ΑΘΗΝΑ
01:36
|
01.12.2021
Πώς ένα επεισόδιο από το πουθενά προκάλεσε έναν σημαντικό πολιτικό σεισμό, που δεν λέει να σταματήσει και απειλεί τη μελλοντική πορεία της χώρας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ένα επεισόδιο, που προέκυψε από το πουθενά, αλλά προκάλεσε έναν σημαντικό πολιτικό σεισμό, που δεν λέει να σταματήσει, αποκαλύπτει το πόσο οι προκαλυμμένες έως σήμερα νεοφασιστικές αντιλήψεις μέσα στην ιταλική κοινωνία και μάλιστα στα ανώτατα κυβερνητικά και πολιτικά κλιμάκια απειλούν δυνητικά την ιστορία και τη μελλοντική πορεία της χώρας.

Ο υφυπουργός Οικονομικών της δοτής κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Μάριο Ντράγκι κι επιλεγμένος από τις τάξεις της ξενοφοβικής Λέγκας Κλάουντιο Ντουριγκόν ζήτησε στις αρχές του μήνα να μετονομασθεί ένα πάρκο στην πόλη Λατίνα, που φέρει τα ονόματα των δύο εμβληματικών δικαστών – μαρτύρων στον πόλεμο κατά της Μάφια – Τζοβάνι Φαλκόνε και Πάολο Μπορσελίνο. Και πώς ζήτησε να μετονομασθεί το πάρκο τούτο ο υφυπουργός; Αρνάνλτο Μουσολίνι, δηλ. με το όνομα του αδελφού του αχρείου δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι, που άλλωστε ήταν κι ο ιδρυτής της Λατίνα -μίας από τις πόλεις – πρότυπα της φασιστικής πολεοδομίας και φιλοσοφίας της ζωής. Το ίδιο το πάρκο, δε, είχε ονομασθεί αρχικά προς τιμήν του αδελφού του ιδρυτή του Φασισμού και τούτη την ονομασία, που τύποις ο Ντουριγκόν θεωρεί ότι σφετερίσθηκαν οι δημοτικές αρχές πρότεινε να επανέλθει στο πάρκο, ενόψει βέβαια και των επερχόμενων δημοτικών εκλογών.

Το πάρκο, όπως κι η πόλη η ίδια  από το 1943 και τη συνθηκολόγηση, με παράλληλη άφιξη των συμμαχικών στρατευμάτων, είχε προσπαθήσει να αποσπασθεί από το αμαρτωλό φασιστικό παρελθόν τους. Οι δημοτικές αρχές αποφάσισαν να αφαιρέσουν το όνομα του μικρότερου αδελφού του Ντούτσε, τουλάχιστον μέχρι το 1993. Τότε ο εκλεγμένος με το νεοφασιστικό κόμμα MSI Αϊμόνε Φινέστρα, είχε προτείνει να επανέλθει στο πάρκο το όνομα το Αρνάλντο Μουσολίνι.

Η τελευταία παρέμβαση ήταν αυτή του σημερινού δημάρχου Νταμιάνο Κολέτα, που αφιέρωσε το πάρκο στη μνήμη των δύο θρασύδειλα δολοφονημένων δικαστών – μία απόφαση που μοιάζει οικουμενικά αποδεκτή και αδιαμφισβήτητη. Τουλάχιστον μέχρι να επισκεφθεί την πόλη ο Λεγκίστας Ντουριγκόν. Και φυσικά, μέχρι τις εκλογές, που οι συσχετισμοί των δυνάμεων και η μετά-covid πραγματικότητα απειλούν να αμφισβητήσουν και να ανατρέψουν έως και τις πιο πανθομολογούμενες επιλογές. Η αποκαρδίωση του κόσμου στην Ιταλία, λόγω του αισθήματος ότι η Πολιτεία έχει αποτύχει και να αντιμετωπίσει την πανδημία, αλλά και να στηρίξει την κοινωνία που μαστίζεται από την κρίση, ενδέχεται να ανασύρει στην επιφάνεια ό,τι πιο σκοτεινό κατάλοιπο είχε κατακαθίσει και είχε υπερκαλυφθεί από άλλες ιδεολογικές επικαλύψεις στην ψυχή των πολιτών.

Και εδώ είναι που στοχεύει και η πρόταση του υφυπουργού της Λέγκας Ντουριγκόν, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής συνάντησης στη Λατίνα: Όταν δήλωνε πως “αυτή είναι η ιστορία της Λατίνας που κάποιος θέλησε να ακυρώσει με αυτήν την αλλαγή ονόματος στο πάρκο μας, το οποίο όνομα θα πρέπει να ξαναποδωθεί στον αρχικό του κτήτορα. Καθώς αυτό ήταν πάντα το πάρκο Μουσολίνι που ήταν και θα είναι πάντα, σε αυτό άλλωστε είμαστε τώρα  και θέλουμε μ’ αυτό να προχωρήσουμε”. Ο Ντουριγκόν ξαναγράφει κατά το εικός την Ιστορία, ξεπλένοντας τη σκαιότητα του Φασισμού και κάνοντας μία αδόκιμη αναγωγή και σύγκριση του τότε με το τώρα, επικαλούμενος το αστήρικτο στερεότυπο του “πόσα καλά έκανε ο Φασισμός στην Ιταλία (η κτίσις της Λατίνας κι άλλων ομοειδών πόλεων φέρονται ως ‘απτό’ παράδειγμα) και το πόσο καλά ζούσαμε με τον Ντούτσε”. Μία χαρακτηριστική επωδός για όλες τις παρελθούσες δικτατορίες (πχ του Φράνκο στην Ισπανία που συστηματικά και χωρίς αιδώ μεθοδεύουν, όχι μόνον οι ακροδεξιοί του Vox, αλλά και το Λαϊκό Κόμμα του Πάβλο Κασάδο, Συνταγματάρχες στην Ελλάδα), που στις μαγματικές στιγμές που ζούμε στις μέρες μας επανέρχονται ασύστολα.

Φυσικά, τα αντανακλαστικά – τουλάχιστον από την πλευρά του δημοκρατικού και προοδευτικού χώρου – ήσαν άμεσα και σχεδόν όλα τα κόμματα -της Λέγκας και των νεοφασιστών “Αδελφιών της Ιταλίας -εξαιρουμένων, αλλά συμπεριλαμβανομένης και της Forza Italia του ‘συμμάχου’ της Λέγκας Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ζητούν ομοθυμαδόν την καθαίρεση του Ντουριγκόν. 

Μάλιστα, η εφημερίδα Fatto Quotidiano πήγε ακόμη παραπέρα ξεκινώντας μία σταυροφορία για τη συλλογή υπογραφών ώστε να αποπεμφθεί από την κυβέρνηση ο Ντουριγκόν, που έχει ξεπεράσει τις 160.000 έως σήμερα.   Μπορεί η ομοβροντία της δημοκρατικής παράταξης να ήταν τέτοια, όμως το αυτί του Σαλβίνι ούτε που ίδρωσε: μετά μία εβδομάδα ενοχλητικής σιωπής, o ηγέτης της Λέγκας όχι μόνον δεν καταδίκασε το στέλεχός του, αλλά και πέταξε τη μπάλα αλλού, με μία συμβατική δήλωση που κατά τα πρότυπα των κομμάτων του ποιού του συμψηφίζει τον κομμουνισμό με τον φασισμό: “ο κομμουνισμός και ο φασισμός ηττήθηκαν τελειωτικά, κανένας μέσα στη Λέγκα δεν είναι νοσταλγός του φασισμού”. 

Αποτέλεσμα: Ο Ντουριγκόν όχι μόνον δεν καθαιρείται, αλλά ζει και βασιλεύει εντός της κυβέρνησης και της Λέγκας και μάλιστα βρίσκεται επικεφαλής για τον καθορισμό των ψηφοδελτίων της παράταξης για τις δημοτικές εκλογές στη Ρώμη.

Μολαταύτα, το πιο ενοχλητικό δεν είναι η σιωπή του Σαλβίνι–κάτι που θεωρείται φυσιολογικό. Εκείνο που προβληματίζει είναι η εκκωφαντική σιωπή του δοτού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι, ο οποίος ακόμη δεν έχει καταδικάσει τις δηλώσεις , αλλά και η απουσία και του Προέδρου Σέρτζο Ματαρέλα–ο αδελφός του οποίου είχε δολοφονηθεί μάλιστα από τη Μάφια. Για τους Ιταλούς οι Φαλκόνε και Μπορσελίνο ενσαρκώνουν την Ιταλία την ίδια, το αγωνιστικό πνεύμα της και το ηθικό της μεγαλείο, οι μόνοι ήρωες που την αντιπροσωπεύουν μέσα σε τόσες δεκαετίες οικονομικής, ηθικής και πνευματικής κρίσης, Μπερλουσκονισμού-ρατσισμού της Λέγκας κλπ, που έχουν ταυτίσει την Ιταλία με τα σκάνδαλα, τη Μάφια, την αφερεγγυότητα και την ανυποληψία. Η πρόταση Ντουριγκόν να αντικατασταθεί μία φωτεινή ώρα της σύγχρονης Ιταλίας (μία δολοφονία που ένωσε τον τόπο κι έδωσε έναυσμα για τη σύγκορμη πάλη ενάντια σε ένα κοινωνικό απόστημα) με μία σκαιά περίοδο καταπίεσης, διχασμού, που κατέληξε σε εθνική καταστροφή και δυσφήμιση, συνιστά μία επονείδιστη παραχάραξη της Ιστορίας και της πολιτειακής συνείδησης του ιταλικού κράτους.

Και φυσικά προκαλεί εντύπωση και που κι ο Τύπος, αν και καταδικάζει τις δηλώσεις, δε λείπει και ένα κλάσμα του που υποστηρίζει ότι ως συνδικαλιστής ο Ντουριγκόν είχε προωθήσει τη νομοθεσία για την ‘ελευθερία του Τύπου και τη σωτηρία του κλάδου” το 2019 στην πρώτη κυβέρνηση Κόντε (Λέγκα-M5S), για την οικονομική ανεξαρτησία μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφων και την κοινωνική τους ασφάλιση κλπ. Βέβαια, εκείνο που παραλείπεται να τονισθεί είναι πως όλα τα φασιστοειδή ή λαϊκιστικο-δεσποτικά καθεστώτα προτού προβούνε στα γνωστά “κεφαλοκλειδώματα” στην ενημέρωση, πρώτα με διάφορες παροχές και προνόμια επιδιώκουν να μαυλίσουν και να παρασύρουν στο μέρος τους την “Τέταρτη Εξουσία”, επικαλούμενα την χρεία για “ανεξάρτητη” ενημέρωση.

Η κυβέρνηση Ντράγκι, ο οποίος επιζητεί μία τυπική “ομόνοια” ανάμεσα στους ποικιλόμορφους–κομματικά κι ιδεολογικά–εταίρους που τη στηρίζουν, προκειμένου να φέρει εις πέρας την αποστολή που του ετάχθη από την ΕΕ και την επιχειρηματική εξουσία στην Ιταλία ενόψει της διανομής των κονδυλίων από το Υπερταμείο των Βρυξελλών (τα πρώτα 25 δισεκ. φθάνουν μέσα στον Αύγουστο) σε μεγάλα έργα και την πράσινη ανάπτυξη, προς όφελος των μεγάλων εταιρειών, θα πρέπει μέσα στα ακανθώδη προβλήματα που θα έχει να αντιμετωπίσει εντός του φθινοπώρου και την υπόθεση Ντουριγκόν, αλλά και τα προσκόμματα που θα φέρει η γενικώτεργη ρατσιστική πολιτική της Λέγκας.

Γιατί, εκ του μη όντος, οι Ολυμπιακοί αγώνες έφεραν ακόμη μία μεγάλη αντιπαράθεση στο εσωτερικό της κυβέρνησης, όσον αφορά τις πολιτογραφήσεις ξένων ως Ιταλών, με βάση το ius soli : το δικαίωμα αυτόματα να λαμβάνουν την ιταλική ιθαγένεια επειδή  γεννήθηκαν στην χώρα. Η πλειάδα εκείνη των Ιταλών αθλητών με ξένες ρίζες, που κατά πλειοψηφία χάρισε με τα μετάλλια που κέρδισαν , μία υψηλή κι επίζηλη θέση στην Ιταλία στον παγκόσμιο αθλητικό χάρτη, πυροδότησε μία νέα σύγκρουση με πρωταγωνιστή τον σημαιοφόρο της εθνικής καθαρότητας Σαλβίνι.

Ο ηγέτης της Λέγκας επιτέθηκε με σφοδρότητα ενάντια στην υπουργό Εσωτερικών Λουτσάνα Λαμοργκέζε, η οποία έσπευσε να ενστερνισθεί και να πλειοδοτήσει υπέρ της πρότασης του επικεφαλής της Ιταλικής Ολυμπιακής Ομοσπονδίας Τζοβάνι Μαλαγκό, ο οποίος, ορμώμενος από τις επιτυχίες των “εγχρώμων” και πολιτογραφημένων Ιταλών αθλητών ζήτησε να θεσπισθεί ένα αθλητικό ius solis, το οποίο θα αποβεί άκρως επωφελές για τον αθλητισμό της χώρας και θα βοηθήσει να μη χάνονται ταλέντα.  Μέχρι σήμερα, παιδιά ξένων που γεννιούνται στην Ιταλία μπορούν να συμμετέχουν σε αθλητικές διοργανώσεις στη χώρα, αλλά δεν τους επιτρέπεται να λάβουν και την εθνικότητα, με αποτέλεσμα πολλά ταλέντα να αποκλείονται από τις εθνικές ομάδες, πράγμα που απαιτεί να βελτιωθεί το υπάρχον καθεστώς.

Μπορεί βέβαια, η όποια βελτίωση να είναι μερική και υπό προϋποθέσεις, όμως πάντοτε –όπως φαίνεται–προσκρούει στα λυσσώδη εθνικιστικά ιδεώδη του Σαλβίνι. Ο οποίος κάλεσε τη Λαμορτζέζε πριν αρχίσει να ασχολείται με το ius soli να φροντίσει για τις εκατοντάδες αφίξεις παράνομων μεταναστών. Και πέρνοντας τη σκυτάλη από τον υφυπουργό Οικονομικών (προερχόμενο από τη Λέγκα) Νικόλα Μολτένι, ο οποίος πρώτος έψεξε τη Λαμορτζέζε και ζήτησε παρέμβαση από τον ίδιο τον Ντράγκι για να επιλυθεί το εκρηκτικών διαστάσεων ήδη πρόβλημα με τις αφίξεις μεταναστών, ο Σαλβίνι έσπευσε να κάνει μία επίδειξη εθνικοφροσύνης και να κεφαλαιοποιήσει ένα πρόβλημα που μαστίζει ιδιαίτερα τον Νότο–μία δεξαμενή απ’ όπου επισταμένα πασχίζει τα τελευταία χρόνια να αντλήσει ψήφους.

Κι εάν στην υπόθεση Ντουριγκόν και ius soli προστεθεί και το “διάταγμα Τζαν” για τη ρύθμιση των θεμάτων ταυτότητας φύλου–στο οποίο η Λέγκα κι ως όψιμος θεματοφύλακας της θρησκείας και της ηθικής, έχει πάρει άτεγκτη θέση–το τρίπτυχο τούτο κινδυνεύει να βάλει φωτιά στο εσωτερικό της κυβέρνησης, καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα ( PD) έχει προτάξει την κοινωνική διάσταση του μεταναστευτικού και της ισότητας κι ανεκτικότητας στην κοινωνία στο κυβερνητικό πρόγραμμα που θέλει να προωθήσει στο παρόν διακομματικό σχήμα υπό τον Ντράγκι. Μία σύγκρουση όμως, που πέρα από την πολιτική της διάσταση, επαναφέρει στο προσκήνιο μία άκρως ανησυχητική διαπίστωση: πως η διαθετική (emotional) ροπή που έχει ακολουθήσει η πολιτική, συδαυλισμένη από την οικονομική, εργασιακή και κοινωνική κρίση, υπάρχει κίνδυνος να ανατρέψει όποια πρόοδο έχει καταγράψει ο ορθός λόγος, η ηθική κι η κοινωνία στις παρελθούσες δεκαετίες και να οδηγήσει πάλι στην παραχάραξη της Ιστορίας και των θεσμών, στον εθνικισμό και τον σκοταδισμό και την κοινωνική παραφορά που εκατό χρόνια πριν φύτεψαν στην Ιταλία και κατόπιν άπλωσαν παρακλάδια και σ’ ολάκερον τον κόσμο τα σπέρματα του Φασισμού.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μεγάλη επιχείρηση για εξάρθρωση κυκλώματος παράνομων ελληνοποιήσεων

ΣΥΡΙΖΑ: Τυχοδιωκτισμός η αποστολή ελληνικών δυνάμεων στο Σαχέλ

Κοινή επιδρομή Ουγκάντας και Κονγκό κατά ισλαμιστών ανταρτών

Όταν ο Μητσοτάκης βάζει το χέρι του στις τσέπες των φτωχών ελέω πανδημίας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα