ΑΘΗΝΑ
10:59
|
18.05.2022
Τι σημαίνει ότι μια κυβέρνηση ακολουθεί την επιστήμη; Και η υπόθεση Λυσένκο που έδρασε τελικά ως παράδειγμα προς μίμηση των Δυτικών κοινωνιών μας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Είναι κάπως της μόδας πλέον. Το σύνθημα το έδωσε η κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία, θέλοντας να διαφοροποιηθεί κατά κάποιον τρόπο από τη «λαϊκιστική» προηγούμενη κυβέρνηση, έριξε το σύνθημα «Follow the Science» (Ακολουθήστε την Επιστήμη). Tο σύνθημα το ενσωμάτωσαν ασμένως οι περισσότερες κυβερνήσεις του πλανήτη, αν δεν το είχαν ήδη στη φαρέτρα των συνθημάτων τους. Και η δική μας κυβέρνηση το ίδιο κάνει, αφού ισχυρίζεται περίπου ότι λοιμώχνεται νυχθημερόν αγκαλιά με την επιτροπή «λοιμωξιολόγων».

Και αντιστρόφως, όσοι θέλουν να αντιπολιτευτούν (εγχωρίως, αλλά και στο εξωτερικό) βασικά κατηγορούν την κυβέρνηση ότι πετά λόγια του αέρα και ότι στην πραγματικότητα καθόλου δεν εφαρμόζει όσα της λέει η επιστήμη. Βέβαια εδώ είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι από τα μέσα και την «κοινή γνώμη» η «επιστήμη» ταυτίζεται είτε με τους επιστήμονες (που δεν είναι το ίδιο), είτε ακόμα χειρότερα, με συγκεκριμένα πρόσωπα μεγάλης μιντιακής έκθεσης και σύνδεσης με τα κόμματα, π.χ τα μέλη της επιτροπής. Έτσι, ο ημέτερος Μωυσής κατηγορείται ότι πέταξε στα άχρηστα την μελέτη του άη-Σωτήριου του Τσιόδρα, ο εντελώς γκάγκα Μπάιντεν κατηγορείται ότι δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στον Σούπερμαν Φάουτσι, ο Μπόζο Τζόνσον ότι δεν άκουσε τις προειδοποιήσεις του «καθηγητού Λοκντάουν» Φέργκιουσον με το κληρονομικό χάρισμα από το Imperial College κλπ. Όμως αυτό πρέπει να είναι το νόημα της έκφρασης «Ακολουθώ την Επιστήμη»; Τι σημαίνει ότι μια κυβέρνηση ακολουθεί την επιστήμη;

Δεν είναι σπάνια η ψύχραιμα κριτική στάση που λέει πως η υπερέκθεση αυτή των επιστημόνων τελικά δεν οδηγεί σε συμπεράσματα συμβατά με την επιστημονική αλήθεια. Μια ορθολογική κυβέρνηση οφείλει φυσικά, αφού μελετήσει τα επιστημονικά πορίσματα, να πάρει δημοκρατικά και ανοιχτά τόσο τις αποφάσεις όσο και την ευθύνη για αυτές. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι επιστήμονες να παίρνουν τις αποφάσεις, ή να δίνουν έτοιμες τις λύσεις στην πολιτική ηγεσία, αφού η πολιτική, αντίθετα με την επιστήμη, είναι ένας διαρκής συμβιβασμός μεταξύ κοινωνικών μερίδων με ενίοτε αντιτιθέμενα συμφέροντα και ρόλος της είναι η εύρεση της χρυσής τομής. Για παράδειγμα: «Η επιστήμη είναι μεν αναγκαία για να κάνουμε επιλογές και συμβιβασμούς, αλλά ποτέ δεν φτάνει μόνο αυτή. Η επιστήμη δεν μπορεί να κάνει αξιολογικές κρίσεις. Η επιστήμη δεν καθορίζει πολιτικές. Η πολιτική είναι ένα ανθρώπινο εγχείρημα που συνδυάζει την επιστήμη με αξίες και προτεραιότητες. Π.χ. η επιστήμη μπορεί να βοηθήσει να ποσοτικοποιήσετε τον αυξημένο (ή όχι) κίνδυνο από το άνοιγμα των σχολείων και μπορεί να βοηθήσει να ποσοτικοποιήσετε τις εκπαιδευτικές απώλειες (ή μη) από το συνεχιζόμενο κλείσιμο, αλλά δεν μπορεί να σας πει αν θα πρέπει να ανοίξετε ή να κλείσετε τα σχολεία σας». Και αυτό επειδή προφανώς, το πόσο σημαντικός είναι ο κίνδυνος σε σχέση με τις απώλειες είναι ζήτημα που οφείλει να το αποφασίσει η ενημερωμένη κοινωνία και όχι οι επιστήμονες.

Επιπλέον «το πεδίο των πολιτικών αποφάσεων είναι γενικά πολύ ευρύτερο από όσο επιτρέπει η επιστημονική μέθοδος». Ο ελεγχόμενος επιστημονικός πειραματισμός, από τη φύση του είναι περιορισμένος, περιλαμβάνει όσο το δυνατόν λιγότερες παραμέτρους. Αν θέλετε να μελετήσετε την καύση θα ξεκινήσετε με ένα σπίρτο, όχι με μια δασική πυρκαγιά. Τα περίπλοκα κοινωνικά φαινόμενα περιλαμβάνουν όλη την κοινωνία και όχι μικρά τμήματά της που να μπορούν να γίνουν αντικείμενα μελέτης ή ακόμα καλύτερα να μπουν στο εργαστήριο: οι επιστήμονες είναι από τη φύση της δουλειάς τους αναγκασμένοι να βλέπουν πάντα το δέντρο και να χάνουν το δάσος – και έτσι πρέπει. Άρα, εφόσον για αυτά τα ζητήματα δεν γίνεται να υπάρχουν καθαρές «επιστημονικές» απαντήσεις, τις αποφάσεις πρέπει να τις παίρνει η κοινωνία και όχι οι επιστήμονες.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι επιστήμονες θα πρέπει κάπως να αποσυνδεθούν από τα κέντρα εξουσίας. Τα κόμματα και τα μέσα έχουν κατακλυστεί από ευγενικά διαγκωνιζόμενους επιστήμονες οι οποίοι πλασάρουν τις προσωπικές τους πολιτικές απόψεις για τα τρέχοντα ζητήματα ως αντικειμενικές επιστημονικές αλήθειες. Αυτά τα νοσηρά φαινόμενα πρέπει κάπως να σταματήσουν και οι επιστήμονες να επικεντρωθούν σε αυτό που πληρώνονται για να κάνουν, δηλαδή να ποσοτικοποιούν τους κινδύνους ή τα οφέλη από την πιθανή εφαρμογή της μιας ή της άλλης πολιτικής, ώστε να αποφασίσουν σωστά ποια πολιτική θα ακολουθηθεί αυτοί που πρέπει να αποφασίσουν, δηλαδή εμείς όλοι. Σε δημοκρατία ζούμε.

Θα ήταν πολύ ωραίο, αν ήταν αληθινό.

Πρώτα η Επιστήμη!

Όπως και να έχει, και οι μεν και οι δε συμφωνούν ότι η ορθή χρήση της επιστήμης θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στο «ακολουθούμε την Eπιστήμη», με την έννοια ότι χρειαζόμαστε να γνωρίζουμε όλα τα επιστημονικά συμπεράσματα, προκειμένου να πάρουμε πολιτικές αποφάσεις. Ίσως λοιπόν να είναι για όλους κάπως δυσκολοχώνευτο το γεγονός ότι η πρώτη κυβέρνηση που εφάρμοσε αυτό το σύνθημα στην πράξη ήταν η κυβέρνηση του Στάλιν: αυτή είχε πρώτη ρίξει τα δύο συνθήματα «Η τεχνική αποφασίζει για τα πάντα!» και αμέσως μετά «τα στελέχη [του κόμματος] αποφασίζουν για τα πάντα!». Συνθήματα που εφαρμόζονται σήμερα, εδώ. Αν πιστεύετε ότι η αναλογία με μια φιλελεύθερη δημοκρατία είναι άκυρη επειδή εμείς εδώ δεν έχουμε κομματικά στελέχη που να αποφασίζουν, παρακαλούμε να συνεχίσετε να διαβάζετε.

Τη δύσκολη δεκαετία του ‘20 η νεαρή χώρα των μπολσεβίκων, μετά το χάος της επανάστασης, του εμφυλίου και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, αντιμετώπιζε με έναν διαλυμένο κρατικό μηχανισμό μια σειρά από πολύ κακές σοδειές. Ένας νεαρός φτωχός αγρότης, ο Τροφίμ Λυσένκο, ξεκίνησε την καριέρα του ως πρακτικός αγρονόμος σε αυτή τη συγκυρία. Πειραματίστηκε με διάφορες τεχνικές για την βελτίωση της σοδειάς. H κυριότερη ήταν αυτή που την ονόμασε яровизация (γιαραβιζάτσια) και τη μετάφρασε ο ίδιος σε vernalization από το λατινικό vernus, άνοιξη. Η τεχνική δεν ήταν δική του ανακάλυψη, όπως ισχυρίστηκε, αλλά είχε χρησιμοποιηθεί από αρκετά παλιότερα σε μετρίως ψυχρά κλίματα και μέτρια γεωγραφικά πλάτη όπως στις βόρειες πολιτείες των ΗΠΑ από τον 19ο αιώνα και στην Γερμανία από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η τεχνική είχε να κάνει με την κατεργασία σε ψυχρό νερό σπόρων πριν τη σπορά. Αυτοί οι σπόροι έδιναν σαφώς καλύτερες σοδειές από σπόρους στους οποίους δεν είχε εφαρμοστεί η κατεργασία: μιλώντας μεταφορικά θα λέγαμε ότι οι σπόροι είναι γενετικά προγραμματισμένοι να φυτρώνουν την άνοιξη μετά τα κρύα, άρα με την τεχνική αυτή τους «ξεγελάμε» να νομίζουν ότι μόλις τέλειωσε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη. Με τέτοιου τύπου τεχνικές είχε καταφέρει να δημιουργήσει στα κολχόζ που δούλευε μερικές καλές σοδειές ακριβώς την εποχή που χρειαζόταν, τις πολύ κακές για κλιματολογικούς λόγους χρονιές του ‘23 και του ‘24, με αποτέλεσμα το όνομά του να φτάσει γρήγορα στα κεντρικά και να αρχίσει να ανεβαίνει τα σκαλιά της κομματικής ιεραρχίας.

Η ακόμα πιο δύσκολη δεκαετία του ‘30 με την αναγκαστική κολλεκτιβοποίηση θα αποδεικνυόταν καταστροφική για την γεωργία αλλά δημιουργικότατη για τον Λυσένκο. Η ανάγκη του καθεστώτος να αποδείξει την ανωτερότητα του συστήματός του βρήκε στις υπαρκτές επιτυχίες του Λυσένκο την ιδανική λύση. Ο τελευταίος έσωσε για άλλη μια φορά την παρτίδα, όταν οικειοποιήθηκε μια ακόμα τεχνική, γνωστή από πολύ παλιά στους αγρότες της Κεντρικής Ευρώπης αλλά και της Ουκρανίας, τη θερινή σπορά πατάτας. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι στις ξηρές και θερμές στέπες του νότου, τις σοδιές τις κατάστρεφε ο ιός της μωσαϊκής, αλλά η σπορά καλοκαίρι, αντί για άνοιξη που είναι το κανονικό, τον εξασθενούσε με σωτήρια αποτελέσματα. Τότε βέβαια δεν ήξεραν ακόμα για τον ιό. Η σχετική έρευνα ήταν στα σπάργανα και τον ιό της μωσαϊκής θα τον ανακάλυπταν ως παθογόνο λίγα χρόνια αργότερα οι γενετιστές και οι ιολόγοι, που όμως τη δεκαετία του ’30 είχαν αρχίσει να τα βρίσκουν σκούρα με τον Λυσένκο.

Και αυτό επειδή ο Λυσένκο, που μετά και τις πατάτες είχε γίνει για μια ακόμα φορά ήρωας, τις επιτυχίες των πρακτικών του μεθόδων είχε αρχίσει να τις μετατρέπει στα γρήγορα σε «επιστημονική θεωρία», πρόχειρα κλέβοντας ιδέες από δεξιά και αριστερά, «γενικεύοντας» την ισχύ των τεχνικών σε νόμους της φύσης, ή απλώς λέγοντας ευχάριστα ψέματα.

Είναι στοιχειώδης διαλεκτικός υλισμός: Όπως ο άνθρωπος πλάθει τον εαυτό του σε διαρκή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον, έτσι και οι οργανισμοί δεν είναι σταθεροί και αιώνιοι γενετικοί χαρακτήρες που περνούν αναλλοίωτοι από γενιά σε γενιά, όπως ισχυρίζεται η Γενετική. Αντίθετα, οι οργανισμοί μπορούν να κληροδοτήσουν επίκτητα χαρακτηριστικά: π.χ η σίκαλη μπορεί να μετατραπεί σε στάρι [σσ: όχι, δεν μπορεί]. Η γενετική με τις θεωρίες της για γονίδια που κανείς δεν είχε (τότε ακόμα) δει και άχρηστα πειράματα για «το χρώμα του ματιού της μύγας», ήταν ασύμβατη με τον διαλεκτικό υλισμό που, ας μην ξεχνάμε, στην επίσημη μορφή του, περιλάμβανε όλες τις επιστήμες.

Το 1948 αποφασίστηκε επίσημα ότι ο Λυσενκισμός θα ήταν πλέον η μόνη αποδεκτή «προλεταριακή επιστήμη» στον χώρο της Βιολογίας. Η Γενετική ήταν όχι μόνο ασύμβατη με τις ιδέες του Δαρβίνου, αλλά ακόμα χειρότερα, ήταν σκοταδισμός, αντιδραστική «αστική επιστήμη». Ένα σημαντικό στοιχείο για την ερμηνεία της απόφασης εκείνης είναι ότι όντας τότε ακόμα μια ιδιαίτερα νεαρή επιστήμη, η Γενετική δεν είχε να επιδείξει ακόμα ούτε μία πρακτική επιτυχία, αντίθετα από τον Λυσένκο. Τα εργαστήριά της λοιπόν έκλεισαν και κάποιοι μάλιστα από τους εκπροσώπους της μπήκαν και φυλακή.

Συχνά τα παραπάνω χρησιμοποιούνται για να δείξουν την παράνοια και την τύφλωση του τρελού δικτάτορα Στάλιν. Τι δουλειά έχει η πολιτική (και μάλιστα αυτή η πολιτική) με την επιστήμη; Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά: αν στις ξηρές στέπες του Καζαχστάν υπήρχαν κάποιες καλές σοδειές, όταν οι αρχές αυτές εφαρμόστηκαν σε μεγάλη κλίμακα στη Σιβηρία, που θα μετατρεπόταν υποτίθεται σε κέντρο της παγκόσμιας αγροτικής παραγωγής, η σοδειά ήταν μικρότερη από την ποσότητα των σπόρων που είχε χρησιμοποιηθεί. Οι μέθοδοι του Λυσένκο όμως ήταν το «επιστημονικό κονσένσους» και επίσημη ιδεολογία. Έτσι τα στελέχη (που έχουν πάντα δίκιο) έστελναν πίσω αντί για τα πραγματικά στοιχεία, που θα έδειχναν το μέγεθος του λάθους, ψευδή στοιχεία για να επιβεβαιώσουν τον θρίαμβο του διαλεκτικού υλισμού, με τραγικά τελικά αποτελέσματα για την αγροτική παραγωγή της ΕΣΣΔ.

Και όμως. Η απόφαση να αποκτήσει το κράτος επίσημη γραμμή για την επιστημονική αλήθεια, σα να λέμε να αποφασίζει με νόμους και διατάγματα ποιοι επιτρέπεται να είναι οι σωστοί «νόμοι» της φύσης, ήταν από πολιτική άποψη μια εντελώς ορθολογική απόφαση. Ήταν βέβαια πέραν πάσης αμφιβολίας παράλογη και λανθασμένη επιστημονικά, αλλά στο μεταξύ, πολιτικά έκανε μια χαρά τη δουλειά της, κάτι που το απόδειξε και η κάλυψη που πρόσφερε για αρκετά χρόνια μετά στον Λυσένκο και η «αποσταλινοποιημένη» ηγεσία Χρουστσώφ.

Και παρά την κυρίαρχη αφήγηση, η υπόθεση Λυσένκο δεν έδρασε έκτοτε ως παράδειγμα προς αποφυγήν για τις αρχές των Δυτικών «ανοικτών» κοινωνιών μας, αλλά αντίθετα ως (ανομολόγητο) παράδειγμα προς μίμηση, όταν οι περιστάσεις το επιτρέπουν.

Και οι περιστάσεις το επιτρέπουν πολύ συχνά.

Οι νέοι Λυσένκο

Η απόφαση για επικράτηση του Λυσενκισμού σε ένα βαθμό είχε να κάνει με τις οξείες ανάγκες του σοβιετικού κράτους για στελέχη. Οι κάποιες επιτυχίες του Λυσένκο είχαν αναθρέψει μια γενιά στελεχών της αγροτικής παραγωγής που, κουτσά στραβά, ήταν σε θέση να τη διευθύνουν. Ο Λυσενκισμός είχε επίσης πίσω του και μία επιστημονική θεωρία· σήμερα πια ξέρουμε ότι ήταν ένας μεταφυσικός παραλογισμός, ανακατωμένος με στρεβλές αρχές διακυβέρνησης, αλλά τότε ακόμα ήταν μια έγκυρη επιστημονική θεωρία. Την ίδια στιγμή, οι αντίπαλοι της θεωρίας αυτής, οι γενετιστές, δεν είχαν να επιδείξουν ακόμα τίποτα το απτό. Η λογική της εξουσίας ήταν αμείλικτη: δεν μπορούμε σε τόσο κρίσιμες στιγμές να διχάσουμε τον λαό σπέρνοντας αμφιβολίες για την εγκυρότητα της επιστήμηςΗ επιστημονική αλήθεια είναι μία και μόνο μία. Σώσαμε τον κόσμο από την πείνα, με βάση την αρχή “Πρώτα η επιστήμη”· δημιουργήσαμε μια γενιά προλετάριων στελεχών, διαπαιδαγωγημένων με τις αρχές της προλεταριακής επιστήμης, του Λυσενκισμού, στελέχη που παίρνουν πάντα τις σωστές, επιστημονικές αποφάσεις, ξέροντας ποιο είναι το συμφέρον του λαού καλύτερα από τον λαό τον ίδιο. Δεν υπάρχει χώρος ούτε για αντίλογο, ούτε για αμφιβολίες.

Η λογική όμως της εξουσίας και η λογική της επιστημονικής μεθόδου είναι αντίθετες. Επιστήμονας είναι αυτός που ποτέ δεν είναι σίγουρος για κάτι, κυβερνήτης είναι αυτός που δεν έχει ποτέ αμφιβολίες: Ποιά κυβερνητική αρχή θα παραδεχόταν ότι δεν είναι βέβαιη για τις αποφάσεις της ή, ακόμα χειρότερα, ότι η αντίληψή της για την πραγματικότητα είναι μόνο προσωρινή και υποκείμενη σε ανατροπή από το επόμενο πείραμα ή τα επόμενα στατιστικά στοιχεία;

Διαφορετικές κοινωνίες, διαφορετικοί λόγοι, ίδια συμπτώματα: ο επιστημονισμός ήταν τμήμα του κυρίαρχου λόγου και στη Δύση, ειδικά μετά τις επιτυχίες της ατομικής εποχής. Για ένα μεγάλο διάστημα οι διαφημίσεις απορρυπαντικών έντυναν με άσπρες μπλούζες τους ηθοποιούς, ώστε να εμφανίζονται ως «επιστήμονες» που προτείνουν το ένα ή το άλλο σαπούνι που το συνιστούν οι «ειδικοί». Η δομική σύμφυση πολιτικής και επιστήμης στις σύγχρονες κοινωνίες σήμαινε ότι η επιστήμη ήταν ένα είδος κοσμικής θρησκείας σαν αυτή που προσπάθησαν να δημιουργήσουν οι Διαφωτιστές, ένα είδος αντιφατικού ιδεολογικού μίγματος για έναν κόσμο που η κανονική θρησκεία έχει χάσει τον ρόλο που είχε κάποτε.

Αλλά οι κανονικές θρησκείες έχουν το πλεονέκτημα ότι δεν διαψεύδουν τις προσδοκίες των πιστών. Οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αντιμετώπισαν αυτό το πρόβλημα, όταν οι υποσχέσεις υλικής ευμάρειας που θα έφερνε ο τεχνοσοσιαλισμός δεν υλοποιήθηκαν. Στη Δύση αντίστοιχα, από την δεκαετία του ‘80 και μετά, όλο και ευρύτερα λαϊκά στρώματα βλέπουν τη ζωή τους να μην βελτιώνεται – το αντίθετο. Η σταδιακή διάψευση των «επιστημονικών» υποσχέσεων που έδινε ο καπιταλισμός για κοινωνική άνοδο με τη βοήθεια της τεχνολογικής προόδου έχει ως αποτέλεσμα αυτά τα στρώματα, στο έδαφος της συντριβής της Αριστεράς, να παύουν να εμπιστεύονται τις εκάστοτε «επιστημονικές» εξαγγελίες (εφόσον αυτές έρχονται από επίσημα χείλη), στρεφόμενα σε εναλλακτικές ανορθολογικές περιγραφές της πραγματικότητας, τις θεωρίες συνωμοσίας κτλ. Τα διάφορα αντι-επιστημονικά, λαϊκιστικά, ακροδεξιά κινήματα σε όλον τον πλανήτη είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας των σύγχρονων Λυσένκο.

Και αντίστροφα, όσο πιο δύσκολο γίνεται η πολιτική να πλασαριστεί ως επιστημονική δραστηριότητα, λόγω της αυξανόμενης δυσπιστίας, τόσο περισσότερο εντείνεται η προσπάθειά της να πείσει ότι ακολουθεί την επιστήμη. Και όσο αυτές αποτυγχάνουν, όλο και πιο συχνά στρέφεται στην δημιουργία πανικών, έκτακτων καταστάσεων: όταν υπάρχει πραγματική αφορμή (π.χ. κορονοϊός) τη μεγεθύνει όσο μπορεί και την εκμεταλλεύεται· όταν δεν υπάρχει προσπαθεί να εφεύρει μία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της «πανδημίας» του H1N1 το 2009. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ύστερα από πρόταση του European Scientific Working group on Influenza (ESWI – το οποίο έχει ισχυρές σχέσεις με τις φαρμακοβιομηχανίες), τρομοκράτησε τον πλανήτη για επερχόμενη πανδημία. Στην Ελλάδα ο Σωτήρης Τσιόδρας ως σύμβουλος του υπουργού Υγείας εισηγήθηκε και ο Δημήτρης Αβραμόπουλος ως υπουργός αποφάσισε ότι λόγω των έκτακτων περιστάσεων, πρέπει να αγοραστούν εκατομμύρια άχρηστα εμβόλια. Τα υπόλοιπα είναι η ιστορία του σκανδάλου Novartis.

Ο τρόπος που αναδύονται διάφοροι νέοι Λυσένκο είναι φανερός, ειδικά στη συγκυρία της παρούσας επιδημίας. Έχει ανοίξει ο δρόμος για διάφορους επιστήμονες, συνήθως αναγνωρισμένους στον κλάδο τους, αλλά καμιά φορά ακόμα και εντελώς φελλούς, να παύουν να κάνουν αυτό που είναι η δουλειά τους και να αναπαράγουν κάποια μορφή κυρίαρχου λόγου ως «επιστημονική βεβαιότητα». Δεν είναι σπάνιο να πρόκειται για καλούς επιστήμονες και ταυτόχρονα αριβίστες, πολιτικά αναρριχητικά, ψώνια των μίντια και τηλεπερσόνες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις είναι έντιμοι, αλλά πολιτικά αφελείς και τυφλωμένοι από τη δημοσιότητα επιστήμονες που νομίζουν ότι βοηθούν έτσι το κοινωνικό σύνολο.

Οι επιστήμονες αυτοί, είτε συμπολιτευόμενοι είτε όχι, αναπαράγουν στην ουσία του αυτό που θέλουν να ακούσουν τα μίντια, και μαζί τους ένα τεράστιο βιομηχανικό-κυβερνητικό σύμπλεγμα: ένα μίγμα φόβου, προκατάληψης, αμέλειας και ντόρου. Οι κυβερνήσεις, δεσμευμένες όπως είναι να εξετάζουν τα «επιστημονικά» δεδομένα, κάτω από τον διαρκή καλλιεργημένο πανικό, δημιουργούν διαρκείς έκτακτες καταστάσεις. Ο αντίλογος σε αυτό το πλαίσιο δεν συζητιέται σε επιστημονικά πλαίσια, αλλά δαιμονοποιείται, μετατρέπεται σε «ψεκ» ανεξάρτητα από το αν όντως είναι ή όχι. Έτσι ένα «επιστημονικό» (στην πραγματικότητα, όπως είδαμε. πολιτικό) ζήτημα παρουσιάζεται ως ηθικό, ως μάχη του καλού με το κακό, όπου καλοί είναι πάντα οι Λυσένκο της πλειοψηφίας των μίντια και Ορκ όσοι δεν έχουν βήμα σε αυτά.

Ένα μείγμα πραγματικότητας και φαντασίας είναι ο κυρίαρχος, θρησκευτικός στην ουσία του, λόγος των μέσων και των «επιστημονικών» μας κυβερνήσεων, μείγμα που καθορίζεται σε τελική ανάλυση από τα συμφέροντα του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου. Προσοχή στο «τελική ανάλυση»: ο Αλβέρτος Μπουρλά δεν καθορίζει την κάθε λεπτομέρεια των αποφάσεων των κυβερνήσεων του πλανήτη – απλώς ο λόγος του γίνεται ξαφνικά αυξημένης βαρύτητας σε σχέση με αυτό που ήταν πριν, ενώ ταυτόχρονα οι φαρμακευτικές εταιρίες «ξεπλένονται» από το πραγματικά μοχθηρό τους παρελθόν και παρόν, ενώ τα εμβόλια ή το όποιο νέο σκεύασμα εμφανίζονται ως ο θρίαμβος της επιστήμης και η σωτηρία μας. Αν σκεφτόμασταν ορθολογικά, θα έπρεπε να σχετικοποιείται η αξία τους. Θυμηθείτε πώς αρχικά κανείς δεν είχε πει ότι θα χρειαστούν πρόσθετε δόσεις, ενώ είχε σαφώς δηλωθεί ότι εμβόλιο=τέλος επιδημίας, μολονότι ήταν γνωστό ότι δεν είναι έτσι τουλάχιστον από την άνοιξη του 2020.

Αλλά κριτική δεν γίνεται, επειδή δεν πρέπει να διαταραχθεί η πίστη του κοινού (που είναι σαν τα παιδάκια) προς την επιστήμη. Έτσι δεν γίνεται κριτική στις εταιρείες για τις παράλογες τιμολογιακές τους πολιτικές. Δεν γίνεται κριτική για το ότι έχει πάρει έγκριση ένα πανάκριβο φάρμακο για την Αλτσχάιμερ, το aducanumab, ενώ είναι προφανές ότι δεν θεραπεύει τίποτα εκτός από τα πορτοφόλια των μετόχων. Το φάρμακο μάλιστα αυτό είναι το μόνο νέο παρασκεύασμα (μαζί με τα εμβόλια mRNA) που έχει παραχθεί εδώ και χρόνια, κάνοντας την αποτυχία του ακόμα πιο επώδυνη. Κριτική δεν γίνεται που έχουν παραιτηθεί στελέχη του αμερικανικού οργανισμού φαρμάκων, επειδή η απόφαση για τέταρτη δόση οφείλεται όχι σε ιατρική αξιολόγηση, αλλά σε πολιτική πίεση. Κριτική δεν γίνεται για το σοβαρό πρόβλημα πολυφαρμακίας και κατάχρησης αντιβιοτικών που έχουμε στην Ελλάδα: η φαρμακοβιομηχανία είναι μια από τις λίγες μας εξαγωγικές ελπίδες, οφείλουμε δε να χαπακωνόμαστε για να ενισχύσουμε την εσωτερική αγορά. Κριτική δεν γίνεται που στις ΗΠΑ πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι νεαρών ηλικιών έχουν πεθάνει από νόμιμα οπιοειδή. Ούτε για το ότι οι «θάνατοι απελπισίας», που στις ΗΠΑ ήταν 160.000 το 2018, έχουν αυξηθεί κατά 60% κατά τη διάρκεια της επιδημίας. Ούτε για τα άθλια στατιστικά δεδομένα τα σχετικά με την υγεία που έχουμε στην Ελλάδα, χώρα που έχει δεδομένα μόνο για οτιδήποτε δίνει καλή εικόνα στην κυβέρνηση.

Και όλα αυτά συμβαίνουν υπό το αγαθό βλέμμα των μεγάλων εθνικών και «ανεξάρτητων» διεθνών οργανισμών, όπως ο ΠΟΥ που ιδιωτικοποιείται ταχύτατα: οι τρεις μεγαλύτεροι χρηματοδότες του σπάταλου προϋπολογισμού του φέτος ήταν κατά σειρά η Γερμανία, ο Μπιλ Γκέιτς και, με αρκετή διαφορά πίσω τους, οι ΗΠΑ, ενώ όχι πολύ μακριά στην κατάταξη είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες.

Τυπικό παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία. Οι κορυφαίοι επιστήμονες, τα δικά μας στελέχη που δεν κάνουν ποτέ λάθος, είναι αυτοί, όπως ο Νιλ Φέργκιουσον, που δημοσιοποιούν πάντα τα πιο απίθανα, αποκαλυπτικά σενάρια, που πάντα αποδεικνύονται αγρίως άστοχα, χωρίς ωστόσο επιπτώσεις για την «επιστημονική υπόληψή» τους. Ίσως να σκέφτονται ότι όσο πιο φοβερά τα νούμερα, όσο μικρότερη η «διάσπαση προσοχής» του κοινού, τόσο ο φόβος επιτρέπει την λήψη των «επώδυνων-αλλά-βέλτιστων» μέτρων. Η κυβέρνηση, που χρηματοδοτεί την έρευνα του αποδεδειγμένα τσαρλατάνου Φέργκιουσον, προφανώς συμφωνεί, αν και προτιμά κατά τι μικρότερους περιορισμούς από αυτούς που προτείνει ο ίδιος. Η αντιπολίτευση την καταγγέλλει ότι δεν ακούει τους επιστήμονες…

Τα εμβόλια μοιράζονται πρώτα δωρεάν, μετά στα παιδιά χωρίς πραγματικό λόγο και τέλος γίνονται υποχρεωτικά. Παραδόξως, τα εμβόλια ποτέ δεν πάνε στις αφρικανικές χώρες, παρότι υποτίθεται ότι έτσι θα προκύψουν νέες πιο επικίνδυνες ποικιλίες του ιού. Αλλά στην Αφρική δεν έχουν να πληρώσουν, άρα δεν θα λάβουν εμβόλια, γεγονός που δείχνει τις προτεραιότητες της έρευνας. Από ό,τι φαίνεται όμως μια χαρά τα πάνε χωρίς εμβόλια: το γιατί, κανείς δεν ενδιαφέρεται να το μάθει για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο. Σύμφωνα με τον καθόλου «ψεκ» Economist, η υπερβάλλουσα θνησιμότητα στην υποσαχάρια Αφρική με τον HIV, την ελονοσία και τις άπειρες επιδημίες δεν είναι χειρότερη από ό,τι στην Ευρώπη. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον πρώτο κόσμο εμπεδώνεται. Αλλά όμως ένα ακόμα μεγαλύτερο τμήμα πληθυσμού θα προκύψει που θα έχει χάσει τη συστημική πίστη του στην «επιστήμη». Η Αριστερά θα ξεφυσήξει υποτιμητικά για τους «αμόρφωτους», θα χειροκροτήσει με ενθουσιασμό τη λογοκρισία που ασκούν τα μονοπώλια του Twitter και του Facebook στους ψεκασμένους, δεν θα ζητήσει τη γνώμη του λαού (γιατί η επιστήμη ξέρει καλύτερα) και πανικοβλημένη από το γεγονός ότι η μετάλλαξη Όμικρον, αν και πολύ πιο ελαφριά, είναι εξαιρετικά μεταδοτική και χτυπάει τους ως τώρα προστατευμένους αριστερούς του Zoom και του λάπτοπ (γιατί αυτοί είναι πια η πλειονότητα των αριστερών) θα απαιτήσει να της γίνει τώρα αμέσως η νιοστή δόση και το καθημερινό δωρεάν PCR.

Και στην επόμενη κατάσταση ανάγκης ακόμα πιο αυστηρά μέτρα θα ληφθούν….

Οι πραγματικοί επίγονοι

Ο Λυσένκο επικράτησε λόγω της αρχικής του, παροδικής, επιτυχίας. Αυτή κράτησε λίγο και έτσι το όνομά του είχε ξεχαστεί μέχρι την δεκαετία του ’60, όταν η πραγματικά επιστημονική «πράσινη επανάσταση» με τα χημικά της λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και τα γενετικά υβρίδια σάρωσε τη γεωργία σε όλον τον κόσμο, αυξάνοντας κατακόρυφα την παραγωγή, καταστρέφοντας τις μικρές παραδοσιακές καλλιέργειες, αυξάνοντας τον υδροκεφαλισμό των πόλεων, επιτείνοντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου, την ερημοποίηση και τη μόλυνση, δημιουργώντας όλα τα προβλήματα με την επιδημία κακής διατροφής που αντιμετωπίζουμε σήμερα και τα οποία τα επιτείνει πολλές φορές η νέα επιστημονική «επανάσταση» των μεταλλαγμένων. Η πράσινη επανάσταση είναι ένας μεγάλος, μη βιώσιμος Λυσενκισμός.

Το 1952, μέσα στον ψυχρό πόλεμο, ο Αμερικανός γενετιστής (και επιστημονιστής, αλλά έντιμος) Ντομπζάνσκι έγραψε στο «Lysenko’s ‘Michurinist’ Genetics»: «Ο Λυσένκο είναι ίσως χρήσιμος επειδή μας παρέχει ένα μάθημα. Οι μέρες του ανεξάρτητου επιστήμονα και της ανεξάρτητης επιστήμης έχουν περάσει. Όσο σημαντικότερη γίνεται η επιστήμη για τις ζωές των ατόμων και των εθνών, τόσο περισσότερο αυτή θα χρειάζεται λαϊκή υποστήριξη και τόσο περισσότερο θα χρειάζεται να υπόκειται στον κοινωνικό έλεγχο. Αλλά οι μορφές και οι τεχνικές αυτής της υποστήριξης και αυτού του ελέγχου δεν έχουν ακόμα ούτε ανακαλυφθεί, ούτε δοκιμαστεί. Το πρόβλημα είναι καινοφανές. Οι Σοβιετικοί ηγέτες δοκίμασαν μια λύση, αλλά αυτή κατέληξε στον Λυσενκισμό, με αποτέλεσμα καταθλιπτική αποτυχία».

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ότι δεν έχει βρεθεί κάποια λύση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ψάχνουμε καν, γιατί έχουμε μία έτοιμη λύση και την εφαρμόζουμε εμμονικά, λες και δεν έχει δοκιμαστεί ξανά και ξανά με ζοφερά πάντα αποτελέσματα, στο περιβάλλον, στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, στην υγεία, στην αγροτική παραγωγή, τα μεταλλαγμένα, τη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου και τα κοινωνικά δίκτυα. Και αυτή η λύση είναι τελικά ακριβώς η ίδια «επιστημονική» λύση που δοκιμάστηκε και απέτυχε καταθλιπτικά πάνω από εφτά δεκαετίες πριν.

Μόνο που τότε κράτησε λίγο και δεν πρόλαβε να δημιουργήσει τόσο μεγάλα προβλήματα…

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Σρι Λάνκα: Συλλήψεις βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος

Φινλανδία και Σουηδία ανοίγουν συζήτηση για την ουδετερότητα της Αυστρίας

Μητσοτάκης σε ομογενείς: «Η Ελλάδα να γίνει το μοντέρνο κράτος που μας αξίζει»

Φοιτητικές εκλογές ξανά, μετά από τρία χρόνια

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα