ΑΘΗΝΑ
12:23
|
18.05.2022
Όλη η μακρά καριέρα του Ερντογάν στο τιμόνι της Τουρκίας, είναι μια σειρά από περίπλοκα στοιχήματα, από αποτυχημένες κινήσεις που μετατρέπονται σε θριάμβους.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Στο σκάκι το γκαμπί το πρωτοχρησιμοποίησε ο επίσκοπος Ruy Lopez, που έχει και ένα άνοιγμα στο όνομά του. Το γκαμπί, ειδικά το γκαμπί της βασίλισσας, είναι ένας επιθετικός συνδυασμός-παγίδα όπου θυσιάζεται νωρίς-νωρίς ένα πιόνι για να κερδηθεί στρατηγικός χώρος. Ένας επιδέξιος παίκτης μπορεί χρησιμοποιώντας το να συντρίψει θεαματικά τον αντίπαλό του – ή να συντριβεί ο ίδιος αν ο αντίπαλος δεν τσιμπήσει το δόλωμα.  

Ο Μπάτμαν τώρα, ανάμεσα στα όπλα που χρησιμοποιεί για να αντιμετωπίσει τους υπερκακούς αντιπάλους του, έχει και το «γκαμπί» του Μπάτμαν, το να χειραγωγεί  δηλαδή τον αντίπαλό του, ρίχνοντάς του δόλωμα και  στοιχηματίζοντας ότι αυτός θα κάνει ακριβώς αυτό που περιμένουμε να κάνει, ότι ανεξάρτητα από τις περιστάσεις αυτός θα μείνει πάντα στα όρια του ρόλου του και θα τσιμπήσει. Όταν ο Μπάτμαν βρέθηκε στα δηλητηριώδη δίχτυα της Πόιζον Άιβι, βασίστηκε στο γεγονός ότι το «τεράστιο εγώ» του Τζόκερ «δεν θα άφηνε ποτέ σε κάποιον άλλον την τιμή» του φόνου του Μπάτμαν. Ο τελευταίος λοιπόν ειδοποίησε ανώνυμα τον Τζόκερ, ο οποίος έσωσε τον Μπάτμαν, ώστε να τον σκοτώσει ο ίδιος…

Το γκαμπί αυτό δουλεύει με μια περίπλοκη συνέπεια που μόνο στα κόμικς μπορεί να λειτουργήσει: μόνο οι χάρτινοι ήρωες είναι τόσο κωμι(ξι)κά μονοδιάστατοι που να μπορεί κανείς να προβλέψει ακριβώς τι θα κάνουν ύστερα από μια περίπλοκη σειρά γεγονότων. Το γκαμπί λειτουργεί επειδή ο αναγνώστης αρχικά στηρίζεται στην εμπειρία του από αληθινούς ανθρώπους και σκέφτεται «πάει, αυτό ήταν, ο Μπάτμαν αυτή τη φορά την πάτησε», ξεχνώντας πόσο μονομανιακός είναι ο Τζόκερ, τόσο μονομανιακός που, αντίθετα με τις αρχικές προσδοκίες του αναγνώστη, δεν θα διστάσει να κινδυνεύσει ο ίδιος για να σώσει τον θανάσιμο εχθρό του.

Στην πραγματική ζωή βέβαια, εκτός της μικρής λεπτομέρειας ότι οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται εν γένει όπως ο Τζόκερ και ο (επίσης μονομανής) Μπάτμαν, εκατομμύρια άλλοι παράγοντες αλληλεπιδρούν με τις πράξεις μας, κάνοντας αυτού του τύπου το σχέδιο πρακτικά αδύνατο για τους περισσότερους από μας. Αλλά όχι όλους: υπάρχει κάποιος που το εκπληκτικό τακτικό του ένστικτο τού επιτρέπει να ελίσσεται στους λαβύρινθους της πραγματικότητα κάνοντας διαρκώς απανωτά τέτοια γκαμπί, ο Ερντογάν. Όλη η μακρά καριέρα του στο τιμόνι της Τουρκίας είκοσι χρόνια τώρα, είναι μια σειρά από περίπλοκα στοιχήματα, από αποτυχημένες κινήσεις που μετατρέπονται σε θριάμβους, από αναπάντεχες αναστροφές της πορείας του που εκμαιεύουν από τους αντιπάλους του ακριβώς τις σωστές, αν και απρόσμενες, αντιδράσεις.

Και η τρέχουσα συγκυρία με την κατάρρευση της λίρας, ή, όπως το θέτουν κάπως βιαστικά μερικά από τα εγχώρια μέσα, την κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας, είναι ένα τέτοιο τεράστιο γκαμπί, στις πλάτες, όπως πάντα, του τούρκικου λαού.

Τα τελευταία χρόνια το τούρκικο μοντέλο ανάπτυξης λαχάνιασε, έφτασε για διάφορους λόγους στα όριά του. Το σύστημα διακυβέρνησης που έφερε ο Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, βασίστηκε την πρώτη δεκαετία του αιώνα στην φρενήρη ανάπτυξη της οικοδομής και του real estate, τομέα που συνδέεται φυσικά με τον τουρισμό. Τα κέρδη από την ανάπτυξη αυτή χρηματοδότησαν και τις αναγκαίες επενδύσεις για μια ορισμένη βιομηχανική ανάπτυξη καταναλωτικών και πολεμικών προϊόντων, δημιουργώντας έτσι και μια σειρά από «νέα τζάκια», μεγάλους βιομηχανικούς και κατασκευαστικούς ομίλους (με μερικούς από τους οποίους ο Ερντογάν έχει συγγενέψει με κουμπαριές). Το μοντέλο αυτό στηρίχτηκε και στην σκληρή συμμαχία του κόμματος με ανερχόμενα συντηρητικά στρώματα της βαθιάς Τουρκίας που δημιούργησαν την βιομηχανία καταναλωτικών προϊόντων της Ανατολίας από τη μία μεριά και τα φτωχά θρησκευόμενα στρώματα των αστικών περιοχών από την άλλη. Πρόκειται για μια «συμμαχία» μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων που, ελλείψει ισχυρού εργατικού κινήματος, δύσκολα θα σπάσει ότι κι αν γίνει. Ο Ερντογάν θα κρατήσει εφ’ όρου ζωής τον σκληρό πυρήνα των οπαδών του που πίνουν νερό στο όνομά του, ύστερα από τα χρόνια καταναλωτικής ευμάρειας που τους πρόσφερε.

Όμως τόσο η αύξηση της κατανάλωσης όσο και τα μεγαλεπήβολα κατασκευαστικά ή πολεμικά σχέδια του Ερντογάν, κοστίζουν σε συνάλλαγμα. Η Τουρκία έχει το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό ότι αντίθετα με άλλες αναπτυσσόμενες βιομηχανικά χώρες, δεν έχει εμπορικό πλεόνασμα με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά εμπορικό έλλειμμα, το οποίο μάλιστα διογκωνόταν σταθερά μέχρι τουλάχιστον το 2011-12 για να αρχίσει λίγο να συγκρατείται μετά – παραμένοντας πάντα στα κόκκινα. Με την ευκαιρία του αποτυχημένου πραξικοπήματος του 2016, μια σειρά από αλλαγές ή διορθώσεις στον οικονομικό τομέα επιχειρήθηκε να γίνουν, με μικτά όμως αποτελέσματα. Μεγαλειώδη σχέδια για την αναζωογόνηση της οικοδομής (μετά το τεράστιο αεροδρόμιο, ήρθε και η διώρυγα της Κωνσταντινούπολης κλπ) δεν έχουν αποδώσει καρπούς, μάλλον το αντίθετο. Η επέκταση σε εξωτερικές αγορές αντιμετώπισε αντικειμενικά όρια, τον ανταγωνισμό με γίγαντες όπως η Κίνα που εξάγει στις ίδιες περιοχές, αλλά και τις πραγματικότητες της μακρόσυρτης κρίσης που ταλανίζει τα τελευταία χρόνια τις χώρες της Δύσης. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, που είχαν και ένα οικονομικό νόημα, την απόκτηση νέων αγορών, δημιούργησαν και νέους εχθρούς ενώ για όσο συνεχίζονται οι εχθροπραξίες, αποτελούν και μια διαρκή οικονομική (και πραγματική) αιμορραγία.

Το 2013 η κυβέρνηση, με ΥΠΟΙΚ τον Αλί Μπαμπατζάν (που σήμερα ηγείται κόμματος της αντιπολίτευσης) ξεπλήρωσε τα δάνεια του ΔΝΤ. Το γεγονός αυτό εντάχθηκε σε ένα αφήγημα ταυτόχρονα εθνικιστικής περηφάνιας και θρησκευτικής αγνότητας για τον Ερντογάν. Το ΔΝΤ είναι ένας δυτικός ιμπεριαλιστικός μηχανισμός από τη μία ενώ από την άλλη κάνει αυτό που απαγορεύει το Κοράνι: δανείζει με τόκο. Δεν γίνεται λοιπόν πλέον ο Ερντογάν να ξαναζητήσει τις υπηρεσίες του χωρίς να πλήξει σοβαρά την εικόνα του. Αλλά επίσης, ούτε θέλει να αφήσει τους Αμερικανούς να χωθούν εκβιαστικά στις υποθέσεις του – γιατί αυτό γίνεται όταν μπλέκει το ΔΝΤ: θυμάστε την τρόικα και το πώς καθόριζε ακόμα και τι χαρτί υγείας θα αγοραστεί στα υπουργεία;  Όμως, το εμπορικό έλλειμμα, η στήριξη σε μη ανταγωνιστικούς τομείς όπως η οικοδομή, η διαρκής ανάγκη για συνάλλαγμα (καύσιμα και μηχανές) και χρυσό (παραδοσιακή αποθήκη αξίας για τους Τούρκους), οι διαρκείς ακροβασίες μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, σήμαναν την αστάθεια της λίρας, που από απόδειξη της «ισχυρής Τουρκίας» άρχισε να δείχνει κάποια σημεία αδυναμίας. Η αστάθεια στο εξωτερικό επιδεινώθηκε από τον χρόνιο πληθωρισμό που ποτέ, ούτε και στις παλιές καλές εποχές των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας, δεν έπεσε κάτω από το 6-7%.

Η αρχική προσπάθεια ήταν να στηριχτεί η λίρα με χρήση των (όχι και τόσο άφθονων) συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας. Ο γαμπρός του Ερντογάν και τότε ΥΠΟΙΚ, ο Αλμπαϋράκ, σε μια καταφανώς άστοχη κίνηση, έδωσε το 2019 πάνω από 130 δις δολάρια για αυτό το σκοπό, σχεδόν το σύνολο των αποθεμάτων, χωρίς καμιά επιτυχία. Ο γαμπρός απολύθηκε και αντικαταστάθηκε ενώ η γραμμή άλλαξε άρδην, με τον Ερντογάν να παίζει για μια ακόμα φορά το γκαμπί του Μπάτμαν.

Γιατί το πρόβλημα του Ερντογάν, αρχικά τουλάχιστον, δεν ήταν ο πληθωρισμός (όπως επέμεναν τα δυτικά μέσα βλέποντας το λάθος τμήμα της εξίσωσης) όσο το διαρκώς αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, κάτι που σημαίνει περιορισμό των δυνατοτήτων για αγορές εξοπλισμού, μη καταναλωτικών καπιταλιστικών αγαθών (για τη δημιουργία υποδομών) και πτώση στην ανταγωνιστικότητα. Ο πληθωρισμός είναι δομικό στοιχείο της Τουρκικής, μιας οικονομίας με μεγάλη ανεργία, μικρή συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό σώμα και μεγάλα ακριβά ανοίγματα στο εξωτερικό.  Όμως, τουλάχιστον στις καλές εποχές, αντιμετωπίζεται εύκολα, αν μη τι άλλο με τις κατάλληλες τιμαριθμικές προσαρμογές στους μισθούς.

Για το τουρκικό κράτος λοιπόν, ο πληθωρισμός ήταν ένα αναγκαίο, αλλά ελεγχόμενο, κακό που προερχόταν από τις ακολουθούμενες πολιτικές. Για παράδειγμα, το συριακό «προτεκτοράτο» χρηματοδοτείται με λίρες που είτε πηγαίνουν σε μη παραγωγικές δραστηριότητες (μισθοδοσία τζιχαντιστών) ή μετατρέπονται αυτόματα σε δολάρια από τους πολέμαρχους, επιτείνοντας την αιμορραγία συναλλάγματος και τις πληθωριστικές πιέσεις. Όμως η διατήρηση της τουρκικής παρουσίας εκεί είναι ζήτημα ζωής και θανάτου (τουλάχιστον ως τέτοιο το αντιμετωπίζει το καθεστώς) και αδιαπραγμάτευτο, άρα ο παραγόμενος πληθωρισμός γίνεται ανεκτός.

Από την άλλη μεριά το κράτος, εφόσον θέλει να διατηρήσει τις επεκτατικές του πολιτικές, χρειάζεται να αλλάξει την κατάσταση στο οικονομικό. Αν τα πράγματα απλώς αφήνονταν πριν ένα με δύο χρόνια εκεί που ήταν, το αδιέξοδο ήταν προφανές: χωρίς παρεμβάσεις, η λίρα θα είχε σταθεροποιηθεί σε κάποιο επίπεδο το οποίο δεν θα ήταν επαρκώς χαμηλό, το εμπορικό έλλειμμα θα συνέχιζε να αυξάνει, τα προβλήματα θα συνέχιζαν να σωρεύονται, προσφυγή στο ΔΝΤ φαίνεται αναπόφευκτη. Σε αυτό το σημείο ήρθε και η πανδημία η οποία κατάστρεψε τον τόσο πολύτιμο τουρισμό για δύο χρονιές, ενώ μείωσε και τις ροές εμπορευμάτων προς τη δύση.

Άρα ο μόνος δρόμος είναι εμπρός και γρήγορα. Ο Ερντογάν κινείται  επιθετικά στο νομισματικό πεδίο, ντύνοντας την πολιτική αυτή με ένα  θρησκευτικό προκάλυμμα, την απαγόρευση του τόκου από τον προφήτη. Το κράτος φτηναίνει το κόστος του χρήματος (παίρνει λιγότερο τόκο) κάτω από το κόστος του πληθωρισμού, δίνοντας δάνεια σε λίρα που κοστίζουν λιγότερο από το κεφάλαιό τους για να ξεπληρωθούν, με σκοπό την οικονομική επέκταση. Είναι προφανές το τι προσπαθεί να κάνει: να μειώσει το κόστος των προϊόντων και των υπηρεσιών ώστε αυτές να γίνουν πιο εξαγώγιμες. Η αλήθεια είναι ότι αυτό έχει ως τώρα επιτύχει. Οι εξαγωγές έχουν πηδήσει από το χαμηλό των περίπου 10 δις δολαρίων ανά μήνα στις αρχές του 2020 στα στα 21 δις τον Νοέμβριο φέτος, τρέχοντας με ετήσιο αυξητικό ρυθμό 20.8%.

Επίσης τα διεθνή δολάρια ένοιωσαν μια ακατανίκητη έλξη για τούρκικα ακίνητα. Γιατί η υπερεπέκταση της κατασκευής σήμαινε την ύπαρξη πολλών άδειων νεόδμητων τα οποία πωλούνταν σε σχετικά χαμηλές τιμές. Η πτώση της λίρας σημαίνει ότι αυτά τα ήδη φτηνά ακίνητα τώρα προσφέρονται ως τεράστιες ευκαιρίες για τους κατόχους συναλλάγματος. Η αγορά ακινήτων τον Νοέμβριο είδε μια άνοδο 59%  από Ιρανούς και Ρώσους. Η βελτίωση των σχέσεων με τις Αραβικές μοναρχίες πιθανότατα θα σημάνει ακόμα μεγαλύτερα ντιλ στον τομέα αυτόν. Μεγάλες επενδύσεις θα πρέπει να περιμένουμε και σε παραγωγικούς τομείς της οικονομίας (ειδικά σε πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα). Εάν και όταν σταθεροποιηθεί η κατάσταση θα γίνει το μεγάλο γιουρούσι και από τον χρηματοοικονομικό τομέα.

Ταυτόχρονα η πτώση της λίρας σημαίνει μείωση της εισαγόμενης κατανάλωσης και βελτίωση με τη σειρά του του ισοζυγίου. Τέλος, η αύξηση του πληθωρισμού σημαίνει και τον γρήγορο μηδενισμό των ιδιωτικών χρεών (όσων τουλάχιστον έχουν συναφθεί σε λίρα), κάτι το ευεργετικό για την οικονομία – εκτός από τον χρηματοοικονομικό φυσικά τομέα. Αυτός είναι εξάλλου και ο κύριος λόγος που στη Δύση έχουμε αυτό το αυθαίρετο και αδικαιολόγητο όριο του 2% για τον πληθωρισμό: όσο μεγαλύτερος ο πληθωρισμός, τόσο περισσότερο βλάπτονται οι δανειστές και τόσο περισσότερο ωφελούνται οι δανεισμένοι, γιατί με μεγάλο πληθωρισμό η αξία των δανείων εξανεμίζεται. Και η Δύση είναι παγκόσμιος δανειστής. 

Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αντίθετα με τα λεγόμενα των εγχώριων μέσων,  όλα πάνε καλά για τον τούρκικο καπιταλισμό; Όχι, η εικόνα είναι πιο περίπλοκη…

…αλλά πριν δούμε τα αρνητικά, μια σύγκριση με τα δικά μας δεν είναι εντελώς άστοχη. Η συγκυρία της κρίσης στην Ελλάδα από πολλές πλευρές ήταν δομικά μικρότερης έκτασης από τα προβλήματα της Τουρκίας. Ούτε πολεμικές περιπέτειες στο εξωτερικό είχαμε, ούτε εσωτερικό μέτωπο με τους Κούρδους αντιμετωπίζουμε, ούτε τις χαώδεις διαφορές, πολιτισμικές, οικονομικές και ταξικές που έχει στο εσωτερικό της η γείτονα χώρα είχαμε. Η Τουρκία επιπλέον αντιμετωπίζει και την συστημική ολοκλήρωση του οργανωμένου εγκλήματος με την κεντρική εξουσία, το «βαθύ κράτος». Και εδώ αναφερόμαστε και στους κυβερνητικούς εταίρους  γκρίζους λύκους, ένα από τα μεγαλύτερα συνδικάτα εγκλήματος στον πλανήτη, αλλά και στον ίδιο τον Ερντογάν που έχει απλώσει τα πλοκάμια του, με την ευρύτερη οικογένειά του, σε όλους τους τομείς της οικονομικής ζωής της χώρας. Αυτό που αντιμετωπίσαμε εμείς όμως, το γεγονός δηλαδή ότι το κράτος δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα χρέη του ρίχνοντας την τιμή του νομίσματος ώστε να βελτιωθούν οι εξαγωγικοί δείκτες και να μηδενιστούν τα εσωτερικά χρέη (τα οποία τώρα είναι σε ευρώ, δηλαδή σε ξένο νόμισμα, επομένως είναι απολύτως ισοδύναμα με εξωτερικά χρέη), είναι ένας παράγοντας που δεν δένει τα χέρια του Ερντογάν. Όσον αφορά εμάς, τα κορόιδα της πλειοψηφίας, που δεν πήραμε μέρος στο φαγοπότι, θα συνεχίσουμε να χρωστάμε ευρώ που δεν ξοδέψαμε, που δεν τα φάγαμε «μαζί τους». Οι Τούρκοι μάλλον όχι.

Ξαναγυρνώντας όμως στα προβλήματα της λίρας, δεν είναι όλα τα πράγματα καλά. Πρώτα πρώτα, από την πλευρά του κεφαλαίου, η βιομηχανία και οι κρατικές επενδύσεις χρειάζονται συνάλλαγμα για αγορά πρώτων υλών, καυσίμων και μηχανημάτων που δεν παράγονται εγχώρια. Η πολιτική διαρκούς πτώσης της λίρας δεν επιτρέπει εύκολα τέτοιες αγορές και δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ καιρό – θα ήταν προτιμότερη μια εφάπαξ υποτίμηση. Για όσο διάστημα συνεχίζεται η αστάθεια, παρά την αύξηση των εξαγωγών θα υπάρχει ένα φρενάρισμα των παραγωγικών δυνατοτήτων, την ίδια στιγμή που τα χρέη που έχουν συναφθεί σε ευρώ και δολάριο θα συνεχίζουν να φουσκώνουν πέρα από κάθε δυνατότητα αποπληρωμής. Αν συνεχιστεί η κατάσταση για πολύ ακόμα θα υπάρξουν κύματα χρεοκοπιών με αλυσιδωτές συνέπειες.

Αλλά μεγαλύτερα θα είναι τα προβλήματα για τα λαϊκά στρώματα, τα οποία μάλλον δεν θα τα καλύψει, όπως εν μέρει θα μπορούσε, η κυβέρνηση, απασχολημένη όπως είναι με αυτήν την κούρσα με τον χρόνο. Δεν είναι μόνο τα είδη πολυτελείας και κατανάλωσης που ακριβαίνουν·η ραγδαία αύξηση της τιμής των καυσίμων έχει ευρύτερες συνέπειες στο λαϊκό εισόδημα, όπως τον τρομερό πληθωρισμό στις τιμές των τροφίμων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό παράγονται εγχωρίως. Οι απώλειες σε αυτό το επίπεδο δεν θα καλυφθούν κεντρικά: ένας βασικός στόχος της ταχύτατης υποτίμησης είναι αυτή να λειτουργήσει ως αυστηρή λιτότητα και μείωση του εργατικού κόστους.

Ο Ερντογάν βιάζεται να τελειώσει όλη αυτή η αλυσίδα παρεμβάσεων στο νομισματικό σύντομα, ώστε η ανάπτυξη που ελπίζει να ακολουθήσει να είναι το κύριο επιχείρημά του στις εκλογές, για αυτό και η διαρκής πίεση για πτώση της τιμής του νομίσματος. Και εδώ είναι το γκαμπί του Μπάτμαν: δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι συντελεστές της παραγωγής θα αντιδράσουν με τον αναμενόμενο πειθήνιο ή ελεγχόμενο τρόπο.

Από τη μία υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της απαξίωσης του εγχώριου κεφαλαίου και της δολαριοποίησης. Για παράδειγμα, οι  εξαγωγικοί βιομήχανοι θα μπορούσαν να σταματήσουν να πουλάνε στο εσωτερικό, τιμολογώντας τα προϊόντα τους σε δολάρια, κάτι που μπορεί να συμβεί και για τα αγροτικά προϊόντα με τραγικές συνέπειες. Ή από κάποιο επίπεδο τιμών και πάνω, θα είναι αδύνατο για το βιομηχανικό κεφάλαιο να δανειστεί σε συνάλλαγμα ώστε να αγοράσει τις πρώτες ύλες που θα χρειάζεται. Σε ένα κάπως δύσκολο να συμβεί σενάριο τέλος, αν ο πληθωρισμός ξεφύγει από κάθε έλεγχο, θα χρειαστούν επείγοντα, σχεδόν πολεμικά μέτρα (δελτίο στα τρόφιμα, περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, σε ακραίες συνθήκες ακόμα και νέο νόμισμα) που βραχυπρόθεσμα θα δυσκολέψουν το σχέδιο του Ερντογάν, ο οποίος με τη σειρά του θα παίξει σε αυτήν την περίπτωση ένα νέο κόντρα-γκαμπί, βγάζοντας από το μανίκι του το χαρτί της πολιτικής αστάθειας και της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ώστε να διατηρήσει τον έλεγχο, αυξάνοντας την περιπλοκότητα και τους κινδύνους. Γιατί είναι τόσο μονομανιακός που, είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιήσει τις πιο ακραίες προσδοκίες, μη διστάζοντας να βάλει σε κίνδυνο τον Τούρκικο λαό (και όποιον άλλο λαό) αν νιώσει ότι κινδυνεύει ο ίδιος.

Ένα τελευταίο ενδεχόμενο είναι φυσικά το ξέσπασμα λαϊκών κινητοποιήσεων, εφόσον η κατάσταση με την σκληρή λιτότητα της υποτίμησης συνεχίσει για πολύ μεγάλο διάστημα. Το ενδεχόμενο να ξεφύγει πολιτικά η κατάσταση από έλεγχο ακούγεται κάπως δύσκολο για τον βαθύ γνώστη της τούρκικης ψυχής Ερντογάν που ως τώρα έχει ξεφύγει από τις δυσκολίες άπειρες φορές τρέχοντας πρός τα εμπρός, αλλά όλη αυτή η ασταμάτητη κούρσα έχει σωρεύσει και άπειρες νέες αντιθέσεις πάνω στις παλιές. Η Τουρκία είναι ένα καζάνι που βράζει και ίσως, αν ο Ερντογάν δεν έχει την τύχη με το μέρος του, υπάρχει το ενδεχόμενο ούτε καν αυτός να μην μπορεί να σταματήσει την έκρηξή του.

Πάντως, έτσι είναι και ο Μπάτμαν: στα δύσκολα πάντα παίζει το γκαμπί, με μεγάλη συνήθως επιτυχία. Εκτός από την μία εκείνη φορά που το γκαμπί απέτυχε. Ήταν τότε που ο Μπέιν του έσπασε την πλάτη.

Μία φορά μόνο φτάνει. Θα είναι αυτή η φορά; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε για να δούμε. Είναι έτσι τα πράγματα που δεν αποκλείεται ο Ερντογάν, αν όντως δει τα δύσκολα, να φωνάξει έναν γελωτοποιό, το ελληνικό κράτος είναι το πρόχειρο παράδειγμα, να τον σώσει. Μόνο ο Μπάτμαν θα φωνάζει τον Τζόκερ;

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μεγάλη φωτιά στο Καματερό

Aκριβή μου ντομάτα… λένε οι Γερμανοί

Παραδόθηκαν ακόμα 700 μαχητές από το Azovstal

Σρι Λάνκα: Συλλήψεις βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα