ΑΘΗΝΑ
08:04
|
02.12.2021
Ο Μάικλ Μπέκλει αμφισβητεί τη συμβατική σοφία και προβλέπει -εκτός απροόπτου- έναν ακόμη αμερικανικό αιώνα.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Και μόνο ο τίτλος του βιβλίου του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Ταφτς, Μάικλ Μπέκλει (Michael Beckley), αρκεί για να μην κατηγορηθεί για υποταγή στην συμβατική σοφία.

Το «Unrivaled: Why America Will Remain the World’s Sole Superpower» είναι ένα μικρό σε μέγεθος αλλά εντυπωσιακό σε σύλληψη πόνημα, άξιο να επαινεθεί όχι μόνο γιατί προκαλεί τη διαδεδομένη στην ακαδημαϊκή κοινότητα και διατρέχουσα όλο το πολιτικό φάσμα άποψη ότι βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της μονοπολικότητας υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ αλλά κυρίως γιατί αυτό του το εγχείρημα στηρίζεται στην εισαγωγή νέων μεθόδων καταγραφής και υπολογισμού της ισχύος των κρατών, διευρύνοντας τα κριτήρια της αποτίμησής της τελευταίας.

Παρότι δε μεσολάβησαν τρία χρόνια από την κυκλοφορία του, η συγκυρία της απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, το οποίο χαρακτηρίστηκε από πλήθος αναλυτών ανεπούλωτο τραύμα και «η αρχή του τέλους» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, το καθιστά εξαιρετικά επίκαιρο και χρήσιμο για τη συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά με το αν η Κίνα είναι προορισμένη να διαδεχθεί μακροπρόθεσμα τις Ηνωμένες Πολιτείες στην διεύθυνση των υποθέσεων του κόσμου.

Unrivaled: Why America Will Remain the World's Sole Superpower (Cornell  Studies in Security Affairs): Beckley, Michael: 9781501724787: Amazon.com:  Books

Ζητήματα κόστους και ιστορίας

Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Μπάκλει επιδιώκει να απαντήσει στο εξής απλό ερώτημα. Πως γίνεται τόσοι πολλοί αναλυτές, διαμορφωτές πολιτικής αλλά και η πλειοψηφία της αμερικανικής γνώμης να κάνουν λάθος όταν εκτιμούν πως η Κίνα θα υποσκελίσει τις ΗΠΑ στον διαγκωνισμό  για το ποια θα είναι η ηγέτιδα δύναμη του πλανήτη;

Ο Μπέκλει αποδίδει το γεγονός σε δύο βασικά μειονεκτήματα της σύγχρονης βιβλιογραφίας. Πρώτον, στον τρόπο που οι δείκτες μέτρησης της κρατικής ισχύος προσμετρούν τους πόρους κάθε έθνους, δίχως ωστόσο να υπολογίζουν τα κόστη που είναι απαραίτητα για να καλυφθούν οι ανάγκες των εθνών. Δεύτερον, στην ιστορικιστική προσέγγιση και στην έμφυτη τάση της να βλέπει το μέλλον ως μια αναπαραγωγή των κανόνων του παρελθόντος. Αυτή η οπτική, βασίζεται στη βεβαιότητα πως όλες οι μεγάλες δυνάμεις έχουν συγκεκριμένη διάρκεια ζωής που διαρκεί μέχρις ότου η μέγιστη ακμή τους να συναντηθεί με την αρχή της νομοτελειακής παρακμής τους.

Ως προς το ζήτημα του κόστους, ο Μπέκλει υποστηρίζει πως οι παρόντες δείκτες υπερβάλουν ως προς την πραγματική ισχύ μεγάλων σε έκταση και πολυπληθών κρατών όπως η Κίνα ή η Ινδία, γιατί ενώ εστιάζουν μανιωδώς στο μέγεθος με όρους ΑΕΠ και στρατιωτικής δύναμης παραβλέπουν τρία είδη κόστους. Τα κόστη παραγωγής (το κόστος για να τρέξουν οι δουλειές με πιο αγοραίους όρους) αφορούν όχι μόνο τις εισροές της παραγωγικής διαδικασίας (γη, εργασία κεφάλαιο) αλλά και τις αρνητικές εξωτερικότητες που δημιουργούνται στην προσπάθεια να παραχθεί πλούτος. Τα κόστη επιβίωσης και ευημερίας έχουν να κάνουν με τις δαπάνες που καταναλώνει ένα κράτος για εκπαίδευση, υγεία, κοινωνική ασφάλιση και την ποιότητα των κοινωνικών αγαθών. Τέλος, τα κόστη ασφάλειας αφορούν την καταστολή και τις στρατιωτικές δαπάνες.

Τα κόστη παραγωγής είναι πολύ μεγαλύτερα για τον «κινεζικό δράκο» τονίζει ο συγγραφέας, τονίζοντας πως μια ανερχόμενη υπερδύναμη όπως η Κίνα, με τριπλάσιο πληθυσμό της ανταγωνίστριάς της υπολείπεται επτά φορές ως προς την παραγωγικότητα του κεφαλαίου. Αυτό προκύπτει εξηγεί αφενός για λόγους που έχουν να κάνουν με το επίπεδο του ανθρώπινου κεφαλαίου κι αφετέρου με την οργάνωση της παραγωγής.

Με απλά λόγια οι Αμερικανοί εργάτες είναι πιο υγιείς και πιο μορφωμένοι από τους Κινέζους,  με τους τελευταίους να «υπερτερούν» κατά 40% σε ότι αφορά τις βασικές αιτίες θανάτου (τα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο προ Covid-19) εκτός του διαβήτη και της χρήσης τοξικών ουσιών και να μειονεκτούν παράλληλα σημαντικά  σε σχέση με όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, με τις ΗΠΑ να διαθέτουν τετραπλάσιο ποσοστό εργατικής δύναμης με πτυχίο (44%) έναντι της Κίνας (10%), της οποίας παραπάνω από το 1/3 του εργατικού δυναμικού της δεν έχει ολοκληρώσει το Λύκειο. Και δεν είναι μόνο αυτό, αφού υπογραμμίζεται πως η Κίνα έχει σοβαρό πρόβλημα brain-drain, χάνοντας 6000 εφευρέτες εκ των οποίων τους 3500 στις ΗΠΑ. Παράλληλα, ως προς το ζήτημα της οργάνωσης, η Κίνα υπολείπεται σταθερά σε όλους τους δείκτες επιχειρηματικότητας, με το δυσχερές νομικό πλαίσιο και το ειδικό βάρος των πολιτικών διασυνδέσεων με το Κομμουνιστικό Κόμμα να την καθιστούν την κατ’ εξοχήν περίπτωση crony capitalism.

Περνώντας στο κόστος επιβίωσης αρκεί να σταθεί κανείς στο πλέον πειστικό επιχείρημα, τον ασφαλιστικό εφιάλτη που έχει να αντιμετωπίσει η Κίνα τις επόμενες δεκαετίες , αφού η πολιτική του «ενός παιδιού», οι χαμηλές μεταναστευτικές ροές και η τάση μιας μερίδας των νεότερων Κινέζων να μην ξεπερνούν το ένα παιδί θα δημιουργήσουν στα μέσα του 21ου αιώνα έναν «στρατό» περίπου 300 εκατομμυρίων νέων συνταξιούχων, ένα δυσβάσταχτο δημοσιονομικό βάρος για μια χώρα που αυξάνει διαρκώς τις στρατιωτικές δαπάνες και φιλοδοξεί να ολοκληρώσει την διαβόητη «πράσινη» μετάβαση. Μια σειρά από αποστολές εξαιρετικά δύσκολες υπενθυμίζει ο Αμερικανός ακαδημαϊκός, δεδομένου ότι η Κίνα παραμένει μια χώρα φτωχή σε φυσικούς πόρους, με τη μισή σχεδόν διαθέσιμη αρώσιμη γη σε σχέση με τις ΗΠΑ σε παρόντα χρόνο και εκτιμώμενες απώλειες της τάξης του 20% τις επόμενες δεκαετίες λόγω μόλυνσης και ξηρασίας, στο φόντο του αιώνα της κλιματικής κρίσης.

Το ζήτημα του κόστους κλείνει με την τρίτη διάσταση του, αυτή της ασφάλειας, τουτέστιν του στρατιωτικού προϋπολογισμού. Εκεί οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να ξοδεύουν πολύ περισσότερα από την Κίνα (και άλλες δέκα χώρες συνδυαστικά) αλλά το βιβλίο εστιάζει περισσότερο στην ποιότητα παρά στην ποσότητα. Αντιπαραθέτει έτσι την παρούσα υπερδύναμη, της οποίας ο προϋπολογισμός έχει την πολυτέλεια να αφιερώνεται πολύ περισσότερο στην εξωτερική διάσταση  της ασφάλειας, και την επίδοξη, η οποία διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος των πόρων της σε υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας  (ιδίως στις «ανήσυχες» επαρχίες του Θιβέτ και της Σιντζιάνγκ). Και το Πεκίνο έχει επίσης έναν αξεπέραστο γεωγραφικό και κατά συνέπεια οικονομικό βραχνά να αντιμετωπίσει, αφού μοιράζεται τα σύνορά της με 15 συνολικά χώρες, μερικές εκ των οποίων (Ινδία, Βιετνάμ) έχουν δει πολύ πρόσφατα τα σύνορά τους να μετατρέπονται σε ζώνες σύγκρουσης και το σενάριο να δουν μια διεθνή τάξη πραγμάτων υπό την ηγεμονία της Κίνας συνιστά υπαρξιακή απειλή.

Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο κόστους κατά τον συγγραφέα, αφού η Κίνα είναι αναγκασμένη όχι μόνο να φυλάει τα νώτα της, αλλά να δημιουργεί κοστοβόρες εντάσεις στην προσπάθειά της να επιβάλει την ατζέντα της είτε στον Ειρηνικό Ωκεανό είτε στην Κεντρική Ασία.

Chessboard map with U.S. and China flag chess pieces

Και η «παγίδα του Θουκυδίδη»; Αναλύσεις όπως του Μπέκλει επιτρέπουν και να στοχαστούμε καλύτερα την αξία που έχουν τα θέσφατα στην μελέτη της διεθνούς πολιτικής, απαντώντας στο πόσο χρήσιμη πυξίδα αποδεικνύεται ο ιστορικισμός.

Ας μην ξεχνάμε πως η θεωρία της σύγκλισης –επί της οποίας ο Γκράχαμ Άλισον βάσισε την νομοτελειακή σύγκρουση Κίνας και ΗΠΑ στο πρότυπο του Πελοποννησιακού Πολέμου- δεν λάμβανε υπόψην πως για όσες μεγάλων δυνατοτήτων αναπτυσσόμενες χώρες κατακρήμνισαν από τα πρωτεία μεγάλες δυνάμεις της εποχής τους υπήρξαν άλλες τόσες περιπτώσεις εθνικών κρατών και αυτοκρατοριών που δεν εκπλήρωσαν τις προσδοκίες. Αν δε εστιάσουμε όπως ζητά το βιβλίο στις παραμέτρους της γεωγραφίας, της δημογραφίας και των θεσμών θα διαπιστώσουμε πως αν και υπάρχουν χώρες που τα πάνε επιμέρους καλύτερα από τις ΗΠΑ καμία δεν διαθέτει απόλυτο πλεονέκτημα σε τουλάχιστον δύο εκ των προαναφερθέντων παραγόντων.

Κίνδυνοι για τις ΗΠΑ

Ο Μπέκλει γράφει το 2018, εν μέσω προεδρίας Τραμπ, συνεπώς και με πλήρη επίγνωση των μεγάλων αδυναμιών του αμερικανικού έθνους. Ως πρώτη εξάλλου καταγράφει ακριβώς την πολιτική πόλωση, την οποία αποδίδει στο γεγονός ακριβώς της λήξης του Ψυχρού Πολέμου και της συνεπακόλουθης έλλειψης ενός ενοποιητικού εθνικού σκοπού. Δεν είναι τυχαίο επισημαίνει άλλωστε που η όξυνση του πολιτικού ανταγωνισμού συμπίπτει με την δεκαετία του ’90, μια δεκαετία που έχει συνδεθεί με την παντοδυναμία των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν μένει όμως μόνο εκεί, αφού κάνει αναφορά στην ανάγκη υιοθέτησης ενός κεντρώου consencus στην οικονομία, που θα προσπαθεί να κλείσει την ψαλίδα πλουσίων και φτωχών και θα προχωρά στην απαραίτητη ανανέωση των υποδομών της χώρας.

Σε αυτό το φόντο είναι λογικός και ο φόβος της υπερεπέκτασης των ΗΠΑ που διατρέχει το τελευταίο σκέλος του βιβλίου. Αν και ο Μπέκλει επιμένει στη δυνατότητα των ΗΠΑ να ελέγχουν το στρατιωτικό πεδίο ακόμη και αν προχωρήσουν σε μείωση των στρατιωτικών τους εγκαταστάσεων μεσοπρόθεσμα, αντιπροτείνει την υιοθέτηση των αρχών του Δόγματος Πάουελ, στη λογική ακριβώς του να αποφευχθεί ένα «Ιράκ του μέλλοντος».

Φυσικά υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος. Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει δίχως δυσκολία πως ο Μπέκλει εξετάζει μονίμως τη μια πλευρά του διπόλου σε παροντικό χρόνο. Και αν πρόσφατα αναγκάστηκε να επικαιροποιήσει την ανάλυσή του και τις εκτιμήσεις του -πάλι σε βάρος της Κίνας, την οποία θεωρεί φθίνουσα και γι’ αυτό επικίνδυνη δύναμη- δεν μπορεί να ισχυριστεί πως γνωρίζει το τι σχεδιάζεται στο Πεκίνο ως μακροπρόθεσμη στρατηγική. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, οι πραγματικοί διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής της Κίνας δεν φαίνεται να ανησυχούν λιγότερο για τη σημερινή πορεία της χώρας-μυστήριο.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

ΗΠΑ: Προς απαγόρευση των αμβλώσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο

mέta: «Ο αγώνας του Παλαιστινιακού λαού αφορά κάθε ελεύθερο άνθρωπο»

Έβρος: Διασώθηκαν 17 Τούρκοι – Ανάμεσά τους πέντε παιδιά

Αμυγδαλέζα: Καταγγελίες για ξυλοδαρμό μεταναστών

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα