ΑΘΗΝΑ
21:52
|
18.01.2022
Πώς έφτασε η Σιομάρα Κάστρο στην κυβέρνηση μετά από 12 χρόνια δικτατορίας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το πρώτο εκλογικό αποτέλεσμα που ανακοινώθηκε στην Ονδούρα τα ξημερώματα της 29ης Νοεμβρίου 2021 προκάλεσε ένα ισχυρότατο σοκ στο κυβερνών Εθνικό Κόμμα. O υποψήφιος του, Νάσρι Ασφούρα μόλις και μετά βίας συγκέντρωνε το 35% των ψήφων, αφαιρώντας κάθε πιθανότητα ανατροπής στην πολυήμερη διαδικασία καταμέτρησης που ακολουθείται στην χώρα. Παράλληλα, το εύρος της διαφοράς καθιστούσε μετέωρη την προσπάθεια αμφισβήτησης του αποτελέσματος μέσω ενστάσεων ή καταγγελιών για νοθεία, όπως είχε συμβεί και στις προηγούμενες εκλογές του 2017. Την ίδια ώρα, στο στρατόπεδο του αριστερού κόμματος «Libre» ξεσπούσαν ξέφρενοι πανηγυρισμοί, με την ηγέτιδα του Σιομάρα Κάστρο να δηλώνει ότι θα σχηματίσει μία «κυβέρνηση συμφιλίωσης» και ότι θα ενισχύσει «τις δημοκρατικές δομές διακυβέρνησης».

Ποια είναι όμως η πολιτική διαδρομή της Σιομάρα Κάστρο; Και πώς κατάφερε η Αριστερά να αποσπάσει λίγο πάνω από το μισό των συνολικών ψήφων σε μία εκλογική διαδικασία με ρεκόρ προσέλευσης;

H Κάστρο γιόρτασε τα 62α γενέθλια της στις 30 Σεπτεμβρίου του 2021. Με σπουδές στην Διοίκηση Επιχειρήσεων, ανέπτυξε πολιτική δράση από πολύ νεαρή ηλικία δείχνοντας μία ιδιαίτερη φροντίδα στα γυναικεία δικαιώματα και την στήριξη μητέρων μονογονεϊκών οικογενειών. Το 1976 παντρεύτηκε τον μετέπειτα πρόεδρο της Ονδούρας, Μανουέλ Σελάγια, με τον οποίο έμελλε να παίξουν από κοινού κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνής της χώρας. Όταν ο Σελάγια κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του 2006, οι δύο τους ήταν μέλη του Φιλελεύθερου Κόμματος, του υπεραιωνόβιου πολιτικού σχηματισμού που κυβερνούσε την Ονδούρα εναλλάξ με τον έτερο πόλο του πολιτικού συστήματος, το συντηρητικό Εθνικό Κόμμα. Η Κάστρο είχε σημαντική συμβολή στην διοργάνωση της προεκλογικής εκστρατείας, ενώ με την ανακήρυξη της σε Πρώτη Κυρία τέθηκε επικεφαλής των κοινωνικών προγραμμάτων της κυβέρνησης και συνεργάστηκε στενά με τον ΟΗΕ και άλλες Πρώτες Κυρίες της αμερικανικής ηπείρου για την παροχή βοήθειας σε οροθετικές γυναίκες.

Επικίνδυνη αριστερή στροφή

Τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης του Σελάγια δεν διέφεραν σε τίποτα από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών συνεχίζονταν, ο σκληρός αγώνας ενάντια στην διαφθορά και το έγκλημα παρέμενε ατελέσφορος (καθώς κυρίως λειτουργούσε σαν προκάλυμμα για την αυταρχικοποιήση της δημόσιας ζωής) και οι κοινωνικές δαπάνες περιορίζονταν στο ελάχιστο. Το 2008, όμως, οι άνεμοι αλλαγής που έπνεαν στην ήπειρο έκαναν την εμφάνιση τους και στο προεδρικό μέγαρο της Ονδούρας. Ο Σελάγια υπέγραψε μία εξαιρετικά επωφελή συμφωνία προμήθειας πετρελαίου με τον τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες και πραγματοποίησε μία απότομη αριστερή στροφή, που περιλάμβανε αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, διεύρυνση των δαπανών σε παιδεία και υγεία και αυξήσεις στις αμοιβές καθηγητών και δασκάλων. Ωστόσο, η εξαγγελία που εξόργισε ακόμα περισσότερο τους παλιούς συμμάχους του στο Φιλελεύθερο κόμμα, αλλά και το σύνολο της ελίτ της χώρας, ήταν αυτή που αφορούσε την συγκρότηση Συντακτικής Συνέλευσης για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτή ήταν η συνταγή άλλωστε, που είχαν ακολουθήσει χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Βολιβία και το Εκουαδόρ για να ενισχύσουν την δημοκρατία και να ανοίξουν τον δρόμο σε βαθύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Την 28η Ιουνίου 2009, ημέρα που ο Σελάγια είχε εξαγγείλει ένα μη-δεσμευτικό δημοψήφισμα για την συγκρότηση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του στρατού, μετά από μυστική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου απήγαγαν με την βία των όπλων τον Μανουέλ Σελάγια και τον εγκατέλειψαν στην Κόστα Ρίκα. Προσωρινός πρόεδρος ανέλαβε ο Ρομπέρτο Μισελέτι, βουλευτής με το Φιλελεύθερο Κόμμα και πρόεδρος του Κοινοβουλίου.

Το σύνολο της διεθνούς κοινότητας καταδικάζει αμέσως το πραξικόπημα. Ο Μπαράκ Ομπάμα χαρακτηρίζει την ανατροπή του Σελάγια «παράνομη» (μολονότι οι υπηρεσίες της δικής του χώρας δεν ήταν στην πραγματικότητα διόλου αμέτοχες), οι χώρες της ALBA ζητάνε την άμεση αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης και σύσσωμη η Ε.Ε. ανακαλεί τους πρεσβευτές της από την Τεγουσιγάλπα. Στο εσωτερικό, οι διαδηλώσεις υπέρ του Σελάγια καταστέλλονται βίαια και σύντομα κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος. Διπλωματικές προσπάθειες επίλυσης της κρίσης μέσω του ΟΗΕ, των ΗΠΑ και άλλων χωρών της ηπείρου σύντομα αποτυγχάνουν ενώ το κίνημα υπεράσπισης της δημοκρατίας συνεχώς διογκώνεται.

Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 2009 και η νίκη του Εθνικού Κόμματος δίνουν μία ψευδαίσθηση επιστροφής στην δημοκρατική ομαλότητα. Στην πράξη όμως οι δημοκρατικοί θεσμοί της Ονδούρας νοσούν. Η αστυνομία καταστέλλει άγρια τις αντιδικτατορικές κινητοποιήσεις ενώ η τάση μείωσης της φτώχειας, που είχαν φέρει οι μεταρρυθμίσεις του Σελάγια, τώρα αντιστρέφεται, καθώς η επιστροφή του νεοφιλελεύθερου δόγματος είναι κεντρικός πυλώνας της ατζέντας των επόμενων κυβερνήσεων.

Ελευθερία και Επανίδρυση

Σε αυτό το πλαίσιο, πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς και του κέντρου, κοινωνικοί αγωνιστές από τα αγροτικά και εργατικά στρώματα του πληθυσμού και συλλογικότητες βάσης συγκροτούν το Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο Αντίστασης (FNRP), με διακηρυγμένο στόχο την επιστροφή της νόμιμης κυβέρνησης του Μανουέλ Σελάγια στην εξουσία. Το FNRP γίνεται ο βασικός εκφραστής της δημοκρατικής αντίστασης στην χώρα, ενώ κάθε μεταρρύθμιση που αναιρεί φιλολαϊκές κατακτήσεις συναντάει την αποφασιστική αντίδραση του μετώπου στον δρόμο. Ανάμεσα στις ηγετικές προσωπικότητες του είναι και η Σιομάρα Κάστρο. Το μέτωπο θα δεχτεί την βίαιη καταστολή του κράτους, μετρώντας δεκάδες νεκρούς και εξαφανισμένους, ενώ χιλιάδες μέλη του καταλήγουν στα κρατητήρια και τις φυλακές.

Οι επίμονες κοινωνικές κινητοποιήσεις που οργανώνει το FNRP μετασχηματίζονται σταδιακά στον πολιτικό οργανισμό «Libre» (εκ του Libertad y Refundación, δηλ. Ελευθερία και Επαναθεμελίωση), ο οποίος συνενώνει ένα ευρύ φάσμα αριστερών, δημοκρατικών και κεντρώων δυνάμεων που αποφασίζουν να διεκδικήσουν την διακυβέρνηση της χώρας στις εκλογές του 2013. Η Σιομάρα Κάστρο επιλέγεται ομόφωνα ως υποψήφια του κόμματος για την προεδρία και λαμβάνει το 28,8% των ψήφων, τερματίζοντας δεύτερη, πίσω από τον υποψήφιο του Εθνικού Κόμματος, Χουάν Ορλάντο Ερνάντεζ. Για πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία της Ονδούρας ένα τρίτο κόμμα διεμβολίζει τον δικομματισμό που κυριαρχούσε για πάνω από έναν αιώνα, καθώς ο υποψήφιος του Φιλελεύθερου Κόμματος τερματίζει τρίτος, πίσω από την Κάστρο. Το κλίμα που περιβάλλει την προεκλογική περίοδο και την ίδια την εκλογική διαδικασία μόνο ως ομαλό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού σε έκθεση της οργάνωσης «Rights Group» καταγράφονται 24 ένοπλες επιθέσεις και 36 δολοφονίες εναντίον υποψηφίων όλων των κομμάτων. Πάνω από τις μισές είναι εναντίον του «Libre».

To 2017, το «Libre» μπαίνει στην προεκλογική περίοδο με την Κάστρο ξανά επικεφαλής. Όμως λίγο πριν τις εκλογές και μπροστά στην αυξανόμενη λαϊκή επιθυμία να ανατραπεί η υπερσυντηρητική κυβέρνηση του Εθνικού Κόμματος, το «Libre» σχηματίζει τη «Συμμαχία ενάντια στην Δικτατορία» με δύο μικρότερα κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς. Η Κάστρο παραχωρεί την θέση της υποψήφιας προέδρου στον κεντροδεξιό τηλέ-αστέρα Σαλβαδόρ Νασράλα και ενισχύει την προσπάθεια του ως υποψήφια αντιπρόεδρος. Τα πρώτα αποτελέσματα ευνοούν συντριπτικά την αντιπολίτευση, ωστόσο, όσο προχωράει η διαδικασία ο Ερνάντες φαίνεται να κερδίζει την επανεκλογή του. Οι καταγγελίες για νοθεία και παραβάσεις της εκλογικής νομοθεσίας έρχονται σωρηδόν από ντόπιους και διεθνείς φορείς, με την διαφορά εν τέλει να κλείνει στις μόλις πενήντα χιλιάδες ψήφους. Το αποτέλεσμα αμφισβητείται και από τον λαό στους δρόμους, με τις διαδηλώσεις να κρατάνε για μέρες και την κυβέρνηση να κηρύσσει εκ νέου απαγόρευση κυκλοφορίας. Μετά από δεκάδες νεκρούς, γενικές απεργίες και τους κεντρικούς αυτοκινητόδρομους της χώρας μπλοκαρισμένους, η κεντρική εφορευτική επιτροπή (που ελέγχεται από την κυβέρνηση) ανακηρύσσει νικητή τον Χουάν Ορλάντο Ερνάντες. Οι κινητοποιήσεις υποχωρούν, όμως η κοινωνική νομιμοποίηση της κυβέρνησης και των ελεγκτικών θεσμών έχουν υποστεί ισχυρό πλήγμα στην λαϊκή συνείδηση.

Η δεύτερη φτωχότερη χώρα της Λατινικής Αμερικής

Παρά το γεγονός ότι το ονδουριανό ΑΕΠ αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν εκρηκτικές. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το 48,3% του συνολικού πληθυσμού ζούσε κάτω από το εθνικό όριο της φτώχειας το 2018, ενώ το 22,3% υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας. Μία ασθενική αύξηση στην οικοδομική και βιομηχανική δραστηριότητα επιτρέπει στον αστικό πληθυσμό χαμηλότερα όρια φτώχειας της τάξεως του 38,4%, όμως στην ύπαιθρο, με την συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής το ποσοστό σκαρφαλώνει στο 60,1%. Ταυτόχρονα, η Ονδούρα έχει μία από τις πιο καχεκτικές μεσαίες τάξεις της περιοχής, καθώς μόνο το 17% του πληθυσμού θεωρείται τμήμα της, όταν ο μέσος όρος της Λατινικής Αμερικής κυμαίνεται στο 40%. Η εικόνα ολοκληρώνεται με το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού να συγκεντρώνει το 48% του συνολικού πλούτου της χώρας.

Αλλά τα προβλήματα της Ονδούρας δεν περιορίζονται στον οικονομικό τομέα. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη στην κλιματική κρίση. Τα τελευταία δύο χρόνια, τουλάχιστον το μισό του πληθυσμού της επηρεάστηκε άμεσα από καταστροφικούς τυφώνες, η συχνότητα και η σφοδρότητα των οποίων αυξάνεται όσο εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή.

Η διαφθορά καλπάζει σε όλα τα επίπεδα των κυβερνητικών θεσμών και της δημόσιας διοίκησης. Έχει πολλάκις αποδειχθεί ότι μέλη της κυβέρνησης και άτομα του στενού τους κύκλου συνεργάζονται με τις πανίσχυρες συμμορίες εμπόρων ναρκωτικών που φροντίζουν για την μεταφορά κοκαΐνης και ηρωίνης από την Νότια Αμερική προς τις ΗΠΑ, ενώ πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι στην Ονδούρα τα καρτέλ ναρκωτικών είναι σε τόσο στενή συνέργεια με το κράτος, που τα όρια μεταξύ τους γίνονται συχνά δυσδιάκριτα. Ο ίδιος ο αδερφός του απερχόμενου προέδρου άλλωστε, καταδικάστηκε πρόσφατα από δικαστήριο της Νέας Υόρκης σε ισόβια με την κατηγορία, μεταξύ άλλων, ότι δέχθηκε ένα εκατομμύριο δολάρια από τον γνωστό ναρκοβαρώνο Ελ Τσάπο (El Chapo), για την ενίσχυση της προεκλογικής εκστρατείας του αδερφού του.

Το μετέωρο βήμα της Αριστεράς

Είναι προφανές ότι η νέα πρόεδρος θα αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις από την πρώτη μέρα ανάληψης των καθηκόντων της. Το Εθνικό Κόμμα έχει αποδεχτεί την ήττα του, όμως οι μηχανισμοί που επί δεκαετίες έχει οικοδομήσει στο κράτος θα προβάλουν αντίσταση σε κάθε μεταρρύθμιση που θα θίγει τα προνόμια της ολιγαρχίας και του πολιτικού κατεστημένου. Οι ΗΠΑ αναγνώρισαν επισήμως την νίκη της Κάστρο, ωστόσο κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει ότι παρά την δημόσια καταδίκη του πραξικοπήματος του 2009, οι παρασκηνιακές διπλωματικές τους κινήσεις κατάφεραν να νομιμοποιήσουν το νέο καθεστώς. Κριτήριο για την ανοχή που θα επιδείξει η κυβέρνηση Μπάιντεν στην νέα κατάσταση, πέρα από την ομαλή λειτουργία των αμερικανικών συμφερόντων στον αγροτοδιατροφικό τομέα, την ένδυση και τις εξορύξεις, θα είναι και η ανάσχεση των μεταναστευτικών ροών προς τις ΗΠΑ, αφού η γεωγραφική θέση της Ονδούρας είναι καθοριστική ως προς το αν τα καραβάνια των απελπισμένων θα φτάσουν στα σύνορα του πλούσιου Βορρά. Επιπροσθέτως, τα καρτέλ δεν είδαν με καλό μάτι τους υψηλούς τόνους της Κάστρο ενάντια στην διαφθορά και την διάθεση της να διαταράξει τους μέχρι πρότινος ασφαλείς δρόμους μεταφοράς των ναρκωτικών.

Σε πολιτικό επίπεδο, η νέα κυβέρνηση θα αναγκαστεί να αναζητήσει συναίνεση από την αντιπολίτευση, καθώς απέτυχε να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία στο Κογκρέσο, ενώ η σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν μπορεί να αλλάξει πριν το 2023. Η Κάστρο αναμένεται να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο και από τα αριστερά της, με τα κινήματα βάσης και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να πιέζουν για την τήρηση των δεσμεύσεων που δεδομένα θα την φέρουν σε σύγκρουση με τα ισχυρά οικονομικά συμφέρονται τα οποία εξουσιάζουν την Ονδούρα εδώ και δεκαετίες.

O Χουάν Μπαραχόνα, ηγετική μορφή του FNRP και Γενικός Γραμματέας του Libre, θεωρείται από τις πιο ριζοσπαστικές φωνές του κόμματος. Στην πανηγυρική του ομιλία για την νίκη της Κάστρο διαβεβαίωσε πως «θα κάνουμε πράξη ό,τι υποσχεθήκαμε στην προεκλογική μας εκστρατεία […], η επαναστατική διαδικασία που εισέρχεται η χώρα θα προχωρήσει μπροστά με τον λαό οργανωμένο και κινητοποιημένο».

Ανάμεσα σε αυτές τις συμπληγάδες θα κληθεί η Κάστρο να εφαρμόσει το φιλόδοξο, αν και πιο μετριοπαθές συγκριτικά με άλλες αριστερές κυβερνήσεις της περιοχής, πρόγραμμα της. Η μείωση της φτώχειας και της έμφυλης βίας είναι κομβικοί πυλώνες των υποσχέσεων της. Στις διεθνείς σχέσεις της χώρας θα επιχειρήσει να εισάγει μία πολυδιάστατη πολιτική που θα αναγνωρίζει για πρώτη φορά την Βενεζουέλα και την Κούβα ως συνομιλητές, με την Κίνα να αντιμετωπίζεται ως πολύτιμος εμπορικός εταίρος. Βασική δέσμευση είναι και η κατάργηση των Ζωνών Απασχόλησης και Ανάπτυξης που λειτουργούν από το 2013 σαν νησίδες νεοφιλελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας και εξαιρούνται από την εθνική νομοθεσία – και φυσικά την φορολογία. Αν υπάρχει όμως μία δέσμευση που θα κρίνει την επιτυχία ή όχι της νέας κυβέρνησης, είναι η δημιουργία νέου συντάγματος. Τα κοινωνικά κινήματα που έφεραν την Κάστρο στην εξουσία λαχταρούν βαθύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που είναι αδύνατοι χωρίς την αναδιαμόρφωση του Συντάγματος της χώρας. Η οικονομική ελίτ της Ονδούρας και τα διεθνή της στηρίγματα, όπως το 2009, θα κάνουν τα πάντα για να αποφευχθεί μία τέτοια εξέλιξη. Με ημερομηνία εκκίνησης τις 27 Ιανουαρίου 2022, που η νέα κυβέρνηση αναλαμβάνει τα καθήκοντα της, η Ονδούρα εισέρχεται σε μία νέα φάση πολιτικής όξυνσης που συμβαδίζει με παρόμοιες διεργασίες και στην υπόλοιπη υποήπειρο – και τα απόνερα της θα αγγίξουν πολλές περιοχές του πλανήτη. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

«Εξαιρετικά επικίνδυνη» η κρίση στην Ουκρανία λέει η Ψάκι

«Πράσινο φως» για την ίδρυση Μουσείου Εναλίων Αρχαιοτήτων Πειραιά

Τζανακόπουλος: Όσο το δυνατόν γρηγορότερα γίνουν εκλογές τόσο το καλύτερο

Σομαλία: Η Αλ Σαμπάαμπ ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση στο Μογκαντίσου

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα