ΑΘΗΝΑ
17:55
|
02.08.2021
"Aijaz Ahmad. Ινδία: Φιλελεύθερη Δημοκρατία και Ακροδεξιά"
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Πριν λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Έρασμος το εξαιρετικά ενδιαφέρον και επίκαιρο δοκίμιο του Άιτζαζ Αχμάντ (Aijaz Ahmad) “Ινδία: Φιλελεύθερη Δημοκρατία και Ακροδεξιά”. Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις σε όσους έχουν ασχοληθεί με την λογοτεχνική και την κοινωνική θεωρία, με τις διαμάχες των διανοητικών ρευμάτων του μαρξισμού και του μεταμοντερνισμού, αλλά και τις εκδοχές και διαρθρώσεις του εθνικιστικού φαινομένου στο μετα-αποικιακό κόσμο. Το εν λόγω δοκίμιο (που συνοδεύεται από την κατατοπιστική εισαγωγή του Σταύρου Οικονομόπουλου και το επίμετρο του Φώτη Τερζάκη που αναδεικνύει τις προϋποθέσεις για την άνοδο του ακροδεξιού φαινομένου στην Ελλάδα) αποτελεί μια οξυδερκή, σύντομη αλλά και εντυπωσιακά συγκροτημένη ανάλυση μιας “ιδιαιτερότητας” που τείνει ωστόσο να γίνει κανονικότητα την τελευταία δεκαετία: την άνοδο των ακροδεξιών σχημάτων στην πολιτική εξουσία και την συμβίωση τους με τους θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Το δοκίμιο του Αχμάντ επισημαίνει και εστιάζει την ανάλυσή του σε ένα σημαντικό και, όπως αποδεικνύεται φαινομενικό, παράδοξο: “μπορεί η ακροδεξιά να κυβερνά και να προωθεί την ατζέντα της μέσω των φιλελεύθερων θεσμών;”. Η σύντομη απάντηση, που συνάγεται μέσω της τεκμηριωμένης ανάλυσης του Αχμάντ, είναι “ναι”. Και είναι ακριβώς αυτό το “ναι” που φέρνει την Ινδία τόσο κοντά στην δυτική και την ελληνική εμπειρία σήμερα.

Ο Αχμάντ ανατέμνει μεθοδικά την πολιτική ιστορία του κυβερνώντος κόμματος BJP (Bharatiya Janata Party, Ινδικό Λαϊκό Κόμμα) του Προέδρου Μόντι αναδεικνύοντας το πώς, με την στήριξη της κεφαλαιοκρατικής ελίτ της Ινδίας, η ινδουιστική ακροδεξιά πολλαπλασίασε τον έλεγχό της αθόρυβα και συστηματικά επί κεντρικών θεσμών του κράτους. Ο επί της ουσίας αποκλεισμός των μουσουλμάνων Ινδών από τις διαδικασίες κτήσης υπηκοότητας και η ανάκληση του καθεστώτος ειδικής αυτονομίας του Κασμίρ είναι μεταξύ αυτών που έγιναν ευρύτερα γνωστά πέραν των ορίων της χώρας – ωστόσο, η διάβρωση και η χειραγώγηση των φιλελεύθερων αρχών είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο, κουρελιάζοντας έτσι (συχνά κάτω από το αδιάφορο ή και συγκαταβατικό βλέμμα της λεγόμενης διεθνούς κοινότητας) κάθε έννοια ουσιαστικής δημοκρατίας.

Όπως παρατηρεί ο Αχμάντ με οξυδέρκεια, δεν είναι η δεξιά που μετακινείται προς το φιλελεύθερο κέντρο αλλά το φιλελεύθερο κέντρο που μετακινείται συνεχώς και πιο δεξιά, και με αφορμή αυτό διαπιστώνει μια σημαντική μετάλλαξη στην ίδια την στρατηγική της ακροδεξιάς. Η σημερινή ακροδεξιά έχει πλέον εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό την ιδέα της σύγκρουσης και έχει στραφεί στην σταδιακή και συστηματική διάβρωση των θεσμών από τα μέσα, χρησιμοποιώντας χαμηλής έντασης και σχετικής αφάνειας βία, προβάλλοντας παράλληλα μια ρητορική κοινοβουλευτισμού και φιλελευθερισμού. Αυτό το τελευταίο αποτελεί μια ουσιαστική διαφορά από τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου που τοποθετούνταν ξεκάθαρα στον ιδεολογικό πεδίο του αντι-κοινοβουλευτισμού. Αναμιγνύοντας νομιμότητα και παρανομία (το δόγμα “νόμος και τάξη”, στο οποίο προτεραιότητα έχει η τάξη παρά ο νόμος οδηγώντας σε κατάφορες παραβιάσεις των δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως εκτυλίσσεται στην χώρα μας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα) και χρησιμοποιώντας μικρές αλλά τακτικές δόσεις καταστολής που διαχέουν το φόβο, η νέα ακροδεξιά εγκαθίσταται ως ένα ιδιότυπο φασιστικό καθεστώς.

Όπως με ενάργεια καταδεικνύει ο Αχμάντ, κάθε επιτυχημένο κίνημα φασιστικού τύπου δεν αποτελεί επανάληψη του παρελθόντος, εφόσον η πρωτοτυπία του συνίσταται στην απάντηση που δίνει στις συνθήκες υπό τις οποίες αναδύεται. Έτσι, καθώς οι θεσμοί και η κοινωνία εκφασίζονται, οι φιλελεύθεροι θεσμοί και οι πολιτικές ελευθερίες φαίνονται να λειτουργούν κανονικά και η επίκλησή τους είναι διαρκής: η περίπτωση του περιορισμού συναθροίσεων με αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου ή της δολοφονίας Γρηγορόπουλου στο όνομα της δημόσιας υγείας είναι ίσως ένα καλό παράδειγμα της ουσιαστικής περιστολής των δημοκρατικών ελευθεριών που αναστέλλονται προκειμένου να προστατευθούν. Το μακρινό πλέον 1997, ο Fareed Zakaria προειδοποιούσε για την ανάδυση ενός νέου τύπου πολιτειακής οργάνωσης και ανέλυσε την έννοια των ανελεύθερων δημοκρατιών (illiberal democracies), αναφερόμενος κυρίως στις γκρίζες ζώνες μεταξύ Δύσης και μετα-αποικιακού κόσμου, όπου οι εκλογές είχαν αρχίσει να διαχωρίζονται από τις συνταγματικές ελευθερίες, το κράτος δικαίου και τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Ο αργός πλην σταθερός εκφασισμός της Ινδίας, με την υποστήριξη των μεγάλου κεφαλαίου, που συστηματικά αποξηλώνει τα δικαιώματα που καθιέρωσε με κόπο και αγώνες ο εικοστός αιώνας, αντιπαραβάλλοντας πετυχημένα τον μονοθεματικό δικαιωματισμό των πολιτικών ταυτότητας, έχει εξαπλωθεί πλέον από την Βραζιλία μέχρι τις Η.Π.Α., από την Πολωνία και την Ουγγαρία μέχρι την χώρα μας.

Στην ίδια λογική, το δοκίμιο συμβάλλει επίσης στην κατάρριψη ενός ακόμη ισχυρού μύθου, αυτού της ισχυρής κοινωνίας των πολιτών ως θεραπείας για τον ολοκληρωτισμό. Ο ιστορικός κοινωνιολόγος Ντίλαν Ρίλεϋ στην μελέτη του The Civic Foundations of Fascism in Europe: Italy, Spain, and Romania1870–1945 έχει αναδείξει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή των φασιστικών καθεστώτων του μεσοπολέμου: αντιθέτως από την επικρατούσα άποψη ότι η ισχυρή κοινωνία πολιτών λειτουργεί ανασχετικά σε σχέση με φαινόμενα πολιτικού αυταρχισμού, ο Ρίλεϋ κατέδειξε ότι η κοινωνία πολιτών έπαιξε κεντρικό ρόλο στην άνοδο των φασιστικών καθεστώτων αυτών. Όπως εξηγεί ο Αχμάντ, το μακρο-ιστορικό σχέδιο ηγεμονίας της ακροδεξιάς στην Ινδία σε πτυχές της κουλτούρας, της κοινωνίας, της ιδεολογίας, της οικονομίας, το πρόγραμμα μιας “μακράς πορείας μέσω των θεσμών”, του καθολικού ελέγχου υπό τον μανδύα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και όχι μέσω μια βίαιης κατάληψης της εξουσίας επιτυγχάνεται μέσω μιας μαζικής, πανίσχυρης οργάνωσης, του RSS (Rashtriya Swayamsevak Sangh, Εθνική Εθελοντική Οργάνωση). Το RSS, που παρουσιάζεται ως οργάνωση “πολιτισμική” και “μη-πολιτική” (αποφεύγοντας έτσι εντέχνως την λογοδοσία στην οποία υπόκεινται τα πολιτικά κόμματα) έχει ξεκάθαρα διακηρύξει την πρόθεσή του να μετασχηματίσει την κοινωνία από τα κάτω προς τα πάνω, διαχέοντας και κανονικοποιώντας την ακροδεξιά κουλτούρα σε ευρύτερα τμήματα της ινδικής κοινωνίας. Από τους Proud Boys στις Η.Π.Α., στην All Polish Youth της Πολωνίας και τους Γκρίζους Λύκους της Τουρκίας – για να αναφερθούμε μόνο ενδεικτικά σε κάποιες τέτοιες οργανώσεις – φαίνεται ότι η ακροδεξιά παγκοσμίως έχει συνειδητοποιήσει την σημασία της διαμόρφωσης μιας ακροδεξιάς κουλτούρας και έχει εργαλειοποιήσει την κοινωνία των πολιτών, της οποίας ο ρόλος διευρύνεται αναλογικά προς την συστηματική απίσχναση του κράτους πρόνοιας και την εμπέδωση της εργασιακής επισφάλειας.

Μία ακόμη διάσταση του δοκιμίου που το καθιστά ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο η αποικιακή εμπειρία διαμόρφωσε την ίδια την συγκρότηση του ινδουιστικού εθνικισμού: ο εθνικισμός του “αίματος και της γης”, η αντιμετώπιση του παρελθόντος ως “χρυσής εποχής” ενός “μεγάλου πολιτισμού” που καταστράφηκε από τους βάρβαρους Μουσουλμάνους και οι μύθοι μιας ανιστορικής αλλά άκρως βολικής “μουσουλμανικής τυραννίας”, αποτελούν γνώριμα ιδεολογικά σχήματα και ρητορικούς τόπους συγκρότησης και του ελληνικού εθνικισμού. Δεν εισηγούμαι βεβαίως μια υπερ-ιστορική απόλυτη αντιστοίχιση μεταξύ της άμεσης αποικιακής εμπειρίας της Ινδίας και της έμμεσης κρυπτο-αποικιακής εμπειρίας της Ελλάδας, ωστόσο ο ρόλος της Δύσης στην διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης εικόνας και μιας εθνικιστικής εργαλειοποίησης του “ένδοξου παρελθόντος” των “μεγάλων πολιτισμών” παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν περαιτέρω ερμηνευτικά.

Η μετακίνηση του φιλελευθέρου κέντρου όλο και πιο δεξιά (αυτό που στην χώρα μας έχει πάρει την μορφή του λεγόμενου “ακραίου κέντρου”), η κατασκευή μιας απειλητικής ετερότητας και δη μουσουλμανικής, όπως είναι, για παράδειγμα η συστηματική δαιμονοποίηση των προσφύγων και οι τακτικές επαναπροώθησης που λίγο πολύ αγγίζουν τα όρια τακτικών μιας σιωπηλής και αόρατης εξόντωσης του ανεπιθύμητου, η συστηματική χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης, η από-πολιτικοποίηση των πανεπιστημίων, η αυθαιρεσία και ατιμωρησία των κατασταλτικών δυνάμεων, η σκλήρυνση της νομοθεσίας απόκτησης ιθαγένειας, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που η σημερινή Ελλάδα μπορεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της στον ινδικό καθρέφτη του Μόντι και του BJP. Η ατζέντα “δεξιοποίησης” της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να μην παίρνει αμιγώς θρησκευτική μορφή σε μια κοινωνία που έχει κατακτήσει έναν μεγαλύτερο βαθμό κοσμικότητας, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σημερινή ελληνική κυβέρνηση έχει ανέλθει στην εξουσία με μια ξεκάθαρα συντηρητική, αν όχι αντιδραστική, ιδεολογική ατζέντα.

Όπως αναδεικνύει το επίμετρο του Φώτη Τερζάκη, πράγματι η πιο συστηματική όψη της ακροδεξιάς που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια είναι η Χρυσή Αυγή, και τα χρόνια που η εγκληματική της δράση ξεπέρασε κάθε προηγούμενο ταυτίζονται απόλυτα με τα χρόνια της διακυβέρνησης Σαμαρά. Όπως επισημαίνεται, η Χρυσή Αυγή ανήλθε σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη αποδοχής και λόγω της ανοχής των κυβερνητικών και κρατικών θεσμών. Ωστόσο, αυτό που το δοκίμιο του Αχμάντ μας επιτρέπει επίσης να κατανοήσουμε δεν είναι μόνον οι ακραίες πτυχές των ακροδεξιών μορφωμάτων, αλλά και ο μακρο-ιστορικός στόχος της “δεξιοποίησης” της κοινωνίας. Μπορεί η Ελλάδα να μην διαθέτει μια μαζική “πολιτιστική” παραθρησκευτική οργάνωση όπως το RSS που κανονικοποιεί έναν πολιτισμικό φυλετισμό υπό τον μανδύα της κοινωνίας των πολιτών, ωστόσο, ο ρόλος μιας από τις πιο ισχυρές Εκκλησίες στον δυτικό κόσμο στην διαμόρφωση και εμπέδωση μιας αντιδραστικής και εν πολλοίς ακροδεξιάς ατζέντας, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι εθνικιστικές εξάρσεις του Μακεδονικού, οι καμπάνιες κατά των εκτρώσεων, το συνέδριο περί “υπογεννητικότητας”, το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια και οι παρεμβάσεις στην εκπαίδευση δεν αποτελούν παρά μια πρόχειρη καταμέτρηση περιστατικών που στο σύνολό τους συναρθρώνουν την ακροδεξιά ατζέντα. Η διείσδυση του ακροδεξιού τρόπου σκέψης είναι γεγονός και η εμπέδωση έρχεται μέσω της διάβρωσης των θεσμών και της κατασκευής ηθικών πανικών και στην Ελλάδα. Η σημερινή Νέα Δημοκρατία δεξιοποιεί την κοινωνία καθώς ακροδεξιοποείται η ίδια.

Αν λοιπόν θέλουμε να καταλάβουμε την Ελλάδα των τελευταίων δέκα χρόνων, αν θέλουμε να ξεκλέψουμε μια ματιά από το πιθανό δυστοπικό της μέλλον, αν θέλουμε ίσως να αγωνιστούμε για να αποτρέψουμε μια τέτοια τροπή της ιστορίας προς τον αυταρχισμό που εμπεδώνεται πλέον και ως νοοτροπία, τότε ίσως πρέπει να ξεκινήσουμε από την Ινδία, και το δοκίμιο του Αχμάντ είναι μάλλον η καλύτερη αρχή. 

Aijaz Ahmad. Ινδία: Φιλελεύθερη Δημοκρατία και Ακροδεξιά. Προλεγόμενα Σταύρος Οικονομόπουλος και Φώτης Τερζάκης. Επίμετρο: Φώτης Τερζάκης. Εκδόσεις Έρασμος – σειρά: Ιδέες 48 (2021). 67 σελίδες.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Τριπλάσια τα θύματα πλημμυρών στην κεντρική Κίνα

Προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων Ιταλών στα χέρια χάκερ

Έρευνα ιατροδικαστών για τον 32χρονο Κινέζο που άφησαν νεκρό στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν

Πεντάωρο κλείσιμο ανοικτών αρχαιολογικών χώρων λόγω καύσωνα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα