ΑΘΗΝΑ
22:48
|
16.10.2021
H νέα κατάσταση που αχνοφαίνεται στον ιστορικό ορίζοντα, από τους παράγοντες που τη σκιαγραφούν, μπορεί να περιγραφεί ως πολυδιάσπαση της Δύσης.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τον Δεκέμβριο του 2000, στη Σύνοδο Κορυφής της Νίκαιας, ο τότε Πρόεδρος της Γαλλίας υποστήριξε ότι θα έπρεπε να διαμορφωθεί ένας ανεξάρτητος σχεδιασμός για μια δύναμη ταχείας αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Rapid Reaction Force), η οποία θα αναπτυσσόταν σε περιοχές και σε επιχειρήσεις που δεν θα συμμετείχε το ΝΑΤΟ. Η αντίδραση του τότε Αμερικανού Προέδρου ήταν μια προειδοποίηση: οι Η.Π.Α θα αναθεωρούσαν τη δέσμευσή τους προς το ΝΑΤΟ, εάν η Ε.Ε. δημιουργούσε μια πολιτική ασφαλείας ξεχωριστή από τον Οργανισμό του Βορειοατλαντικού Συμφώνου.

Δεκαεπτά χρόνια μετά, στις αρχές του 2017, ένας άλλος Αμερικανός Πρόεδρος θα δηλώσει πως το ΝΑΤΟ είναι απαρχαιωμένο διότι, πρώτον, σχεδιάστηκε πριν από πολλά χρόνια, δεύτερον, τα κράτη-μέλη δεν πληρώνουν τα χρηματικά ποσά που τους αναλογούν και, τρίτον, δεν αντιμετώπισε την τρομοκρατία (Δεν έχει σημασία εάν αργότερα μετέβαλλε τη γνώμη του γιατί θα ακολουθήσουν δηλώσεις και άλλων ηγετών, που θα εκφράσουν τους προβληματισμούς τους για τον Οργανισμό). Κάποιους μήνες αργότερα, η Καγκελάριος της Γερμανίας θα δηλώσει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις ΗΠΑ για την προστασία της, προσθέτοντας πως “οι εποχές κατά τις οποίες θα μπορούσαμε να βασιζόμαστε στους άλλους τελειώνουν… Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε το πεπρωμένο μας στα χέρια μας… πρέπει να δώσουμε τον δικό μας αγώνα για το μέλλον μας, ως Ευρωπαίοι, για τη μοίρα μας”.

Το 2019, δηλαδή δύο χρόνια μετά από τις δηλώσεις του Προέδρου της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης (Η.Π.Α) περί απαρχαιωμένου ΝΑΤΟ, ο Πρόεδρος της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης της Ε.Ε (Γαλλία), θα αναφέρει σε δηλώσείς του πως αυτό που ζούμε είναι ο εγκεφαλικός θάνατος του ΝΑΤΟ. Απαντώντας σε αυτόν, ο Πρόεδρος της μεγαλύτερης μη ατλαντικής στρατιωτικής δύναμης του Οργανισμού (Τουρκία), θα του πει να κοιτάξει μήπως ο ίδιος είναι εγκεφαλικά νεκρός.

Η δήλωση του Γάλλου Προέδρου έγινε με αφορμή την ξαφνική, και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και ειδοποίηση, αποχώρηση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που δρούσαν υποστηρικτά στη βόρεια Συρία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν εκτεθειμένοι τοπικοί συνεργάτες και σύμμαχοι των Η.Π.Α στην περιοχή, και έχει αξία για τρεις λόγους: πρώτον, η συμπεριφορά των Αμερικανών στη Συρία μπορεί να ιδωθεί ως προμήνυμα της συμπεριφοράς των Η.Π.Α στο Αφγανιστάν – υπό αυτή την έννοια μπορούσε να είχε προβλεφθεί. Και πράγματι αυτό συνέβη: η Γαλλία ήταν το πρώτο κράτος που αποχώρησε από το Αφγανιστάν, ήδη από το 2014, δεν ήταν αισιόδοξη για την πορεία και την τύχη της αφγανικής κυβέρνησης, και ξεκίνησε την αποχώρηση των υπηκόων της νωρίτερα από κάθε άλλη χώρα (ήδη από τον περασμένο Μάιο). Δεύτερον, φανερώθηκε πως δεν υπήρχε κανένας συντονισμός για μια κοινή διαδικασία στρατηγικής λήψης αποφάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ (από αμερικανοκεντρική σκοπιά ο μη συντονισμός εκδηλώνεται ως μονομερής απόφαση). Τρίτον, τόσο στη Συρία όσο και στο Αφγανιστάν, παρόλο που στην πρώτη περίπτωση δεν υπήρξε άμεση εισβολή ενώ στη δεύτερη υπήρξε και μάλιστα συνοδευόμενη από μακροχρόνια κατοχή, το κράτος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεν κατάφερε ούτε να προασπίσει το δίκαιο ούτε να επιβεβαιώσει την ισχύ του.

Ο Γάλλος Πρόεδρος σε μια από τις πολλές δηλώσεις του εκείνης της περιόδου, που όλες προειδοποιούσαν για τη γεωπολιτική έκλειψη της Ευρώπης και αφορούσαν το ΝΑΤΟ, έθεσε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, όταν ρώτησε: “Ποιος είναι ο εχθρός μας; Αυτή η ερώτηση χρήζει διευκρίνισης”, επισημαίνοντας και αυτός με τη σειρά του πως η Ευρώπη πλέον δεν μπορεί να βασίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επαναλαμβάνοντας δύο χρόνια μετά τα λόγια της Καγκελάριου της Γερμανίας (σημασία έχει ο θεσμός και λιγότερο το όνομα και το πρόσωπο, εξ ου και δεν αναφέρω ονόματα).

Οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν απίστευτους γόρδιους συμμαχικούς δεσμούς. Παραδείγματος χάριν, κάνουν συμβιβασμό σε ό,τι αφορά την κατασκευή του Nord Stream 2, που θα συνδέει τη Ρωσία με τη Γερμανία παρακάμπτοντας την Ουκρανία, και στην Πολωνία προβληματίζονται για την αξιοπιστία των Η.Π.Α – προβληματισμός που πιθανότατα θα οδηγήσει τους Πολωνούς να πυκνώσουν τις σχέσεις τους σε περιφερειακή κλίμακα με τους Ρουμάνους και τους Τούρκους, την ίδια στιγμή που η Τουρκία έχει αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τη Ρωσία (όπως και η Γερμανία). Εδώ έχουμε το κυνήγι του ατλαντικού σκύλου με την ουρά του – με τη Γερμανία, τη Ρωσία και την Τουρκία να τον παρακολουθούν. Και τη Γαλλία να διαμαρτύρεται.

Οι Η.Π.Α υποτίθεται πως δεν έχουν ανάγκη κανέναν όμως, τελικά, έχουν ανάγκη τους πάντες. Εξ ου και το Τριμερές Αμυντικό Σύμφωνο μεταξύ Η.Π.Α, Ηνωμένου Βασιλείου και Αυστραλίας, η λεγόμενη AUKUS, δίχως την Ινδία και την Ιαπωνία (και σε μικρότερο βαθμό τις Φιλιππίνες και το Βιετνάμ), δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια μεγεθυμένη και ξαναζεσταμένη ANZUS του 1951, 70 χρόνια μετά – ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, η AUKUS περισσότερα διακρατικά προβλήματα θα προκαλέσει στον Ατλαντικό, και στις σχέσεις μεταξύ ευρωπαϊκών και αγγλόφωνων κρατών, παρά θα επιλύσει ζητήματα στον Ειρηνικό.

Όπως οι διαπραγματεύσεις για την Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP), που ξεκίνησαν το 2013, σταμάτησαν χωρίς να ολοκληρωθούν στο τέλος του 2016, μετά από την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (και με απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε το 2019 χαρακτηρίστηκαν ως ξεπερασμένες και άνευ σημασίας), έτσι αποτελεί ρεαλιστική πιθανότητα η κατάρρευση της εμπορικής συμφωνίας Ε.Ε.-Αυστραλίας, μετά από το Τριμερές Σύμφωνο του Άγγλοσαξωνικού Άξονα – το οποίο έρχεται στη ζωή μετά από την προαναφερθείσα μεταβολή του 2016, δύο σημαντικές εξελίξεις του 2021, και την ολοκλήρωση μιας ιστορικής περιόδου που, στη μικρή της κλίμακα, ξεκίνησε είκοσι χρόνια νωρίτερα, το 2001.

Η εισβολή στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021 και η πτώση της Καμπούλ στους Ταλιμπάν την 15η Αυγούστου 2021, τα δύο αυτά γεγονότα, σηματοδοτούν την ολοκλήρωση ενός εικοσαετούς ιστορικού κύκλου για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που ξεκίνησε με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και στο Πεντάγωνο.

Εάν η αξιοπιστία, η εξέχουσα θέση, η παγκόσμια ισχύς και το διεθνές κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής εδράζεται σε μεγάλο βαθμό στη γεωπολιτική δύναμή τους, σε ό,τι αφορά το εξωτερικό, και στην έλξη του κοινωνικού τους μοντέλου, σε ό,τι αφορά το εσωτερικό, τότε η εισβολή στο Καπιτώλιο και η πτώση της Καμπούλ, αποτελούν την εσωτερική και εξωτερική μορφή της ολοκλήρωσης αυτού του εικοσαετούς ιστορικού κύκλου.

Η εξωτερική αμφισβήτηση του μύθου και η επίθεση στα σύμβολα της εμπορικής και στρατιωτικής παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας το 2001, ολοκληρώθηκε με την εισβολή ατάκτων στο κτίριο-σύμβολο της εθνικής συνοχής και της ομοσπονδιακής εξουσίας, και την άτακτη αποχώρηση από τη χώρα-σύμβολο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Αν μάλιστα, στα δύο προηγούμενα, σταθμίσουμε και την διαχείριση της πανδημίας, τότε το 2021 αποτελεί το καταστροφικότερο έτος για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μεταψυχροπολεμικά (1991-2021).

Από το “Nous sommes tous Américains” το 2001 και την ενεργοποίηση (για πρώτη και μόνη φορά) του άρθρου 5 της ιδρυτικής συνθήκης του ΝΑΤΟ, δηλαδή της ρήτρας συλλογικής άμυνας, οδηγηθήκαμε είκοσι χρόνια μετά στην άτακτη ΝΑΤΟϊκή αποχώρηση απο το Αφγανιστάν, την επαναφορά του ζητήματος της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στο “A la demande du Président de la République, j’ai décidé du rappel immédiat à Paris pour consultations de nos deux ambassadeurs aux États-Unis et en Australie”, με αφορμή το Τριμερές Αμυντικό Σύμφωνο ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το Ηνωμένο Βασίλειο και το κράτος της Αυστραλίας – ένα σύμφωνο το οποίο θα πρέπει να ιδωθεί υπό πολλαπλά πρίσματα, πέρα από το προφανές: Κίνα.

Αφού επισημάνουμε πως στο κείμενο προϋποτίθεται ως αυτονόητη και κοινή γνώση το γεγονός ότι η Γαλλία καλύπτει τα εθνικά της συμφέροντα πίσω από τα ευρωπαϊκά ή, για να το θέσουμε ευρύτερα, ότι ντύνει και προωθεί τα συμφέροντά της μέσω υπερεθνικών και “οικουμενικών” πέπλων ―πέραν του “εξευρωπαϊσμού” τους, δηλαδή της προώθησης των γαλλικών συμφερόντων ως “ευρωπαϊκών”―, με κυριότερα από αυτά τα πέπλα να είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα, η φεμινιστική διπλωματία, η διεθνής δικαιοσύνη, οι επείγουσες ανθρωπιστικές δράσεις, η φραγκοφωνία και οι πολιτικές για το κλίμα και το περιβάλλον, μπορούμε να τονίσουμε το εξής:

Το επιχείρημα ότι η Γαλλία πάντοτε είχε παρεμφερείς συμπεριφορές, απέναντι στις Η.Π.Α, και ότι τα λόγια περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας επαναλαμβάνονται εδώ και χρόνια, αποκρύπτει το εξής απλό αλλά ουσιαστικό – το 2021 δεν είναι ούτε 2001 ούτε 1981.

Η ορθολογική και δικαιολογημένη εκτίμηση πως μια προσπάθεια διαμόρφωσης ευρωπαϊκής κυριαρχίας, αυτονομίας και άμυνας, μπορεί να μην έχει ρεαλιστικές πιθανότητες (για λόγους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς, στους οποίους δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ λόγω χώρου), δεν θα πρέπει να μας παραπλανά και να μας οδηγεί να χάνουμε από τα μάτια μας ορισμένες σημαντικές μεταβολές, που λαμβάνουν χώρα:

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι στην Ευρώπη προσλαμβάνουν, πλέον, τις Η.Π.Α ως μια ηθικά και πολιτικά κατεστραμμένη, ή το λιγότερο απομυθοποιημένη, δύναμη (αντίληψη που ασφαλώς δεν ίσχυε πριν από δύο δεκαετίες). Ως μια δύναμη που πιθανότατα θα την υπερκεράσει η Κίνα εντός των επόμενων δεκαετιών σε κρίσιμους τομείς. Μια τέτοια μεταβολή στον τρόπο που προσλαμβάνει κανείς τις Η.Π.Α σημαίνει ότι, σταδιακά, το αμερικανικό κράτος χάνει τη μάχη του ιστορικού ορίζοντα (αποκορύφωση της αμερικανικής επιρροής και ισχύος, υπό αυτό το πρίσμα, υπήρξε η πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας αρκετοί άνθρωποι πίστεψαν πως ζούμε κάποιο Τέλος της Ιστορίας). Επίσης, μια τέτοια αντίληψη επιφέρει αλλαγές στον τρόπο που προσεγγίζονται οι διατλαντικές σχέσεις και η βορειοατλαντική συμμαχία συνολικά. Πλέον, κάθε φορά που μια αμερικανική απόφαση δεν συνυπολογίζει τα συμφέροντα κεντρικών ευρωπαϊκών κρατών, επανέρχεται το ζήτημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, με τις φωνές να πυκνώνουν και να δυναμώνουν.

Το 2001 οι περισσότεροι πολίτες στην Ευρώπη θεωρούσαν την ήπειρό τους αδύναμη και την Αμερική πανίσχυρη. Είκοσι χρόνια μετά, ολοένα και περισσότεροι “Ευρωπαίοι” είναι σκεπτικοί, δύσπιστοι ή επιφυλακτικοί για τη δύναμη της Αμερικής (αυτή η μεταβολή στις συνειδήσεις δεν θα πρέπει να υποτιμάται. Οι διαφοροποιήσεις ορισμένων κρατών που τελούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες και έχουν ιδιαίτερες ανάγκες δεν αλλάζει τη μεγάλη εικόνα που διαμορφώνεται. Κράτη όπως η Πολωνία και η Νορβηγία λόγω Ρωσσίας και η Δανία λόγω Γερμανίας αποτελούν μια ιδιαίτερη ομάδα χωρών. Και η Ελλάδα, παρόλο που είναι μέλος και της Ε.Ε και της ευρωζώνης, αισθάνεται έναν μαγνητισμό προς αυτό το γκρουπ, λόγω Τουρκίας. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: η Τουρκία είναι πιο κοντά σε αυτό το ατλαντικό γκρουπ κρατών). Επιπλέον, είναι αμφίβολο εάν η πλειοψηφία των πολιτών στα κράτη-μέλη της Ε.Ε έχουν ως προτεραιότητά τους να ζήσουν το νεοψυχροπολεμικό remake ενός νέου διπολισμού, που στη θέση της Ε.Σ.Σ.Δ θα βρίσκεται η Κίνα (αυτό συνήθως υποστηρίζεται από Ατλαντιστές οι οποίοι, για όσο διάστημα είχε υπέρτατη δύναμη ασκώντας αδιαμφισβήτητη επιρροή η έννοια της Δύσης, μπορούσαν να παρουσιάζονται και ως Ευρωπαϊστές. Ουσιαστικά, αυτή η γραμμή σκέψης αντιλαμβάνεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως υπερμεγεθυμένο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή ως μονόπλευρα υπερεξαρτημένη ουρά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής).

Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, σταδιακά, διαμορφώνεται ένα κλίμα και μια συνείδηση που συναντάμε και στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου πλανήτη: ότι δηλαδή οι κοινωνίες θα προτιμούσαν να μείνουν αμέτοχες, ή να μην αναγκαστούν να επιλέξουν πλευρές, σε μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ Η.Π.Α και Κίνας. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τους πολίτες ευρωπαϊκών κρατών, τούτο δεν συμβαίνει απλώς επειδή δεν επιθυμούν μια τέτοια σύγκρουση αλλά και επειδή δεν πιστεύουν πως θα βρίσκονται με αυτονόητο τρόπο στην πλευρά του νικητή – δηλαδή αμφιβάλλουν για τις δυνατότητες και την ικανότητα των Αμερικανών να επικρατήσουν σε μια τέτοια σύγκρουση (επιβεβαιώνοντας πως η απώλεια αξιοπιστίας των Η.Π.Α έχει δημιουργήσει κρίση εμπιστοσύνης). Ο ψυχρός πόλεμος υπήρξε “καλός” για αρκετά ευρωπαϊκά κράτη επειδή βρέθηκαν στην πλευρά του νικητή – και όχι του ηττημένου.

Τέλος, δεν είναι τυχαίο πως ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι, πλέον, τοποθετούν την έννοια “Δύση” εντός εισαγωγικών. Ποιες είναι άραγε οι έννοιες που κερδίζουν έδαφος την ίδια στιγμή που η έννοια της “Δύσης” σχετικοποιείται και υποχωρεί; Η “Ευρώπη” (έστω ως ψυχολογικό αποκούμπι) και η “Παρακμή”.

Εάν, λοιπόν, η σκέψη μας καθηλωθεί απλώς στη μη ρεαλιστική πιθανότητα μιας “ευρωπαϊκής” κυριαρχίας και αυτονομίας, όλα αυτά εξαφανίζονται. Και όχι μόνο. Καθώς, εάν τα προηγούμενα θεωρηθούν γνώμες ή ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας, υπάρχουν και κάποια ακόμα, πρωταρχικά και κύρια, που χάνονται από τη ματιά μας:

Η θέση του Προέδρου της Γαλλίας, το 2000, για μια δύναμη ταχείας αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έγινε μετά από δηλώσεις της Καγκελαρίου της Γερμανίας πως “οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε το πεπρωμένο μας στα χέρια μας”, ούτε μετά από μια θεμελιώδη μεταβολή και μια νέα κατάσταση κατά την οποία, για πρώτη φορά, οι δύο από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη βρίσκονται στην περιοχή της ανατολικής Ασίας ή της Ασίας του Ειρηνικού. Το 2000 ακολούθησε, αρχικά, το 2013 με την αποκάλυψη της παρακολούθησης του κινητού τηλεφώνου ενός ή μιας Καγκελάριου της Γερμανίας και, έπειτα, το 2016 με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα λόγια του Σιράκ προηγήθηκαν των δηλώσεων του Τράμπ πως το ΝΑΤΟ είναι παρωχημένο και του Μακρόν πως είναι εγκεφαλικά νεκρό, και δεν ειπώθηκαν μετά, αλλά πριν, από δύο συνεχείς περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Η.Π.Α δεν μπόρεσαν ούτε να προασπίσουν το δίκαιο ούτε να επιβεβαιώσουν την ισχύ τους. Τέλος, οι δηλώσεις περί ευρωπαϊκής άμυνας δεν έπονται αλλά προηγούνται, κατά δύο δεκαετίες μάλιστα, της ήττας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στο Αφγανιστάν και στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Το 2021 δεν είναι ούτε 2001 ούτε 1981.

Όλα τα προηγούμενα αποτελούν σημεία καμπής και παράγοντες που διαμορφώνουν μια ακολουθία γεγονότων και πραγμάτων, σκιαγραφώντας μια νέα κατάσταση ή συνθήκη.

Ποιος θα είναι ο τελευταίος από αυτούς τους παράγοντες που θα προστεθούν στην υπάρχουσα κατάσταση, διαδραματίζοντας τον αποφασιστικό ρόλο για τη μεταβολή της, δηλαδή ποιο θα είναι το κατ’ εξοχήν αίτιο (και αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι θα αντιληφθούν ως και το μοναδικό), δεν γνωρίζουμε. Ίσως να μην έχει και ιδιαίτερη σημασία, καθώς αυτό το λεγόμενο κατ’ εξοχήν αίτιο δεν θα είναι, ασφαλώς, ο ουσιαστικός παράγοντας και λόγος για την καθοριστική μεταβολή (όπως δεν ήταν τα λόγια του Τραμπ πριν από την εισβολή στο Καπιτώλιο ή η εντολή του Μπάιντεν πριν από την άτακτη αποχώρηση των στρατευμάτων από το αεροδρόμιο της Καμπούλ), παρά ο λόγος και η αιτία θα βρίσκεται στην όλη κατάσταση που θα έχει διαμορφωθεί. Μπορεί να μη γνωρίζουμε, λοιπόν, ποιο θα είναι το τελευταίο αυτό αίτιο, όμως αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι πως η νέα κατάσταση που αχνοφαίνεται στον ιστορικό ορίζοντα, από τους παράγοντες που τη σκιαγραφούν, μπορεί να περιγραφεί ως πολυδιάσπαση της Δύσης.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Τέξας: Πυροβολισμοί κατά αστυνομικών έξω από κλαμπ

Ρωσία: Δεκαοκτώ νεκροί από νοθευμένο αλκοόλ

Αίγυπτος: Αλληλεγγύη προς τον λαό της Ελλάδας για τις καταστροφικές πλημμύρες

Ιταλία: «Διακόσιες χιλιάδες πολίτες» πήραν μέρος στην κινητοποίησή

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα