ΑΘΗΝΑ
06:53
|
17.01.2022
Η Επιμελήτρια Β’ Παθολογίας στο Τ.Ε.Π. του «Γ. Γεννηματάς» μιλά για την κατάσταση εξουθένωσης στα δημόσια νοσοκομεία, το Ε.Σ.Υ. και την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η Επιμελήτρια Β’ Παθολογίας στο Τ.Ε.Π. στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. Γεννηματάς», Μαρία Καραμπέλη, μιλά για την κατάσταση εξουθένωσης στα δημόσια νοσοκομεία, το Ε.Σ.Υ. και την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης. Ολόκληρη η συνέντευξη στο κανάλι του Κοσμοδρομίου στο YouTube.

Σχεδόν δύο χρόνια μετά την έναρξη της πανδημίας σε τι ρυθμούς δουλεύουν τα δημόσια νοσοκομεία και το προσωπικό τους; Ακούμε και διαβάζουμε για καταστάσεις εξουθένωσης.

Έτσι όπως τα ακούτε και τα διαβάζετε είναι οι καταστάσεις σε όλα τα νοσοκομεία της χώρας. Εγώ μάλιστα έχω εμπειρία από δύο νοσοκομεία της χώρας, με τη βασική από το προηγούμενό μου, στο «Γεννηματάς» μετράω λίγο καιρό που έχω ξεκινήσει την εργασία μου εκεί. Η εικόνα που έχω είναι από τον Ερυθρό Σταυρό όλα τα προηγούμενα χρόνια, ειδικά τα χρόνια της πανδημίας, αλλά τα βλέπουμε και τα ακούμε τα ίδια κι από συναδέλφους και στα δημόσια νοσοκομεία σε όλη τη χώρα.

Η κατάσταση λοιπόν είναι η ίδια δραματικά γνωστή κατάσταση των δύο τελευταίων χρόνων, είναι τεράστια η πίεση που δέχονται τα δημόσια νοσοκομεία όλον αυτόν τον καιρό. Είμαστε δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού και δεν μπορούμε να μιλάμε απλά για ελλείψεις και ανεπάρκειες γενικώς ελαφρά τη καρδία, πρέπει να αναδεικνύουμε τα πράγματα ως έχουν. Η ενίσχυση του Ε.Σ.Υ. όλον αυτό τον καιρό είναι ελλιπέστατη και σε προσωπικό και σε υποδομές, το προσωπικό που δουλεύει σχεδόν δύο χρόνια ακατάπαυστα είναι εξουθενωμένο, για πολύ μεγάλα διαστήματα δεν έχει τη δυνατότητα να πάρει μια ημέρα άδειας.

Η κατάσταση συνεχώς χειροτερεύει και δεν υπάρχει κανένα «φως» στον ορίζοντα. Τα νοσοκομεία μας είναι γεμάτα ράντσα, επικουρικές κλίνες τα ονομάζει η κυβέρνηση αλλά ράντσα είναι στην πραγματικότητα, κρεβάτια ατάκτως ερριμμένα που χάνεται εντελώς η αξιοπρέπεια των ασθενών. Όλη αυτή η κατάσταση δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά τα δύο τελευταία χρόνια αλλά αφορά τα προηγούμενα με τις πολιτικές που έκλεισαν και συγχώνευσαν νοσοκομεία, με τον ερχομό του κορονοϊού να κάνει δραματική την κατάσταση.

Η κυβέρνηση διατείνεται πως ενίσχυσε το ΕΣΥ αλλά τα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν ξεπεραστεί ή ότι δεν υπάρχει το απαιτούμενο ενδιαφέρον για την κάλυψη των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί. Έχουν βάση αυτοί οι ισχυρισμοί;

Όπως είπα πριν το θέμα« κρεβάτι» για την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη αποτυπώνεται στη λέξη «ράντσο». Η λογική είναι «ας μπει ο ασθενής κι όπου θέλει ας μπει», όχι σε ένα θάλαμο που θα έχει την πρέπουσα νοσηλεία, θα τον πετάξουμε στον διάδρομο ενός νοσοκομείου, γιατρός και νοσηλευτής θα κάνουν ό,τι μπορούν φυσικά για να παρέχουν υπηρεσίες υγείας, αλλά δυστυχώς εκεί καταλαβαίνετε πως η κατάσταση ξεφεύγει. Φαίνεται επίσης πως χώροι και προσωπικό δεν επαρκούν όταν ο μέσος ασθενής που πηγαίνει στο Τ.Ε.Π. ενός νοσοκομείου αν δεν είναι ετοιμοθάνατος -αν φτάσει περιπατητικός όπως λέμε- θα περιμένει το λιγότερο τρείς ώρες ώστε να εξεταστεί καθώς το προσωπικό είναι λιγοστό.

Δεν ισχύει αυτό που λέει η κυβέρνηση ότι ενίσχυσε το προσωπικό ή το άλλο αφήγημα που αναπαράγουν τελευταία πως δεν υπάρχει θέληση από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές να στελεχώσουν το Ε.Σ.Υ., αν δείτε τις τελευταίες τους δηλώσεις έλεγαν ότι η Ελλάδα δεν έχει εντατικολόγους. Είναι ψέματα όλα αυτά, υπό την έννοια ότι δύο χρόνια η κυβέρνηση είχε το περιθώριο όλους αυτούς τους συναδέλφους που έχουν τελειώσει ειδικότητες που μπορούν να δουλέψουν εντός ΜΕΘ, όπως παθολόγοι, αναισθησιολόγοι, πνευμονολόγοι, καρδιολόγοι να μπορέσουν να μάθουν και να εξιδεικευτούν δίπλα στους έμπειρους συναδέλφους που όλα αυτά τα χρόνια έχουν προσφέρει στο Ε.Σ.Υ. και όταν η πανδημία έφτανε στην κορύφωσή της να μπορούν αποφασιστικά να συμβάλουν στην αντιμετώπιση βαρέως πασχόντων διασωληνωμένων ασθενών. Δεν έκανε [σ.σ. η κυβέρνηση] αυτές τις προσλήψεις, δεν προχώρησε στο να μπουν αυτοί οι άνθρωποι στο Ε.Σ.Υ. και μετά στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης άρχισε να τοποθετεί συναδέλφους σε διάφορες θέσεις.

Όσο για το ενδιαφέρον για την κάλυψη θέσεων, αν δείτε τις προκηρύξεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στο Ε.Σ.Υ. για μόνιμες θέσεις γιατρών, οι θέσεις αυτές είναι θέσεις που δεν έφταναν πριν την πανδημία, όχι τώρα που υπάρχει η συνθήκη του κορονοϊού. Όλες αυτές οι θέσεις έχουν ζήτηση, η κυβέρνηση λέει ανακρίβειες επί του ζητήματος. Αν δείτε π.χ. τη μια θέση παθολόγου σε ένα μεγάλο νοσοκομείο όπως το Ιπποκράτειο, στην τελευταία προκήρυξη θα δείτε να τη διεκδικούν τριάντα παθολόγοι. Δεν μπορεί λοιπόν να λέει ότι δεν υπάρχει ζήτηση για αυτές τις θέσεις. Απλά η κυβέρνηση έχει πολιτική επιλογή να μην προχωρά τις μόνιμες κρίσεις των γιατρών, να διαιωνίζει την κατάσταση της ελαστικής εργασίας για το προσωπικό που στελεχώνει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα και όλο αυτό να διογκώνεται και να δημιουργεί τρομακτικές ανεπάρκειες στα δημόσια νοσοκομεία.

Το κενό θα μπορούσε να είχε λυθεί αν είχε μπει στο «παιχνίδι» ο ιδιωτικός τομέας, ο οποίος έμεινε αλώβητος τα χρόνια της πανδημίας, τα ιδιωτικά θεραπευτήρια δεν έχουν καταλάβει από κορονοϊό, και δεν αναφέρομαι στους εργαζόμενους που δουλεύουν σκληρά, αλλά στα μεγάλα κεφάλια των ιδιωτικών δομών υγείας, οι οποίες έχουν εμπειρία ως προς το προσωπικό και τον κατάλληλο εξοπλισμό για να ανταπεξέλθουν. Χαρακτηριστικό για το πόσο η κυβέρνηση δεν θέλει να ενισχύσει το σύστημα υγείας είναι η ψήφιση του προϋπολογισμού, όπου διατίθενται περίπου 280 εκατομμύρια λιγότερα για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας.

Όλα τα παραπάνω τα αποδίδετε σε πολιτική επιλογή με βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό, δηλαδή στο να κερδίσουν τα ιδιωτικά θεραπευτήρια από τις επεμβάσεις που δεν μπορεί να αναλάβει το δημόσιο σύστημα ή σε ένα σχέδιο μακροπρόθεσμο που απαιτεί το ξεχαρβάλωμα της δημόσια υγείας ώστε να ακολουθήσει η ιδιωτικοποίηση;

Είναι κυρίως το δεύτερο, οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ήταν κιόλας πάγια πολιτική θέση και επιλογή ειδικά της παρούσας κυβέρνησης. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να παρεισφρήσει ο ιδιωτικός τομέας στο δημόσιο σύστημα υγείας, το είχαμε δει προ πανδημίας με την ανάθεση σε εργολάβους των υπηρεσιών καθαριότητας και φύλαξης των νοσοκομείων.

Και αποτελεί ξεκάθαρη πολιτική επιλογή να στηρίζεται ο ιδιωτικός τομέας και να μένουν ανέγγιχτα τα ιδιωτικά θεραπευτήρια. Φωνάζουμε για επίταξη του ιδιωτικού τομέα χωρίς αποζημίωση δύο χρόνια τώρα ειδικά στις μεγάλες κορυφώσεις των κυμάτων του κορονοϊού και δεν υπάρχει δυστυχώς από την απέναντι πλευρά καμία πολιτική πρωτοβουλία. Είναι σαφές λοιπόν ότι πέρα από το κέρδος των ιδιωτικών θεραπευτηρίων που υπηρετείται από αυτή την κυβέρνηση υπάρχει το μακροπρόθεσμο σχέδιο της ιδιωτικοποίησης της υγείας, να φύγει αυτός ο «βραχνάς» όπως λένε από τις πλάτες του κράτους.

Εσείς ως γιατρός και μέλος του ιατρικού κινήματος τι διεκδικείτε από αυτή και κάθε κυβέρνηση ως προς την άμεση ενίσχυση των δημόσιων νοσοκομείων και του Ε.Σ.Υ. γενικότερα;

Αυτά τα δύο χρόνια δεν έχουμε σωπάσει καθόλου ως υγειονομικό κίνημα. Ακόμη κι όταν μας λέγανε «όλοι μαζί, να περάσει η πανδημία, υπομονή, δεν υπάρχουν αντιπαλότητες κτλ.» εμείς φωνάζαμε από την πρώτη στιγμή για ενίσχυση των νοσοκομείων και του συστήματος υγείας με μόνιμο προσωπικό, μόνιμες προσλήψεις ώστε να έχει ο υγειονομικός εργασιακή αξιοπρέπεια. Φωνάζουμε για τους μισθούς μας ότι πρέπει να επανέλθουν σε επίπεδα προηγούμενων ετών, φωνάζουμε για επίταξη άνευ αποζημίωσης του ιδιωτικού τομέα ώστε να μπει στη μάχη της πανδημίας με όλο του τον εξοπλισμό και το προσωπικό.

Και δεν τα λέμε απλά στην κυβέρνηση, τα λέμε κυρίως στους συναδέλφους μας και τους καλούμε να συστρατευθούν και να μπουν σε τροχιά αγωνιστικής κινητοποίησης μέσα από τα σωματεία τους για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα αντίπαλο δέος απέναντι σε αυτή την κατάσταση που είναι ισοπεδωτική για τη ζωές μας. Φωνάζουμε επίσης όλον αυτόν τον καιρό που γίνεται με λάθος τρόπο η εμβολιαστική εκστρατεία ότι η επιστημονική κοινότητα οφείλει να στηρίζεται στα επιστημονικά δεδομένα, ότι η επιστήμη δεν αφορά διορισμένες επιτροπές, βασίζεται σε δεδομένα, παρατήρηση, πειράματα και για αυτό καλούμε και τον κόσμο να εμβολιαστεί. Τα εμβόλια είναι ασφαλή, είναι σημαντικό όπλο για την αντιμετώπιση της πανδημίας, χωρίς φυσικά να είναι το μοναδικό.

Παρατηρείτε από πλευράς μέρους της κοινωνίας δυσπιστία προς τον ιατρικό κόσμο; Υπάρχει μια εντύπωση ότι η  επιστημονική κοινότητα έχει γίνει έρμαιο πολιτικών σκοπιμοτήτων. Εισπράττεται κάτι τέτοιο;

Η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου ακολούθησε τα επιστημονικά δεδομένα. Προσέξτε, όχι γνώμες ειδικών που έβγαιναν στα ΜΜΕ ή επιτροπών που μπορεί να έλεγαν μια το ένα και μια το άλλο, αλλά την επιστημονική γνώση και έρευνα. Και για αυτό μια συντριπτική πλειοψηφία πάει να εμβολιαστεί, ακολουθεί κανόνες υγιεινής και κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης, ξέρει ο εργαζόμενος να προστατευθεί.

Την ευθύνη για τον όποιο ανορθολογισμό δημιουργήθηκε μέσα στην κοινωνία την φέρει η κυβέρνηση και ο τρόπος που διαχειρίστηκε την πανδημία. Δεν μπορεί να βγάζεις μέλη επιτροπών τα οποία να ισχυρίζονται π.χ. ότι δεν κολλάει ο κορονοϊός με τη Θεία Κοινωνία, δεν μπορείς τη μια μέρα να λες τη μια μέρα ότι η μάσκα δεν χρειάζεται για μέσο προστασίας και την επόμενη να την κάνεις υποχρεωτική και στους εξωτερικούς χώρους, δεν μπορείς να βγάζεις ένα εμβόλιο με συγκεκριμένα δεδομένα σε κυκλοφορία και την επόμενη ημέρα να το παίρνεις πίσω. Καταλαβαίνετε πως ο όποιος ανορθολογισμός, η όποια δυσπιστία δημιουργήθηκε είναι ευθύνη αποκλειστικά της κυβέρνησης και τον τρόπο που αυτή οργάνωσε και διαχειρίστηκε την εμβολιαστική εκστρατεία. Μιλάω για την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, δεν αναφέρομαι σε μειοψηφίες εντασσόμενες σε περίεργα ρεύματα με ακροδεξιά ή και φασίζοντα αντανακλαστικά και οι οποίες υπερπροβάλονται από τα ΜΜΕ σαν τη βασική αιτία δυσπιστίας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Καναδάς «Αποφύγετε τα ταξίδια στην Ουκρανία»-Έκρυθμη κατάσταση

Νετανιάχου: Διαπραγματεύσεις για τέλος της δίκης διαφθοράς

Η Όμικρον αποκαλύπτει τις δυσκολίες των δημόσιων νοσοκομείων της Ευρώπης

Υποχρεωτικός ο εμβολιασμός για τους ενήλικες στην Αυστρία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα