ΑΘΗΝΑ
07:29
|
18.08.2022
Ο νέος εργασιακός νόμος και η σπουδή της κυβέρνησης PSOE/Podemos να τον κυρώσει πριν από τα νέα μέτρα κατά της πανδημίας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, που λόγω της νόσου Covid-19 προμηνύονταν ζοφερά και αβέβαια, η ισπανική κυβέρνηση PSOE/Podemos θέλησε να κάνει έναν «μποναμά» στους εργαζομένους της χώρας, ανακοινώνοντας τη συμφωνία (αυτή τη φορά και με τους εργοδότες) για τη θέσπιση του νέου εργασιακού νόμου. Βέβαια, πέρα από τις καλές προθέσεις της υπουργού Γιολάνδα Ντίαθ (από το στρατόπεδο των Podemos, μάλιστα), κρύβεται και η βιασύνη της κυβέρνησης να κλείσει μία υπόθεση, που μαζί με τον προϋπολογισμό, αποτελούν τα επείγοντα ανοικτά ζητήματα για τα οποία την πιέζουν οι Βρυξέλλες, στις οποίες ήταν αναγκασμένη να υποβάλει το νέο εργασιακό πλαίσιο η Μαδρίτη, αλλά και ο χρόνος, ώστε να ανοίξουν οι κρουνοί για τις πιστώσεις του Υπερταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η τελική συμφωνία κατέστη δυνατή μέσα από τις αμοιβαίες υποχωρήσεις και αντιπροτάσεις όλων των εμπλεκόμενων πλευρών και το αποτέλεσμα αφήνει μία γλυκόπικρη γεύση σε πολλούς και από την πρώτη στιγμή ανάγκασε τη Ντίαθ να την υπερασπισθεί. Η Ντίαθ υποστήριξε πως «αποτελεί μία αλλαγή παραδείγματος» στις εργασιακές σχέσεις και πως είναι η πρώτη «μεταρρύθμιση που ανακτά και κερδίζει δικαιώματα για τους εργαζόμενους».

Ωστόσο, οι ομοβροντίες εναντίον της συμφωνίας αυτής προέρχονται και από τη δεξιά αντιπολίτευση που της προσάπτει βιασύνη για να κλείσει μία «κακή» συμφωνία, αλλά και από συνεργαζόμενα κοινοβουλευτικά με την κυβέρνηση κι αριστερά κόμματα –όπως το βασκικό αυτονομιστικό ΕΗ Bildu και τα συνδικάτα της επαρχίας αυτής- που αναγγέλλουν έως και κινητοποιήσεις.

Η Ντίαθ μπορούσε να παρακάμψει τις σχοινοτενείς και τεταμένες διαπραγματεύσεις με τους άλλους δύο φορείς, συνδικάτα και εργοδοσία, κυρώνοντας με ένα διάταγμα το νέο εργασιακό πλαίσιο. Εντούτοις, σε τέτοια μείζονος σημασίας νομοθετήματα η επίφαση της όποιας ευρύτερης συναίνεσης συμβάλλει ώστε να ελαχιστοποιηθούν, εάν όχι νεκρωθούν, οι όποιες αντιδράσεις για την τελική ουσία στο περιεχόμενο των διατάξεων, πέρα από το επιφαινόμενό τους που προβάλλεται ως θετικό και καινοτόμο. Έτσι πέρα από τις θριαμβολογίες της ίδιας της υπουργού και της κυβέρνησης, η  ικανοποίηση του ευρωπαίου Επιτρόπου της Οικονομίας Πάολο Τζεντιλόνι για την «καλή απόφαση» της κυβέρνησης να έρθει σε συνδιαλλαγή με τους κοινωνικούς εταίρους, είναι ενδεικτικό σημάδι της ανάγκης να περιβληθεί με τον μεγαλύτερο δυνατό νομιμοποιητικό μανδύα το νέο θεσμικό πλαίσιο για να σταθεί στην κοινωνία. Μία κοινωνία, που ενόψει των περιοριστικών μέτρων ενάντια στην επέλαση της μετάλλαξης Όμικρον, εν μέσω μάλιστα των γιορτών, θα ασχοληθεί πολύ λίγο με τις τελικές επιπτώσεις που θα έχει το νομοσχέδιο στα εργασιακά πράγματα και στο μέλλον της εργατικής τάξης.

Άλλος ένας λόγος για τη σπουδή της κυβέρνησης και των Βρυξελλών να κλείσει το ζήτημα ήταν ακριβώς κι αυτός: η σύμπτωση της κύρωσης του εργασιακού με τα μέτρα για την πανδημία, ώστε να αποφευχθούν τυχόν απεργιακές κινητοποιήσεις, που είχαν ακολουθήσει τις αντίστοιχες «μεταρρυθμίσεις»  των κυβερνήσεων Θαπατέρο, το 2012, και Ραχόι στη συνέχεια. Και τούτο γιατί στην ουσία, η εργατική μεταρρύθμιση που εισήγαγε η συγκυβέρνηση Σοσιαλιστών/Podemos, πέρα από τον στόχο να ρυθμισθεί εν μέρει η διαρκώς δεσπόζουσα πρόσκαιρη και εποχιακή απασχόληση και τα συμπαρομαρτούντα της -η «μαθητεία» και η υπεργολαβική εργασία, δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τον πυρήνα των προηγούμενων δύο «μεταρρυθμίσεων» , που ήταν ακριβώς η διευκόλυνση των απολύσεων και η «φθηνή» τους αποζημίωση.

Ειδικά στο κόστος των απολύσεων, από το νέο κείμενο της «μεταρρύθμισης Ντίαθ», προκύπτει πως δεν υπήρξαν αλλαγές. Όπερ σημαίνει πως διατηρείται η γενίκευση του μέτρου της μείωσης της αποζημίωσης για άδικη απόλυση από 45 σε 33 ημέρες ετησίως λειτούργησε -με ανώτατο όριο τους  24 μισθούς-, που ίσχυε τον Φεβρουάριο του 2012 (Θαπατέρο) και εν συνεχεία παγιώθηκε κι επί Ραχόι. Το ίδιο και για τις απολύσεις λόγω οικονομικών δυσχερειών ή χρεωκοπίας (20 μέρες και 12 μισθοί). Επίσης αμεταρρύθμιστη μένει η νομοθεσία και για τους λόγους της απόλυσης, που θα συνεχίσει να δικαιολογείται εάν συντρέχουν λόγοι οικονομικοί, τεχνικοί, οργανωτικοί ή παραγωγικοί. Στους συντρέχοντες αυτούς λόγους προσαρτώνται δυστυχώς όμως και οι περιπτώσεις των «εργαζομένων σε αναστολή» (ΕRTE), παρόλο που η ισχύς τους γενικεύεται στο νέο εργασιακό πλαίσιο, ώστε να προστατευθεί η σχέση τους μέσα στο νέο πλαίσιο δουλειάς που η πανδημία έχει διαμορφώσει.

Αλλά και πάλι τι προβλέπεται για τον κύριο στόχο, την εποχικότητα και παροδικότητα της εργασίας, που η νέα «μεταρρύθμιση» θέλει να βάλει κανόνες. Την ώρα, που με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, πάνω από το ένα τέταρτο των Ισπανών μισθωτών απασχολούνται με προσωρινή σύμβαση, ποσοστό που έφτασε το 27,4% στο τέλος του 2018 και συνεχίζει να αυξάνεται, χάρις και στις διατάξεις των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, η βελτίωση είναι ισχνή. Δηλ. η υποχρέωση να μονιμοποιηθεί ο υπάλληλος  να γίνει μόνιμος εργαζόμενος που εργάζεται για δύο χρόνια σε εταιρεία με την οποία ο Ραχόι αφαίρεσε ένα έτος από το όριο του Θαπατέρο, διαμορφώνεται στους 18 μήνες. Η μονιμοποίηση τούτη δεν κάνει διάκριση ανάμεσα «στο ίδιο ή σε διαφορετικό πεδίο απασχόλησης του μονιμοποιούμενου εργαζομένου στην ίδια ή άλλη εταιρεία του ομίλου, μέσω δύο ή περισσότερων συμβάσεων λόγω παραγωγικών συνθηκών» ή εάν η είσοδός του «στην εταιρεία έγινε μέσω πρακτορείου προσωρινής απασχόλησης» και τη συναρτά με τις «περιπτώσεις διαδοχής ή υποκατάστασης επιχειρήσεων».

Μία άμεση επίπτωση σε αυτό είναι η μεταβολή του περιεχομένου των προσωρινών συμβάσεων. Από την έναρξη ισχύος της νέας μεταρρύθμισης, η επισημοποίηση μιας προσωρινής σύμβασης θα απαιτεί μία εκ των προτέρων αιτιολόγηση των λόγων και της διάρκειας (έως έξι μήνες) για τη σύναψή τους. Παράλληλα, οι συμβάσεις ορισμένης διάρκειας θα ισχύουν μόνο για την κάλυψη αντικαταστάσεων ή επειδή το απαιτούν οι συνθήκες της παραγωγής.

Ταυτόχρονα, η όποια σύμβαση μερικής απασχόλησης  (αορίστου ή σύμβαση έργου) θα μπορεί να συναφθεί  -κι ιδίως στο Δημόσιο- μόνον εάν  ο νόμος επιτρέπει τη χρήση αυτής της μορφής. Οι δε συμβάσεις εργασίας σε υπεργολάβους και «ενοικιαστές» εργαζομένων στο Δημόσιο, δεν θα καλύπτονται  πλέον από την αιτιολογία των συνθηκών παραγωγής, όταν αυτές οι θέσεις αφορούν «τη συνήθη δραστηριότητα της εταιρείας».

Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται να τεθεί ένας κανόνας στη «ζούγκλα»  των προσωρινών συμβάσεων,  που είχαν γίνει καθεστώς στις εργασιακές σχέσεις στην Ισπανία. Για να αποφευχθούν κενά, η νέα νομοθεσία  προβλέπει τη δημιουργία ανταλλαγών απασχόλησης ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους εργασίας, ώστε οι ελλείψεις να καλύπτονται από “αδρανείς” εργαζομένους σε άλλες θέσεις.  

Ίσως η μεγαλύτερη συμβολή της νέας εργασιακής νομοθεσίας να είναι η πρωτοκαθεδρία που θεσπίζει για τις συλλογικές συμβάσεις έναντι των εταιρικών συμφωνιών. Αυτές θα έχουν και αναδρομική ισχύ, ακόμη κι όταν οι εργαζόμενοι δεν έχουν κλείσει συμφωνία με την εκάστοτε εταιρεία. Βέβαια, το μέτρο αυτό αφήνει και κάποια παραθυράκια: ενώ περιλαμβάνει τη μερική κατάργηση ενός από τους κύριους μηχανισμούς υποτίμησης της εργασίας που περιεχόταν στη μεταρρύθμιση του 2012, από την άλλη αναγνωρίζει de facto την ισχύ τους  -έστω κι εάν είχαν συναφθεί προσωρινά- για όσες συμφωνίες είχαν επιτευχθεί μέσα στο προηγούμενο ρυθμιστικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που αναγνώριζε στις εταιρείες ότι μπορούσαν να αποκλίνουν από τους συμφωνηθέντες μισθολογικούς όρους εάν συντρέχουν οικονομικοί λόγοι!

Εφεξής, το νέο πλαίσιο ορίζει πως,, εκτός από την περίπτωση που η  ίδια η σύμβαση ορίζει διαφορετικά, οι κλαδικές συμβάσεις θα παρατείνονται αυτόματα από χρόνο σε χρόνο εάν δεν καταγγελθούν μονομερώς από την εταιρεία και τους εργαζομένους. Ενώ σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί σύμβαση μέσα σε ένα χρόνο, τα δύο μέρη -εργοδοσία κι εργαζόμενοι- θα υποχρεούνται να προσφύγουν στη διαιτησία, της οποίας οι αποφάσεις -σε περίπτωση ριζικής διαφωνίας τους- θα έχουν δεσμευτική ισχύ.

Πλέον, η εν λόγω πρόβλεψη, θεωρητικά, παρεμβαίνει στον καθορισμό των συνθηκών και των σχέσεων εργασίας, καθώς η όποια μεταβολή στην εργάσιμη ημέρα, το μισθό, τις βάρδιες και το περιεχόμενο της απασχόλησης του εργαζομένου, δεν θα μπορεί να γίνει μονομερώς από την εταιρεία, χωρίς την έγκριση κι επίβλεψη των περιφερειακών ή κρατικών ελεγκτικών αρχών.

Βέβαια, μπορεί η νέα μεταρρύθμιση να ρυθμίζει τη χαλαρότητα των κριτηρίων που όριζαν οι προηγούμενες (μείωση παραγωγής και κέρδους), αλλά δεν αίρει πλήρως τις αιτιολογίες τούτες: η όποια μείωση κέρδους πρέπει να καταγράφεται για τουλάχιστον δύο συνεχόμενα τρίμηνα, εν σχέσει με τα αντίστοιχα το προηγούμενο έτος. Σε κάθε περίπτωση όμως, η νέα διάταξη αφήνει την αξιολόγηση των συνθηκών που αιτιολογούν την όποια μεταβολή στη διακριτική ευχέρεια των ελεγκτικών μηχανισμών και στο (όχι και τόσο ακριβοδίκαιο) δικαστικό σύστημα για την επίλυση τέτοιων διαφορών.

Στο σημείο αυτό, της ερμηνείας των λόγων για την απόλυση ή τη μεταβολή των σχέσεων και του διαστήματος της εργασίας, ορίζεται η «κόψη του ξυραφιού» που θα ισχύσει, όπως προείπαμε και για τη γενίκευση της κατηγορίας των «εν αναστολή» και υπό «ειδικό καθεστώς απασχόλησης»  εργαζομένων (ERE και ERTE, όπως ονομάζονται στην Ισπανία). Πλέον ναι μεν επεκτείνεται η διοικητική εποπτεία για την απασχόλησή τους και τους όρους της, βεβαίως και περιορίζεται η αιτιολογία της ανώτερης βίας για απολύσεις ή τη μείωση ωρών εργασίας, όμως βάσει της συναινετικών παραχωρήσεων στη διαπραγμάτευση μεταξύ κοινωνικών φορέων και κυβέρνησης, ανοίγει ο δρόμος για να εφαρμοσθεί στην Ισπανία το γερμανικό μοντέλο των kurzarbeit -τις «μίνι-εργασίες». Μέσα από τον επονομασθέντα «Μηχανισμός RED», του οποίου η εφαρμογή θα απαιτεί την έγκριση του υπουργικού συμβουλίου και θα μπορεί να έχει καθολική ισχύ, οι εταιρείες που θα περιλαμβάνονται στους προβλεπόμενους τομείς θα «μπορούν οικειοθελώς να ζητήσουν από την εργατική αρχή να μειώσει την εργάσιμη ημέρα ή να αναστείλει τις συμβάσεις εργασίας».  Θα μπορούν δηλαδή να καλύψουν την υπο-απασχόληση με την Πατρόκλου πρόφαση της «κατάρτισης» των ενδιαφερομένων (θιγομένων πες) «ώστε να βελτιώσουν τις  επαγγελματικές δεξιότητες και τις δυνατότητες απασχόλησής τους” για την “απόκτηση ψηφιακών δεξιοτήτων» ή «την επανεκπαίδευσή τους,  ακόμη και αν δεν σχετίζονται άμεσα με τη δραστηριότητα που ασκούν στην εταιρεία».

Αυτό θα έχει κι άμεσο αποτέλεσμα στον τομέα της απασχόλησης των νέων μέσω της παρακαμπτηρίου της «μαθητείας» (stage), που απλώς από τρεις ασυνεχείς περιόδους μειώνεται στις δύο και συναρτάται με την ακαδημαϊκή εκπαίδευσή τους σε συντονισμό με τα ισπανικά ΚΕΠ και τα πανεπιστήμια. Έτσι, οι stagiaires θα μπορούν να εργάζονται κατ’ ανώτατο όριο το 65% και το 85% της ημέρας το πρώτο και το δεύτερο έτος, αντίστοιχα, και θα λαμβάνουν τουλάχιστον το 60% και το 70% του μισθού που αντιστοιχεί στην επαγγελματική τους κατηγορία.

Συνεπώς, η νέα εργατική νομοθεσία αφήνει πολλά σημεία άλυτα, δημιουργεί παραθυράκια για την ερμηνεία και την εφαρμογή της και δεν λύνει ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενοι (όχι μόνον στην Ισπανία, αλλά και παντού) των μαζικών απολύσεων. Ένα πρόβλημα που στη γειτονική Ιταλία και λόγω πανδημίας και λόγω μίας πλημμυρίδας outsourcing επιχειρήσεων, λαμβάνει διαστάσεις χιονοστιβάδας.

Στη μεταρρύθμιση δεν προβλέπεται το παραμικρό για την ανάκτηση της εργασίας και αποζημιώσεις για άδικη απόλυση ή μείωση μισθών. Το τελευταίο δε έχει έως τώρα, με την παντελή έλλειψη πρόβλεψης, προκαλέσει  μία επαίσχυντη κατάχρηση του με «δωρεάν» απολύσεις, χωρίς άλλη συνέπεια για τον εργοδότη, πλην της εκτιμώμενης αποζημίωσης. Και το νέο κείμενο δεν μπήκε καν στον κόπο να ασχοληθεί με την υποχρεωτικότητα της τεκμηριωμένης αιτιότητας για τις απολύσεις. Ούτε και ενισχύει το δικαίωμα στην εργασία και τη σταθερότητά της,  καθώς οι εργαζόμενοι που χάνουν τη δουλειά τους με τρόπο δόλιο και αναίτια μένουν και πάλι σχετικώς ανυπεράσπιστοι, λόγω των εξαιρέσεων που πολλές φορές δεν μπορούν να τεκμηριωθούν. Ενώ παράλληλα αποθαρρύνονται από το  να υπερασπισθούν ενεργά το δίκιο τους, μιας και το γενικόλογο ισπανικό νομικό σύστημα επαφίει την απόφαση  για αποζημίωση και άρα τους όρους της εργασίας στην κρίση του εργοδότη. Ενώ πριν οι καθιερωμένοι μισθοί προσέφεραν στους εργαζόμενους στην Ισπανία, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους ή όχι σε κάποιο σωματείο, κάποια ασφάλεια, πλέον η αλλαγή των όρων των συμβάσεων και της διαιτησίας, αφαιρεί και από τα ίδια τα συνδικάτα τη διεκδίκηση αναίρεσης, αναδιαπραγμάτευσης και ανάκτησης των δικαιωμάτων.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Και όμως ο Σίλβιο επιμένει

ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ: «Είμαστε μαζί σου»

«Απασφάλισε» η Λιζ Τσέινι κατά των «δικών της» Ρεπουμπλικανών

Επείγουσα για το ΝΑΤΟ η αποστολή επιθεωρητών στον πυρηνικό σταθμό της Ζαπορίζια

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα