών εργασίας (δοκιμαστικός σωλήνας για τις επιχειρήσεις, ας αναλογιστούμε μόνο το πέρασμα από τα stage στην θεσμοθέτηση της φτηνής εργατικής δύναμης για τις νέες ηλικίες την περίοδο των μνημονίων στην Ελλάδα και την ανεπαίσθητη εφαρμογή σε όλο το εργατικό της χώρας) και εντυπώνει στην λειτουργία του τα πολυδιαφημιζόμενα “κριτήρια της αγοράς”: εκεί όπου η εκστρατεία κατά του καπνίσματος συμφέρει σε σχέση με τη χρηματοδότηση του τομέα περίθαλψης (οι ομοιότητες με την πανδημία του κορονοϊού δεν είναι καθόλου τυχαίες) και αναδύεται η περίφημη ατομική ευθύνη και ο χυδαίος νεοδαρβινισμός του “καλά να πάθει”.

Προς αναζήτηση αφηγήματος

Η υποχώρηση του κράτους ως κοινωνικό σύμπτωμα της παρακμής της Δύσης, τροφοδοτεί την μεγάλη αντινομία του σήμερα: Στερεί από τις δυτικές κοινωνίες το αναγκαίο ενοποιητικό και “συγκολλητικό” αφήγημα. Αν ο δυτικός καπιταλισμός αναπτύχθηκε μέσω του τροφοδοτικού λώρου του εθνοκρατικού αφηγήματος, αν ηγεσία και στόχο παρείχε η κρατική ιδεολογική ατμομηχανή, ακόμα και στην “παρέκκλιση” του Ολοκαυτώματος και της Τελικής Λύσης, από πού θα αναζητηθεί το σύγχρονο αφήγημα;

Ακριβώς σε αυτό το σημείο η αξία της ιερότητας της ναζιστικής Ηγεσίας, ιερότητα που σε αγαστή συνέχεια, όπως είδαμε, οικειοποιήθηκε ο γερμανικός μεταπολεμικός καπιταλισμός ως ιερότητα του σκοπού της επιχείρησης, έρχεται να συμπληρώσει την αμερικανική σχολή της καταναλωτικής προτεραιότητας. Ο ομιχλώδης όρος “κοινωνία των πολιτών”, όρος στον οποίο αναφέρονται με θαυμασμό τόσο η σύγχρονη αριστερά εντός των τειχών των Αμερικανών Δημοκρατικών όσο και ο πιο ακραίος νεοφιλελευθερισμός της χρηματιστηριακής East Coast, η σύμπραξη των οποίων εξηγεί τον εκλογικό (σε απόλυτο αριθμό ψήφων) θρίαμβο Μπάιντεν, έρχεται να αποτελέσει τον αναγκαίο αφηγηματικό αρμό μεταξύ δυτικών κοινωνιών και καπιταλισμού.

Η μετα-δημόσια σφαίρα και οι εκλεκτικές συγκλίσεις

Η δημόσια σφαίρα της ψηφιακής μετα-κοινωνίας μετατρέπει σε ομοτράπεζους τα golden boys των περίφημων business schools (HEC, ESSEC κτλ.), τους δισεκατομμυριούχους του πλούτου τύπου Έλον Μασκ και Μπιλ Γκέιτς, σημαντικό τμήμα του οικολογικού και αριστερού ακτιβισμού. Οι μεταμορφώσεις του πολιτικού λόγου που λαμβάνουν χώρα στη δημόσια σφαίρα είναι εκπληκτικές. Αξίζει να σταθούμε σε δύο ανοικτές διαδικτυακές εκδηλώσεις: την παρουσίαση από πλευράς Σύριζα των θέσεων για το Ταμείο Ανάκαμψης στις 17 Μαΐου και το συνέδριο του ομίλου Μυτιληναίου για τα νέα επιχειρηματικά κριτήρια στις 18 Φεβρουαρίου.

Κοινό πρόσωπο και στα δύο πάνελ αποτέλεσε ο Ιωάννης Καλτσάς, επικεφαλής της επενδυτικής ομάδας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για Ελλάδα και Κύπρο, ο οποίος τόνισε και στις δύο περιπτώσεις τον πολιτικό χαρακτήρα της επενδυτικής απόφασης στην Ε.Ε. Αν η τράπεζα στοχεύει σε σύνολο επενδύσεων ενός τρις ευρώ έως το 2030 για την Ε.Ε., το ποσό αυτό δεσμεύεται εντός του πολιτικού τρίπτυχου “κλιματική αλλαγή, ψηφιακή καινοτομία, εξωστρέφεια”.

Αν η κοινωνία των πολιτών αντιπροσωπεύτηκε στην εκδήλωση του Σύριζα από την Θεοδότα Νάντσου, επικεφαλής πολιτικής της WWF Ελλάς, με επιχειρήματα υπέρ της μηδενικής χρήσης όχι μόνο άνθρακα αλλά και φυσικού αερίου για την παραγωγή ενέργειας με αναφορές στις μελέτες του ΟΟΣΑ περί βιώσιμης πράσινης ανάπτυξης, στο συνέδριο του ομίλου Μυτιληναίου το στέλεχος του επιτελικού κράτους Αλεξάνδρα Σδούκου, Γ.Γ. Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, καυτηρίασε τον ακριβό άνθρακα και δεσμεύτηκε για κίνητρα υπέρ της πράσινης ανάπτυξης.

Εκλεκτή ομοιότητα στις δύο εκδηλώσεις, όπου ομιλητές του σκληρού πυρήνα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας (π.χ. ο Thiran Guy, γενικός διευθυντής της Eurometaux Bruxelles), όπως και η Νατάσσα Ρωμανού, ερευνήτρια της NASA στα θέματα της κλιματικής αλλαγής και συμβεβλημένη καθηγήτρια με το Columbia, επιχαίρουν για τη νίκη Μπάιντεν και την πράσινη προοπτική.

Επιχειρώντας την αποκρυστάλλωση συμπεράσματος, ο σχετικός δημόσιος λόγος εμφανίζει ένα ενιαίο κέντρο, την ευκαιρία που προσφέρει η κρίση. Η κρίση είναι καταρχήν κλιματική, άρα ενέχει ρίσκο επιβίωσης η μη αντιμετώπιση της. Η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί από την πράσινη καπιταλιστική ανάπτυξη. Η Ηγεσία του αφηγήματος παραδίδεται στις μεγάλες μονοπωλιακές εταιρείες, στο στρατό των μάνατζερ που τις διοικούν και στα τουϊταρίσματα μιας χούφτας δισεκατομμυριούχων. Η ηγεσία αυτή απαιτεί συστράτευση από το πολιτικό προσωπικό. Ο Μπάιντεν και το ευρωπαϊκό διευθυντήριο αποτελούν τους κύριους πυλώνες. Ο Μπάιντεν σε συμβολικό επίπεδο, το διευθυντήριο και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού σε πραγματικό. Στην ιταλική περίπτωση, όπου η έκπτωση του συνόλου του πολιτικού προσωπικού εμποδίζει την ανάδειξη προσώπου- συμβόλου, ο Μάριο Ντράγκι αναλαμβάνει και τους δύο ρόλους.

Το διευθυντήριο αναλαμβάνει να τυπώσει εκ νέου φτηνό χρήμα, χρήμα το οποίο αυτή τη φορά δεν θα εξαφανιστεί στη μαύρη τρύπα των χρηματιστηρίων και των κρυπτονομισμάτων, αλλά θα επενδυθεί στην αειφόρο πράσινη ανάπτυξη με κοινωνικό πρόσημο. Η κρίση και η ενδεχομενική όποια απειλή που τροφοδοτεί η υπόθεση της πανδημίας, οδηγεί την Αγορά και την “κοινωνία των πολιτών” σε μια συσσωμάτωση: Στις πολλές δυσδιάκριτες αποχρώσεις του γκρι, όπου τα εταιρικά στελέχη προϋποθέτουν της ανάπτυξης την κοινωνική πρόοδο (αξίζει η αναζήτηση των ποιοτικών κριτηρίων του νέου χρηματιστηριακού, τεράστιας χρηματοδοτικής αξίας, δείκτη MSCI Green) και τα “κινηματικά” στελέχη προϋποθέτουν των κοινωνικών-οικολογικών στόχων την ανάπτυξη (αξίζει η ανάλυση του προγράμματος των οικονομικών στόχων των Γερμανών Πρασίνων). Και στις δύο περιπτώσεις η ανάπτυξη είναι καπιταλιστική και στις δύο περιπτώσεις η συζήτηση επικεντρώνεται πέραν του κράτους, σε αυτό που οι Νέοι Εργατικοί μάλλον πρώτοι ανακαλύπτουν και συστήνουν ως επιτελικό κράτος.

Οι 50 αποχρώσεις του επιτελικού κράτους

Στην προαναφερθείσα εκδήλωση του Σύριζα ο Γιώργος Σταθάκης θα αναφερθεί με ζήλο στην ανάγκη ύπαρξης ισχυρών δημόσιων πολιτικών. Σε αυτές θα αναζητήσει την διαφοροποίηση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στο σχεδιασμό της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης το “πουγκί” είναι το ίδιο, οι πολιτικές προτεραιότητες ανάπτυξης κοινές – αυτό που αλλάζει είναι το εύρος της διανομής της πίτας. Οι ισχυρές “αριστερές” δημόσιες πολιτικές δεσμεύονται ότι το 50% της συνολικής πίτας θα κατευθυνθεί όχι σε μια χούφτα επιχειρηματιών αλλά στο σύνολο της κοινωνίας. Αξίζει να ρίξει μια ματιά κάποιος στην τελευταία δημόσια πολιτική της “πρώτης φοράς αριστερά”, την “Εργαλειοθήκη Ανταγωνιστικότητας για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις” του Δεκέμβρη του 2018, στις προϋποθέσεις συμμετοχής που αφορούν τα αναγκαία ταμειακά διαθέσιμα των επιχειρήσεων και τον επακόλουθο άμεσο αποκλεισμό του συντριπτικού αριθμού των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, μετά από μια δεκαετία κυριολεκτικά οικονομικού πολέμου. Ποια είναι η σχέση του επιτελικού κράτους με την κοινότητα του μικρού επιχειρείν της επιβίωσης; Δεν είναι αυτή όψη αυταρχική, ταξική και εχθρική προς την κοινωνία; Τελικά πού βρίσκεται αυτό το περιώνυμο επιτελικό κράτος;

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος κάνει μια λακωνική διατύπωση: το επιτελικό κράτος, μας λέει, δεν έχει επαφή, δεν αφουγκράζεται, δεν εμπνέει το πρωταρχικό κοινωνικό κύτταρο, την κοινότητα, τη μικρή επιχείρηση κτλ. Στον λόγο του Τσίπρα η “κοινωνία των πολιτών” λύνει το πρόβλημα. Αυτή θα καλεστεί, σε μικρή κλίμακα, να γίνει αυτοπαραγωγός και αυτοκαταναλωτής ενέργειας. Το επιτελικό κράτος λοιπόν προτείνει μια δημόσια πολιτική η οποία ήδη μάς έχει συστηθεί ως εταιρική πολιτική: πακέτα αυτοπαραγωγής και αυτοκατανάλωσης περιλαμβάνουν οι υπηρεσίες όλων των εταιρειών που επιχειρούν στον απελευθερωμένο (από την “καταδυνάστευση” της παλιάς μονοπωλιακής ΔΕΗ) τομέα της ενέργειας. Και η οποία σε τελικό βαθμό γίνεται ευθύνη της νεφελώδους κοινωνίας των πολιτών. Ας αναρωτηθεί ο καθένας για τον ρόλο της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, των μη κυβερνητικών οργανώσεων στην μεγάλη μεταναστευτική κρίση. Και την τεράστια ανευθυνότητα ενός κράτους που δήλωνε αναρμόδιο επί της ουσίας, απέναντι στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες του πολέμου και τις τοπικές νησιωτικές κοινωνίες. Ας αναλογιστούμε το “λιγότερο κράτος” υπέρ της κοινωνίας των πολιτών ως σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα οποία η αριστερή “ευαισθησία” τα σύστησε ως “ανοικτά” και πεδίο δυστυχώς αντιπαράθεσης προσφύγων με ντόπιους.

Ας αναλογιστούμε τη θεμελιώδη μετατόπιση που συντελείται μέσω της δυτικής επανεκκίνησης της τέταρτης βιομηχανικής και ψηφιακής επανάστασης. Την εκχώρηση της Ηγεσίας σε μία δράκα πολυεκατομμυριούχων οι οποίοι θέτουν στόχους, αξιοποιούν τεράστια επενδυτικά προγράμματα ανασυγκρότησης ως νέο Σχέδιο Μάρσαλ για τον δυτικό κόσμο, απευθύνονται στις κοινωνίες με όρους μεταμόρφωσής τους.

Περιβάλλον – Κοινωνική Ευθύνη – Κυβερνησιμότητα

Η είσοδος στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο εδράζεται στην αγία τριάδα κριτηρίων ανάπτυξης του σύγχρονου μάνατζμεντ, το Περιβάλλον, την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, την Κυβερνησιμότητα. Το πρώτο κριτήριο εισάγει την ανάλυση ρίσκου της οικολογικής κρίσης, το δεύτερο την ανάληψη κοινωνικών πολιτικών από τις εταιρείες, ο τρίτος όρος, νεολογισμός με αγγλοσαξονικό αυτοκρατορικό παρελθόν, ορίζει την ικανότητα κάποιου να κυβερνηθεί. Επιγραμματικά, η συμμόρφωση εταιρειών και κοινωνιών στα κριτήρια αυτά εξασφαλίζει την επιβίωση και την ανάπτυξή τους. Το περιβάλλον και ό,τι περιλαμβάνει ο σύγχρονος τομέας της ανάλυσης ρίσκου (πανδημία) ορίζει ως δημοκρατικό στόχο την ασφάλεια και την ευζωία, ως βιωσιμότητα και ανάπτυξη ενός υψηλού βιοτικού επιπέδου. Η κοινωνική εταιρική προτεραιότητα αναλαμβάνει την εισχώρηση στο κράτος πρόνοιας με αφετηρία την ομαλή σχέση της κοινωνίας με το ανταγωνιστικό σύμπαν της αγοράς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει λ.χ. η συμπόρευση μεγάλων εταιρειών με οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών για την ένταξη ευπαθών κοινωνικών ομάδων στην αγορά εργασίας. Εδώ το δικαίωμα στην εργασία γίνεται αντιληπτό ως ενεργή ατομικότητα- ανταγωνιστικότητα δεξιοτήτων εντός της αγοράς. Η κυβερνησιμότητα απευθύνεται καταρχήν στο εσωτερικό των μεγάλων εταιρειών και στοχεύει στην εμπέδωση της εταιρικής κουλτούρας και την άρση του ταξικού αυτοπροσδιορισμού.

Η αγία τριάδα του σύγχρονου μάνατζμεντ υπόσχεται τη μεταμόρφωση των δυτικών κοινωνιών, αποτελεί δύναμη “ιστορικής ανάπλασης” της μάζας. Κατά τη γνώμη των θιασωτών αίρεται η αντίθεση μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού. Σε επίπεδο διαχείρισης ανθρώπων αξία έχουν τα κάτωθι χαρακτηριστικά:

  • Η ηγεσία των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών ενισχύεται ως ιερή και οι σκοποί που θέτει επεκτείνονται ολοένα και σε μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, πέραν των στενών οικονομικών σχέσεων.
  • Η ελευθερία στην υπακοή εδράζεται στην ανάγκη ενός νέου καταναλωτικού τύπου, σε μια αναβαθμισμένη, φεουδαλικού τύπου, υποταγή σε ανθρώπινα ορμέμφυτα με οικολογική και ψηφιακή επεξεργασία.
  • Το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η μετατόπιση σε μια μεταδημοκρατία. Σε αυτήν η ασφάλεια και ο υλοζωισμός αποτελούν προτεραιότητα, ενώ η ελευθερία υποχωρεί σε αφήγημα του κοινωνικού περιθωρίου.


Η Ελευθερία ως “κύρια μονάδα μέτρησης” του ιστορικού νεωτερικού χρόνου

Η υποχώρηση της ελευθερίας ως αιτήματος κοινωνικής χειραφέτησης, αγαθό που οδήγησε τον καταπληκτικό Κώστα Παπαϊωάννου πριν μισό αιώνα περίπου στην Αποθέωση της Ιστορίας και τον ορισμό της προόδου ως την δυνατότητα του ανθρώπου να χαρεί ελεύθερος τον πολιτισμό του, αποτελεί παρέκκλιση προς την επικίνδυνη ατραπό που οδηγεί στον εξανδραποδισμό. Ακριβώς όπως συνέβη με την βασική νεωτερική παρέκκλιση του ναζισμού. Με την ελευθερία ως υπαρξιακή δυνατότητα ή αλλοτρίωση θα κριθεί η νέα εποχή. Από την προσπάθεια επίλυσης ενός μεγάλου διλλήματος: κατά πόσον η αντιμετώπιση της όποιας κρίσης μπορεί να περιλαμβάνει ως στόχο την ανθρώπινη ελευθερία. Στην γενικευμένη παρακμή της Δύσης, η όποια προσπάθεια οφείλει να ξεκινήσει από τον εκ νέου ορισμό της ελευθερίας και τη σχέση της με την κοινωνία και την ιδιωτεία, το μοίρασμα και την κατανάλωση.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Νέο τζακπότ στο Τζόκερ

Θύμα επίθεσης με καυστικό υγρό 18χρονη στην Κρήτη

Συνεργασία Μακρόν-Μέρκελ μέχρι τη νέα γερμανική κυβέρνηση

Παλαιστινιακές δημοτικές εκλογές τον Δεκέμβριο

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα