ΑΘΗΝΑ
22:17
|
03.12.2021
Τα τελευταία χρόνια το ινδικό δημοκρατικό πολίτευμα τείνει να διολισθήσει σε ένα τρομακτικά αυταρχικό καθεστώς, αν αυτό δεν έχει ήδη συμβεί.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Πριν λίγες εβδομάδες ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, συμμετέχοντας τόσο σε συναντήσεις στο πλαίσιο της διπλωματικής πρωτοβουλίας Quad, όσο και στην 76η σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε, στην οποία έκανε μάλιστα και την εναρκτήρια ομιλία.

Στις 24 Σεπτεμβρίου στη συνάντησή του με την Αμερικανίδα αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις, δήλωσε ότι το γεγονός πως η Ινδία είναι η μεγαλύτερη δημοκρατία και οι ΗΠΑ η παλαιότερη δημοκρατία του κόσμου, καθιστά τις δύο χώρες φυσικούς εταίρους. Μια μέρα αργότερα, στην ομιλία του στον ΟΗΕ, διακήρυξε ότι η χώρα του είναι γνωστή και ως η “μητέρα όλων των δημοκρατιώνˮ.

Κατά πόσο όμως ανταποκρίνονται οι ισχυρισμοί του Ινδού πρωθυπουργού στην πραγματική κατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα του; Ή αλλιώς, πόσο δημοκρατική είναι η “μεγαλύτερη δημοκρατία” του κόσμου;

Σύμφωνα με παγκόσμιους δείκτες που αξιολογούν την ποιότητα της δημοκρατίας, η Ινδία υποβαθμίζεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, ειδικά από το 2014, οπότε ανέλαβε την εξουσία το εθνικιστικό κόμμα του Μόντι, Μπαρατίγια Τζανάτα. Ενδεικτικά, τα τελευταία έξι χρόνια, η Ινδία κατρακύλησε 26 θέσεις (από την 27η στην 53η) στον Δείκτη Δημοκρατίας, που δημοσιεύτηκε από τo Economist Intelligence Unit. Στην έκθεση του 2019 του ίδιου ινστιτούτου, ο βασικότερος λόγος αυτής της καθίζησης θεωρήθηκε η “συρρίκνωση των πολιτικών ελευθεριώνˮ στη χώρα.

Το έλλειμμα δημοκρατίας στην Ινδία του Μόντι καταδεικνύεται και από διάφορα άλλα ανεξάρτητα ινστιτούτα και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Για παράδειγμα, ήδη από το 2018, σε έκθεση του το σουηδικό ινστιτούτο “V-demˮ είχε κατατάξει την Ινδία στις “εκλογικέςˮ δημοκρατίες (και όχι πλέον στις “φιλελεύθερεςˮ) του κόσμου, διαπιστώνοντας περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, λογοκρισία των μέσων ενημέρωσης και μια γενικότερη συρρίκνωση της σφαίρας της κοινωνίας των πολιτών. Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε πριν λίγους μήνες, το ίδιο ινστιτούτο υποβιβάζει τη χώρα από “εκλογική δημοκρατίαˮ σε “εκλογική απολυταρχίαˮ (“electoral autocracyˮ), έναν όρο που υποδηλώνει τις ραγδαίες διαδικασίες από-δημοκρατικοποίησης σε μια χώρα.

Τέλος, στην πρόσφατη ετήσια έκθεσή του το αμερικάνικο παρατηρητήριο για τη δημοκρατία Freedom House υποβάθμισε την Ινδια από “ελεύθερηˮ σε “εν μέρει ελεύθερηˮ χώρα, επικαλούμενο πρωτίστως ένα “πολυετές μοτίβο… αυξανόμενης βίας και διακρίσεων που επηρεάζει τον μουσουλμανικό πληθυσμόˮ. Επιπλέον, καταλογίζει στην κυβέρνηση Μόντι ότι φιμώνει και καταστέλλει την όποια έκφραση κριτικής στις κυβερνητικές πολιτικές που γίνεται από πλευράς μέσων ενημέρωσης, ακαδημαϊκών, ομάδων της κοινωνίας των πολιτών και διαδηλωτών.

Συνεπώς, μπορεί να ειπωθεί ότι στην καλύτερη και πιο αισιόδοξη εκδοχή τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σταδιακή υπονόμευση της δημοκρατίας ή στην χειρότερη (και συνάμα πιο ανησυχητική) εκδοχή, ότι το ινδικό δημοκρατικό πολίτευμα τείνει να διολισθήσει σε ένα τρομακτικά αυταρχικό καθεστώς, αν αυτό δεν έχει ήδη συμβεί.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση που επικρατεί στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ειδικά των θρησκευτικών μειονοτήτων και ιδίως της μουσουλμανικής. Πέρα από την χωρο-κοινωνική και οικονομική τους περιθωριοποίηση, τις διακρίσεις, τον εκφοβισμό και τις δηλώσεις μίσους, έχουν να αντιμετωπίσουν και περιπτώσεις ακραίας σωματικής βίας εναντίον τους (ξυλοδαρμούς, λιντσαρίσματα, δολοφονίες).

Όλα αυτά δεν αποτελούν ένα περιθωριακό φαινόμενο και ούτε μπορούν να θεωρηθούν τυχαία. Σε πολύ μεγάλο βαθμό οφείλονται στην περιρρέουσα εθνικιστική ατμόσφαιρα που έχει καλλιεργηθεί από το κυβερνών Μπαρατίγια Τζανάτα και το RSS. Το RSS (Ραστρίγια Σουαγιαμσέβακ Σανγκ ή “Εθνική Εθελοντική Οργάνωσηˮ) είναι μια γιγαντιαία παραστρατιωτική οργάνωση, με φασιστικά χαρακτηριστικά, η οποία προάγει τον ινδουιστικό εθνικισμό.

To Μπαρατίγια Τζανάτα του Μόντι αποτελεί το πολιτικό σκέλος της. Μάλιστα, ο ίδιος ο Μόντι υπήρξε μέλος και οργανωτής του RSS για πολλά χρόνια, πριν ενταχθεί στο Μπαρατίγια Τζανάτα.

Τα ίδια τα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών της Ινδίας, καταδεικνύουν την τρομακτική έξαρση της κομουναλιστικής βίας (ιδίως ενάντια σε Μουσουλμάνους) από το 2015 έως το 2017 (από το 2018 και μετά δεν δημοσιεύτηκαν τα αντίστοιχα στοιχεία). Το 2015 καταγράφηκαν 751 επιθέσεις από τις οποίες σκοτώθηκαν 97 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 2264. Το 2017 σημειώθηκαν 822 ανάλογες επιθέσεις στις οποίες σκοτώθηκαν 111 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 2384.

Φρικιαστικές έχουν υπάρξει οι περιπτώσεις λιντσαρίσματος Μουσουλμάνων αλλά και ντάλιτ (κατώτερες κάστες , πρώην “ανέγγιχτοιˮ) από τους λεγόμενους “προστάτες αγελάδωνˮ (gau rakshaks) που συνήθως ανήκουν σε οργανώσεις (π.χ. την Bhartiya Gau Raksha Dal, Ινδική Ένωση Προστασίας Αγελάδας), οι οποίες πρόσκεινται στην ινδουιστική δεξιά και ακροδεξιά. Ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις ελέγχονται άμεσα από το RSS και συνήθως δρουν με την ανοχή των τοπικών αρχών, ιδίως σε πολιτείες που κυβερνά το Μπαρατίγια Τζανάτα, όπως το Ουτάρ Πραντές και η Χαριάνα.

Τα θύματα κατηγορούνται, πολλές φορές χωρίς βάσιμα στοιχεία, είτε για σφαγιασμό αγελάδας, είτε εμπόριο ή κατανάλωση βόειου κρέατος. Πριν το 2014 πάντως φαίνεται ότι δεν είχαν αναφερθεί λιντσαρίσματα Μουσουλμάνων στο “όνομα τις ιερής αγελάδας” , παρά μόνο ελάχιστες περιπτώσεις. Από το 2015 και μετά, ο έγκυρος ειδησεογραφικός ιστότοπος The quint έχει καταγράψει συνολικά πάνω από εκατό περιπτώσεις λιντσαρίσματος με θύματα κυρίως Μουσουλμάνους, αλλά και ντάλιτ και αντιβάσι (φυλές), όχι μόνο για την υποτιθέμενη προστασία της αγελάδας, αλλά και ως απόρροια καστικού ρατσισμού για τους δεύτερους.

Όσον αφορά τις ΗΠΑ, και παρά τις καταδικαστικές εκθέσεις για την κατάσταση της δημοκρατίας στην Ινδία, όχι μόνο διστάζουν να ασκήσουν κριτική για την υποχώρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, (πέρα από τη χλιαρή αναφορά του υπουργού Εξωτερικών Μπλίνκεν σε επίσκεψή του στην Ινδία τον περασμένο Ιούλιο), αλλά επιλέγουν επιπλέον να διατηρούν επαφή με το ίδιο το RSS. Στις 8 Σεπτεμβρίου , λίγο πριν το ταξίδι Μόντι στη Νέα Υόρκη, ο απερχόμενος Αμερικάνος πρέσβης στην Ινδία, Atul Keshap, είχε συνάντηση με τον αρχηγό του RSS, Mohan Bhagwat.

Κανείς δεν ξέρει τί μπορεί να ειπώθηκε σε αυτή τη συζήτηση που κρατήθηκε ιδιωτική: η ουσία όμως είναι ότι με αυτό τον τρόπο οι ΗΠΑ αθωώνουν το RSS, νομιμοποιώντας το παράλληλα στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.

Φυσικά δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι οι Αμερικάνοι διπλωμάτες έχουν άγνοια για τη δράση και την ιδεολογία του RSS, και τη σχέση του με το Μπαρατίγια Τζανάτα. Η ίδια η CIA σε έκθεση της ήδη από το 1998 χαρακτηρίζει το RSS ως “σοβινιστική οργάνωσηˮ και σημειώνει ότι το Μπαρατίγια Τζανάτα αποτελεί τον πολιτικό του βραχίονα. Επιπλέον, αναφέρει ότι το RSS είχε απαγορευτεί το 1948, αφού ένα από τα μέλη του είχε δολοφονήσει τον Μαχάτμα Γκάντι. Μάλιστα πιο πρόσφατα, το 2018, η CIA κατονόμασε το θρησκευτικό σκέλος του RSS, VHP και τη νεανική πτέρυγα του δεύτερου, Bajrang Dal ως “εξτρεμιστικές θρησκευτικές οργανώσειςˮ.

Συνεπώς, οι μεγαλόστομες αναφορές των Δημοκρατικών Προέδρων (πρόσφατα του Μπάιντεν αλλά και του προκατόχου του Ομπάμα το 2015) στον Μαχάτμα Γκάντι και τις αρχές του, είναι βαθύτατα υποκριτικές, αφού γνωρίζουν ότι η Ινδία τα τελευταία χρόνια κυβερνάται από το πολιτικό μέτωπο μιας οργάνωσης η οποία διαφωνεί κάθετα στις αρχές αυτές, όπως η μη-βία (ή αχίμσα), και θεωρείται επιπλέον υπεύθυνη για τη φυσική εξόντωσή του.

Πριν από τη συνάντηση Μπάιντεν-Μόντι στη Νέα Υόρκη, είχαν προηγηθεί διεξοδικές συζητήσεις και εκκλήσεις προς τον Αμερικάνο πρόεδρο, φορέων όπως η Αμερικάνικη Επιτροπή για την Παγκόσμια Θρησκευτική Ελευθερία (USCIRF), εκπροσώπων μη κυβερνητικών οργανώσεων (π.χ. Human Rights Watch και Διεθνής αμνηστία) και ακαδημαϊκών, να φέρει ενώπιον του Ινδού συνομιλητή του το ζήτημα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ινδία. Πραγματοποιήθηκαν μάλιστα συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας από ινδο-αμερικανικές οργανώσεις κατά των Μόντι-RSS στη Νέα Υόρκη.

Παρόλα αυτά, ο Αμερικάνος Πρόεδρος απέφυγε να κάνει την οποιαδήποτε δημόσια αναφορά. Στο ίδιο μήκος κύματος, η (εν μέρει ινδικής καταγωγής) Κάμαλα Χάρις, με αρκετά ασαφή τρόπο, ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές οφείλουν να προασπίσουν τις δημοκρατικές αρχές και τους δημοκρατικούς θεσμούς στις χώρες τους. Ταυτόχρονα, τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν δείχνουν καμία επικριτική διάθεση προς την ινδική κυβέρνηση, αλλά αντιθέτως διατηρούν φιλικές σχέσεις.

Γιατί όμως η Δύση κάνει τα στραβά μάτια;

Ένας αρκετά προφανής λόγος είναι πως η Ινδία εξυπηρετεί τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ οι οποίες στοχεύουν στην αναχαίτιση της Κίνας, ειδικά στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας. Ούσα ισχυρή στρατιωτική και πυρηνική δύναμη, η Ινδία λειτουργεί ως αντίβαρο στην Κίνα προς όφελος των ατλαντικών συμφερόντων στην περιοχή. Στα ίδιο πλαίσιο κινείται άλλωστε και η εμβάθυνση της συμμαχίας των χωρών Quad (ΗΠΑ, Ινδία, Ιαπωνία, Αυστραλία). Οι ΗΠΑ εξάλλου έχουν αρκετούς λόγους να ανησυχούν με την ενδυνάμωση του άξονα Κίνας-Ρωσίας στην Ασία, ειδικά μετά την αποχώρηση των νατοϊκών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, ενώ η Ινδία έχει πολλούς λόγους να επιθυμεί την αποσταθεροποίηση των Ταλιμπάν, τους οποίους θεωρεί ενεργούμενο του παραδοσιακού εχθρού της, Πακιστάν.

Κατά τη συνήθειά τους, οι ΗΠΑ τείνουν να κάνουν επιλεκτική κριτική για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ασιατικές χώρες. Κρατούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, δυο μέτρα και δυο σταθμά για τους αντιπάλους τους και τους συμμάχους τους. Από τη μία, για παράδειγμα, κόπτονται για τυχόν παραβιάσεις των δικαιωμάτων της θρησκευτικής (μουσουλμανικής) μειονότητας των Ουιγούρων στην Κίνα ή καταγγέλλουν δριμύτατα την καταστολή των αντιφρονούντων στη Ρωσία. Από την άλλη, όμως, δεν έχουν πολλά να πουν για το όργιο καταστολής των διαφωνούντων με την κυβέρνηση Μόντι ή για τις καθημερινές κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων των περίπου διακοσίων εκατομμυρίων Ινδών Μουσουλμάνων. Σημαντική παράμετρο αποτελεί και η στενή συνεργασία της κυβέρνησης Μόντι με το Ισραήλ, με ιδεολογική συγκολλητική ύλη τον εθνικισμό της “εξαίρεσης” και την ισλαμοφοβία.

Παράλληλα, πολλά ευρωπαϊκά κράτη ευθυγραμμίζονται με την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική, αδιαφορώντας για το ποιόν του καθεστώτος Μόντι και το έλλειμμα δημοκρατίας στη χώρα.

Μελλοντικά η στάση αυτή της Δύσης πιθανώς θα έχει συνέπειες. Μετά το φιάσκο του Αφγανιστάν, διακυβεύεται και η ελάχιστη εναπομείνασα υπόληψη των ΗΠΑ, αλλά και του ευρωατλαντικού άξονα ευρύτερα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Και η Τσεχία στον δρόμο του υποχρεωτικού εμβολιασμού για τους άνω των 60

Εξοπλιστική συμφωνία «μαμούθ» Γαλλίας – Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων

Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος Ακροάματος: «Όχι στη φίμωση της τέχνης»

«Φοβάμαι. Και ποιο πολίτευμα στηρίζεται πάνω στο φόβο των πολιτών;»

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα