ΑΘΗΝΑ
02:02
|
16.07.2024
Η ανασκόπηση της χρονιάς που φεύγει από το Κοσμοδρόμιο. Η Ιταλία αισθάνεται σαν να σταμάτησε το ρολόι στον Δεκέμβη του ’20.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Στα τέλη κάθε χρονιάς, είναι μοιραίο πως φθάνει η στιγμή για κάθε είδους απολογισμούς και αξιολογήσεις για το έτος που πέρασε, τα γεγονότα και πώς αντιμετωπίσθηκαν, τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο και γιατί τα εμπιστευθήκαμε και ιδίως τι μας αφήνουν όλα τα βιώματα του έτους αυτού χαραγμένα στην ιδιοσυγκρασία μας και τι μας προμηνύουν για τους επερχόμενους καιρούς.

Η Ιταλία, μία χώρα που από την αρχή της πανδημίας βρέθηκε στο παγκόσμιο προσκήνιο και εν μέρει θα τολμούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ένα διεθνές «εργαστήριο» του δεσπόζοντος διεθνούς συστήματος παραγωγής και διακυβέρνησης για την αντιμετώπιση της κρίσης, σε υγειονομικό, αλλά κυρίως σε οικονομικό, πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο, βρίσκεται στο κατώφλι του 2022 σε μία ιδιαίτερα αμήχανη θέση.

Όσο κι εάν το έτος που διαβαίνει τώρα το κατώφλι της εξόδου του επεφύλασσε μία πλούσια ειδησεογραφία στους κατοίκους και σε όλους μας, το σκηνικό που παρουσιάζει αυτόν τον Δεκέμβρη, μοιάζει μια παραλλαγή του περασμένου έτους. Με την μετάλλαξη Όμικρον να καλπάζει στη χώρα, το νέο έτος –«όσο κι αν ο δοτός πρωθυπουργός ΜάριοΝτράγκι δηλώνει πως «είμαστε προσεκτικοί, αλλά καλύτερα προετοιμασμένοι»- βρίσκει την Ιταλία αντιμέτωπη με, αναλογικά, τις ίδιες συνθήκες πανδημίας, την ίδια πολιτική αβεβαιότητα και μία ανάλογη οικονομική προοπτική.

Με τα νέα περιοριστικά μέτρα επί θύραις, ιδίως στη «συνήθη ύποπτο» Λομβαρδία που μοιάζει να δοκιμάζεται εκ νέου, με τον αυταρχισμό και το οικονομικό μίγμα δυσπραγίας και κερδοσκοπίας, το πολιτικό ήξεις-αφίξεις αξεδιάλυτο ακόμη, με το αίνιγμα της ανάπτυξης και της εξόδου από την κρίση ακόμη αιωρούμενο, πολλοί Ιταλοί δεν θα ήταν υπερβολή εάν υποστηρίζαμε πως θεωρούν ότι στα τέλη του 2021 η χρονιά τούτη εξίσου ζοφερή κι ανερμάτιστη υπήρξε, όσο και το annus terribilis του ‘20, που διαδέχθηκε.

Άλλωστε το ίδιο συμπεραίνει και η παραδοσιακή στατιστική έρευνα SWG Radar, που σε κάθε τέλος του έτους βυθομετρά τη διάθεση και τα συναισθήματα των Ιταλών για το έτος που φεύγει και τις προσδοκίες τους για την επόμενη χρονιά. Κι όπως προκύπτει από τη μέτρηση η εικόνα που προκύπτει, μολονότι καταγράφει πως το ηθικό του πληθυσμού εξακολουθεί να βελτιώνεται σε σύγκριση με το ‘20, ωστόσο η διάθεσή του συνεχίζει να είναι αρνητική. Γιατί αντιλαμβάνεται πως η σκοτία (της πανδημίας και της οικονομικής καχεξίας) δεν έχει απομακρυνθεί, όπως και την προηγούμενη χρονιά, από τη χώρα, ενώ εμφανής και κατάδηλη είναι η  επιδείνωση της άποψης και της εμπιστοσύνης που δείχνουν οι Ιταλοί στους θεσμούς και που θα δείχνουν και στην επόμενη χρονιά.

Ας σταθούμε λίγο σεαυτόν τον απολογισμό των ίδιων των κατοίκων της χώρας με βάση την έρευνα. Φυσικά και οι Ιταλοί δεν ισχυρίζονται πως το ‘21 μπορεί να συγκριθεί με το καταστροφικό ‘20.Μολαταύτα, το ισοζύγιο στην άποψή τους για τη χρονιά που φεύγει είναι μάλλον αρνητικό παρά θετικό (54%). Το 65% των ερωτηθέντων δηλώνει πως αισθάνονται πλέον αλλαγμένοι απ’ όσα συνέβησαν και τούτη τη χρονιά. Το 44% ισχυρίζεται πως δεν αισθάνεται ούτε πιο εύθραυστο, ούτε πιο δυνατό  αλλά απλώς διαφορετικό απ’ ό,τι αντιλαμβανόταν τον εαυτό του στο προηγούμενο έτος, ενώ το σημαντικό 37% περιγράφει τον εαυτό του  ως αρνητικά αλλαγμένο και πιο εύθραυστο.

Το χειρότερο είναι πως από την έρευνα προκύπτει μία γενικευμένη δυσπιστία–ενδοκοινωνική, αλλά και κυρίως προς την πολιτική. Παράλληλα, μετρήσιμα με βάση τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της δημοσκόπησης, οι προσδοκίες για το μέλλον φέρονται μειωμένες κατά 11%, με δεδηλωμένη την απογοήτευση για την ποιότητα της διαβίωσης, είτε αυτή πρόκειται για τη δυνατότητα διασκέδασης κλπ, είτε ως δυνατότητα και ποιότητα εργασίας. Το πιο σημαντικό όμως -και είναι τούτο ένα ποιοτικό και δοσμένο στοιχείο που έρχεται να ανατρέψει τις επίσημες, έως και διεθνείς, δοξολογίες για την κυβέρνηση του δοτού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι- πως οι θεσμοί δεν χαίρουν μεγάλης εκτίμησης στη συνείδηση των πολιτών, με την κυβέρνηση να χαίρει  θετικής αναγνώρισης μόλις  17%.

Επίσης ένα μεγάλο ποσοστό της αποκαρδίωσης των Ιταλών καταλαμβάνει η αντίληψη πως η ακραία πόλωση στη χώρα αναφορικά με την πανδημία και τα εμβόλια, με την αναγκαιότητα των μέτρων και την ταξικότητά τους, έχει δημιουργήσει ένα βαθύ ρήγμα στις κοινωνικές σχέσεις και μεγεθύνει την αβεβαιότητα και το αίσθημα της τρωτότητας του ατόμου και της κοινωνίας εν γένει. Οι Ιταλοί αισθάνονται πλέον πως εάν στην αρχή της πανδημίας δημιουργήθηκε μία συλλογικότητα, σήμερα οι κοινωνικές, εργασιακές, ταξικές και ιδεολογικές (όπως αποκρυσταλλώνονται στην αντιπαράθεση των αντιεμβολιαστών, στην άνοδο του νεοφασισμού και στην αλληλοδιάβρωση των δύο τάσεων) διαφορές την αποδυναμώνουν όλο και περισσότερο. Ο φόβος για το μέλλον, παρά την αισιοδοξία που η ενδιάμεση χαλάρωση και η εξισορρόπηση εν μέρει του εργασιακού πεδίου γι’ αρκετούς, είναι διάχυτος στις καρδιές των Ιταλών και για αυτό προσβλέπουν, με φιλυποψία πάντως, τη «δοκιμαστική» περίοδο του 2022, ως μία αχνή αχτίδα φωτός για τη βελτίωση σε ένα απώτερο μέλλον.

Εν γένει, τις τελευταίες ημέρες του Δεκέμβρη θα λέγαμε πως η Ιταλία θεωρεί για τον εαυτό της πως έχει κάνει μόλις ένα δειλό βήμα προς τα μπρός εν σχέσει προς το 2020, που μολονότι η επέτειος ήταν για φέτος, το περασμένο τούτο έτος αποδείχθηκε καθ’ ολοκληρίαν «Δαντικό».

Αν κάνουμε μία σύγκριση με τα περσινά και τότε η Ιταλία αδημονούσε για την «ελευθερία», προσμένοντας τα εμβόλια, όπως σήμερα αναζητεί μία λύση για την Όμικρον. Και τότε η χώρα αναρωτιόταν τι θα απογίνει η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε, αν θα παραμείνει και ποιος θα τοποθετηθεί στη θέση του, όσο αυξανόταν η φημολογία για την επιβολή του Ντράγκι στην ηγεσία. Έτσι και σήμερα η χώρα σκιρτά στη σκέψη εάν  ο «Σούπερ Μάριο» θα μετοικήσει στην προεδρία, εάν και πότε θα εκλεγεί κι εάν θα αντέξει το διάδοχο κυβερνητικό σχήμα κι υπό ποιόν ή εάν θα συρθεί η χώρα σε εκλογές. Και τότε η κοινωνία ανησυχούσε για την τύχη των πιστώσεων από το Υπερταμείο των Βρυξελλών για την Ανάκαμψη κι Ανθεκτικότητα. Σήμερα πάλι ανησυχεί για τις επιπτώσεις του Υπερταμείου, δεδομένου ότι ο προϋπολογισμός του Ντράγκι βαθμηδόν αποδεικνύεται πως συμβάλλει στην αυτο-αναπαραγωγή των οικονομικών ελίτ και δε βελτιώνει κανέναν από τους όρους της εργασίας, κοινωνικής ασφάλισης και της αμοιβής των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων και των συντάξεων, ενώ η φορολογική του μεταρρύθμιση πλήττει μεγάλες μάζες πληθυσμού, αφήνοντας τον πλούτο ανέγγιχτο.

Η Ιταλία αισθάνεται πως το 2021 δεν υπήρξε καμία αλλαγή σε σχέση με το ‘20 στην εργασία και την εξασφάλισή της. Οι επιχειρήσεις που έκλειναν λόγω Covid το ‘20, συνέχισαν και το 2021 να κλείνουν χωρίς λόγο, είτε να  μετεγκαθίστανται σε χώρες με μικρότερο εργασιακό κόστος(GNK, Whirpool κλπ).  Ή  με το τέχνασμα της υποχρεωτικότητας στους χώρους εργασίας του Green Pass μεθοδεύονται οι απολύσεις, η μισθολογική μείωση και οι διακρίσεις. Διακρίσεις που γίνονται όλο και πιο ορατές με τις νέες συνθήκες εργασίας, που εξανάγκασαν (με αποκορύφωμα τα γεγονότα με την κατάληψη και την απεργία των λιμενεργατών στην Τεργέστη) τους εργαζόμενους σε απεργίες, κινητοποιήσεις και συγκρούσεις με την εργοδοσία και το κράτος. Έναν κρατικό μηχανισμό, ο οποίος όχι μόνον καταδιώκει ως εγκληματίες τους συνδικαλιστές καταδιώκει ως εγκληματίες τους συνδικαλιστές ή ακόμη να δολοφονεί απεργούς, που συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις και μοιάζει να επιστρατεύει τους μπράβους των επιχειρήσεων ή ακροδεξιά στίφη που βγήκαν από τα λαγούμια τους για να κτυπήσουν ακόμη και χωρίς αφορμή τα συνδικάτα, επαναφέροντας στη μνήμη στιγμές του 1921 και την εμφάνιση του φασισμού ως «μακράς χείρας» της τότε εργοδοσίας. Και την ίδια στιγμή επιβραβεύονται δικηγορικές εταιρείες που βοήθησαν στις απολύσεις απεργών. Και για να μη μιλήσουμε για τα μέτρα ασφάλειας στους χώρους εργασίας, με το 2021 να αναδεικνύεται σε έτος των ρεκόρ ατυχημάτων και καταγγελιών -μόλο που οι θάνατοι δεν έχουν αυξηθεί τόσο- και με περιστατικά (όπως το πρόσφατο στο Τορίνο ή η πτώση του τελεφερίκ) που αποδεικνύουν ότι η κερδοφορία έχει προτεραιότητα απέναντι στις συνθήκες εργασίας, που γίνονται πιο ελαστικές και κακοπληρωμένη η ζωντανή εργασία, αλλά και την ανθρώπινη ζωή εν γένει.

Υγειονομικά οι Ιταλοί δεν αισθάνθηκαν πιο ασφαλείς μέσα στο 2021, καθώς μεγάλο μέρος του έκτακτου προσωπικού που είχε απασχοληθεί για την αντιμετώπιση του φονικού πρώτου κύματος της πανδημίας απολύθηκε, περιφερειακά κέντρα υγείας έκλεισαν, «εργολαβικό» προσωπικό στην καθαριότητα, παραϊατρικό έλεγχο, ασφάλεια κλπ στον κλάδο της υγείας  σταμάτησε να απασχολείται, η εμβολιαστική εκστρατεία, για την οποία επιστρατεύθηκε ο Ντράγκι για να φέρει εις πέρας, μετά την αρχική της επιτυχία έμεινε σε ένα τέλμα, δημιουργώντας ιδίως με την εισαγωγή και τον τρόπο εφαρμογής του Green Pass για τον εμβολιασμό κοινωνικές εντάσεις, στρατονομική καταστολή κι έλεγχο και υγειονομική αβεβαιότητα. Μία αβεβαιότητα, που εύγλωττα αποτυπώνεται τούτες τις μέρες στο έβγα του χρόνου στη νέα έκρυθμη κατάσταση που  βρίσκεται το εμβληματικό υγειονομικό σύστημα της Λομβαρδίας, το οποίο ένεκα της Όμικρον βρίσκεται πάλι στα πρόθυρα της κρίσης όπως στα τέλη του 2020.

Μήτε και στην εκπαίδευση οι Ιταλοί αισθάνθηκαν ότι το 2021 υπήρξε καλύτερο έτος από το προηγούμενο. Ούτε το διδακτικό προσωπικό αυξήθηκε, ούτε οι αίθουσες με λιγότερους μαθητές ή τα περισσότερα αμφιθέατρα με λιγότερους φοιτητές γενικεύθηκαν, η προβληματική τηλεκπαίδευση δεν καταργήθηκε κι ούτε η ασφάλεια στα μέσα μεταφοράς, ως μέτρο ανασχετικό της διασποράς της πανδημίας, βελτιώθηκε. Απεναντίας, η διαίρεση της κοινωνίας και οι «προγραφές» επί τη βάσει της επέκτασης της κατάστασης εξαίρεσης του Green Pass και του justus hostis των μη εμβολιασμένων βάθυνε στον χώρο της εκπαίδευσης με αποκλεισμούς φοιτητών και ακαδημαϊκών, μαθητών και καθηγητών, από τις τάξεις ως «μιάσματα». Το αποτέλεσμα είναι το 2021 τα αιτήματα μαθητών και φοιτητών τα αιτήματα μαθητών και φοιτητών, όπως και των δασκάλων τους να παραμένουν τα ίδια και τα προβλήματα να διαιωνίζονται και ούτε καν να προβλέπεται λύση τους στον νέο «ταξικό» προϋπολογισμό, κομμένο και ραμμένο στα πρότυπα των Βρυξελλών. Προϋπολογισμός που τα μόνα μέτρα που προβλέπει για την εκπαίδευση είναι να καταρτίζει κατάλληλο προσωπικό για τις ανάγκες της «αγοράς» στελεχών, που οι εγχώριες και οι ξένες εταιρείες που εξαγοράζουν αφειδώς ιταλικές ή δημόσιες υπηρεσίες αναζητούν.

Στην Ιταλία, όσο ξεκοκαλίζουν τα μέτρα του προϋπολογισμού κι αντιλαμβάνονται πόσο κοινωνικά ετεροβαρής είναι , τώρα κατανοούν τι πραγματικά εμπεριέχουν  και πως η πρωθυπουργική «μεσοβασιλεία» του Ντράγκι -εάν τελικά επιβεβαιωθεί η ανάρρησή του στην προεδρία- δεν ήταν παρά μία προέκταση της προδιαγεγραμμένης τροχιάς, κεκαλυμμένης λιτότητας, που είχε σχεδιασθεί από το ανακτοβούλιο των Βρυξελλών για την Ιταλία κι επί Κόντε. Απλώς, ο «λούστρος» του επιτυχημένου πρώην διοικητή της ΕΚΤ κι η ακομμάτιστη τεχνοκρατική του ιδιότητα διευκόλυνε και τις Βρυξέλλες και την ιταλική πολιτικο-κομματική σκηνή. Στο πρόσωπό του ενσαρκώθηκε η μορφή εκείνου που θα αναλάβει να φέρει εις πέρας χωρίς κοινωνικές αναταραχές και πολιτικό κόστος τις δύο δύσκολες αποστολές:  τον εμβολιασμό και τα συμπαρομαρτούντα μέτρα επιτήρησης κι επιβολή και την εκπόνηση ενός προϋπολογισμού, που θα περιελάμβανε τα μέτρα και τις πάνω από 500 προϋποθέσεις που έθεταν οι Βρυξέλλες -και που τον σιγοντάριζαν και οι εργοδότες της Confidustria– και κυρίως να τον περάσει  στο Κοινοβούλιο.

Στόχοι που οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση λειτουργώντας με πολιτικά και συμφεροντολογικά κριτήρια ουδέποτε θα ελάμβανε σε τέτοια έκταση κι εάν το τολμούσε θα αντιμετώπιζε τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις. Εντούτοις, γύρω από τον Ντράγκι στήθηκε ένα παλκοσένικο εθνικής ομόνοιας (εξόν από τους ακροδεξιούς της Τζόρτζια Μελόνι, όλα τα υπόλοιπα κόμματα πήραν τον «δρόμο της Δαμασκού» κι πεφωτισμένα ευαγγελίζονταν την ελέω Ντράγκι σωτηρία) και παράλληλα ξεκίνησε ένας πρωτοφανής μηχανισμός προπαγάνδας για να πεισθεί η κοινή γνώμη πως με τον «Σούπερ Μάριο» όλα βαίνουν καλώς. Το ψεύδος και η εξαπάτηση στην περίοδο της κυβέρνησης Ντράγκι αναγορεύθηκαν σε πρωτεύουσες πολιτικές, ώστε να δημιουργηθεί μία μαγική εικόνα: ότι η Ιταλία με την καθοδήγηση του Ντράγκι θα αναδειχθεί σε ηγέτη της Ευρώπης.

Όμως η αμείλικτη πραγματικότητα απέδειξε πως η μαγική μπαγκέτα του Ντράγκι, ούτε σταματά αλλά αντίθετα ευνοεί τις απολύσεις, τις μετεγκαταστάσεις εταιρειών, ούτε  και να επιδιώξει ή να επιβάλει κάποια κοινωνικά μέτρα, επειδή δεν θέλει να ασκήσει πιέσεις στους πλουσίους. Ο Ντράγκι αδιαφόρησε για τα κοινωνικά προβλήματα, και τις επιπτώσεις από τις απορρυθμίσεις του εργασιακού και του συνταξιοδοτικού που περιέχει ο προϋπολογισμός του και με τη συνεργεία των κομμάτων έθεσε σχεδόν υπό διωγμό τις απεργίες.  Αλλά και στο άλλο μέτωπο που κλήθηκε να κερδίσει τη μάχη, ουσιαστικά δεν κατάφερε να πείσει όλους να εμβολιασθούν και δεν τόλμησε  να κάνει τις κοινωνικές εκείνες δαπάνες (έρευνα, νοσοκομεία, δυναμίτισε τις προσπάθειες για ιταλικό εμβόλιο)  που χρειάζονται για τη θωράκιση της κοινωνίας.

Η ακρίβεια και η ανεργία έχει μειώσει την αγοραστική δύναμη των Ιταλών κι έχει βυθίσει τις αγορές για τα Χριστούγεννα, ενώ οι τρελές αυξήσεις στο ρεύμα ξεκοκαλίζουν ό,τι απέμεινε από το οικογενειακό εισόδημα. Αλλά ούτε και καταφέρνει να χαράξει μία αξιόπιστη εξωτερική πολιτική. Το  απέδειξε, άλλωστε, η υπογραφή του Συμφώνου του Κυρηνάλιου με τον Εμανουέλ Μακρόν, που επιτρέπει στο Παρίσι να προωθεί την επεκτατική του οικονομική πολιτική κι εξωτερική διπλωματία στο ιταλικό επιχειρείν και να κάνει την Ρώμη συμμέτοχο και συνένοχο στους πολέμους για τα δικά του οικονομικά συμφέροντα στην Υποσαχάρια Αφρική και τη Λιβύη.

Αλλά και τώρα στη δύση της διακυβέρνησής του, αποδεικνύεται ότι η επιτυχία του είναι σχετική και καλή για την “Ιταλιέτα” -για να θυμηθούμε το πώς υποτιμητικά οι ίδιοι οι Ιταλοί αναφέρονταν στο νεοσύστατο κράτος τους, που υπολειπόταν κατά πολύ από τα άλλα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη. Όταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα το ιταλικό spread άρχιζε πάλι να παίρνει την ανιούσα-ξυπνώντας μνήμες Δεκεμβρίου2020- ο Ντράγκι κυνικά επεσήμανε πως «εάν ανεβαίνει σε επίπεδα υψηλότερα απ’ όταν ήλθα εγώ, τότε απλώς σημαίνει πως εγώ δεν είμαι ασπίδα», καθησυχάζοντας τους γύρω του, λέγοντας πως αυτό δεν είναι ανησυχητικό, ένα «βαρόμετρο είναι που δείχνει πως οι αγορές προσανατολίζονται και μετράνε την ανάπτυξη» και  «προς αυτήν θα πρέπει να στοχεύουμε». Δεν είμαι εγώ ο Μεσσίας, απλώς ήλθα για να διδάξω τον λόγο του…

Στο κατώφλι του 2022 η Ιταλία βρίσκεται πάλι να ασφυκτιά σχεδόν όπως την περσινή περίοδο των γιορτών. Ουρές σχηματίζονται μπροστά από φαρμακεία και κέντρα υγείας για τεστ, οι μάσκες ξαναέρχονται στο προσκήνιο, αλλά με τις τιμές τους να έχουν αρχίσει να ίπτανται, θέτοντας σε κίνδυνο τα οικονομικά των οικογενειών,  με το υγειονομικό σύστημα πάλι σε περιοχές όπως η Λομβαρδία να βρίσκονται στα πρόθυρα του χάους και την ίδια στιγμή να φουντώνει η πολιτική αβεβαιότητα γύρω από τη μετακίνηση ή όχι του Ντράγκι στην προεδρία, τον κίνδυνο να επανέλθουν στο προσκήνιο οι ακροδεξιοί της Τζόρτζα Μελόνι καθορίζοντας την ψηφοφορία για τον νέο πρόεδρο, που δεν αποκλείει κανείς στη χώρα της Commedia dell’Arte από κάποια καραμπόλα να καταλήξει να είναι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που άλλωστε το επιζητεί.

Οικονομική κρίση, υγειονομικός κίνδυνος και πολιτική αβεβαιότητα συνθέτουν μία εικόνα, που εάν δεν άλλαζαν τα ειδολογικά στοιχεία σε κάθε μία από τις τρεις αυτές κατηγορίες (ακρίβεια αντί ανεργία-ανάπτυξη 6% αντί ύφεση 9% -άρα πάλι μείον το πηλίκο-, μετάλλαξη Ο αντί Δ, Ντράγκι αντί Κόντε) , θα έλεγε κανείς πως το ρολόι στην Ιταλία έχει σταματήσει στον περασμένο Δεκέμβριο. Μήπως άραγε το μόνο που άλλαξε για την Ιταλία το 2021 ήταν ο Μάριο Ντράγκι;

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Έδειραν 16χρονο στα Ανώγεια Κρήτης γιατί φορούσε…σκουλαρίκι και βερμούδα

Να ποιον διάλεξε για υποψήφιο Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ ο Τραμπ

Η Γάζα στο επίκεντρο συνάντησης Μπλίνκεν με Χανέγκμπι και Ντέρμερ

Δυτική Ελλάδα: Χτύπησε και έριξε στη θάλασσα την πρώην σύζυγό του

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα