ΑΘΗΝΑ
08:42
|
22.05.2022
Ο άνθρωπος πίσω από το θρυλικό φεστιβάλ του Γούντστοκ, αφανής «πατέρας» της αντικουλτούρας, έφυγε από τη ζωή στα 77 του χρόνια.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Έχει χαρακτηριστεί «Επιτομή της σχέσης Πολιτικής και Μουσικής». Τα κινήματα της βάσης στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή, πολλά, πολυπρόσωπα, γίναν ένα σε εκείνο το χωράφι του Γούντστοκ, το 1969, μετατρέποντας ένα τριήμερο μουσικό γεγονός σε παγκόσμιο κινηματικό σημείο αναφοράς. Δεν ήταν η πρώτη φορά που καταγράφονταν η σχέση της μουσικής, στις ΗΠΑ και όχι μόνο, με τα πολιτικά κινήματα της βάσης. Όμως, το τραγούδι διαμαρτυρίας ήταν ως τότε και πολύ πιο πολιτικό και ιστορικά «στιγματισμένο» από την ήδη δηλωμένη πολιτική θέση των συμμετεχόντων και των μουσικών. 

Το Γούντστοκ δεν ξεκίνησε έτσι. Δεν είχε αυτό το χαρακτήρα. Οι τέσσερις δημιουργοί του, μεταξύ τον οποίων και ο έμπειρος Μάικλ Λανγκ, που έφυγε από τη ζωή την περασμένη εβδομάδα στα 77 του χρόνια, ήθελαν απλά να διοργανώσουν ένα πολύ μεγαλύτερο φεστιβάλ. Οπως πίστευαν και οι Doors, και άλλοι που αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους, για να δηλώνουν για χρόνια μετά πως το σκτλομετάνοιωσαν. Δεν ήξεραν. Δεν ήξεραν ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες συμμετέχοντες – γιατί κανείς δεν ήταν απλός θεατής εκεί –  θα γίνονταν ένα με τους μουσικούς και κάθε ήχος έτσι θα αποκτούσε πολιτικό μήνυμα, ευρύ και ικανό να εκφράσει κάθε μία από τις πολιτικές ή κοινωνικές πορείες που είχαν φέρει τον κόσμο εκεί. 

Η ιδέα για το Γούντστοκ, για τη διοργάνωση ενός τριήμερου φεστιβάλ «Ειρήνης και Μουσικής» ήταν του Μάικλ Λανγκ. Ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε ότι τα Φεστιβάλ είχαν αρχίσει να λαμβάνουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, ότι ήταν το ανερχόμενο και σημαντικότερο μουσικό φαινόμενο που «γεννούσε» η γενιά της αμφισβήτησης, η γενιά του ’΄60. Μετά την επιτυχία του ποπ φεστιβάλ που διοργάνωσε στο Μαϊάμι το 1968, είχε την ιδέα «του μεγαλύτερου φεστιβάλ που έγινε ποτέ». Πήγε στο Γούντστοκ να συναντήσει τον Άρτι Κόρνφιλντ, νεώτερο αντιπρόεδρο στην ιστορία της δισκογραφικ΄ης Capitol (Κάπιτολ), τον επόμενο από τους τέσσερις εγκεφάλους που δούλεψαν μαζί για τη διοργάνωση του φεστιβάλ «που ήθελαν να περιλάβει όλη την ταυτότητα της δεκαετίας του ’60». Και τα κατάφεραν. Οι άλλοι δύο ήταν οι χρηματοδότες, γνωστά στελέχη της μουσικής βιομηχανίας, Τζόελ Ρόζενμαν και Τζoν Ρόμπερτς. Όλοι τους αρκετά κάτω από τα 30 τους χρόνια, γεμάτοι ενθουσιασμό. Η εταιρεία που έφτιαξαν ονομάστηκε Woodstock Ventures Incorporated. Ο Λανγκ και ο πολύπειρος Κόρνφιλντ βγήκαν στη γύρα να βρουν χώρο και να κλείσουν τα πιο σημαντικά ονόματα. 

Ο χώρος βρέθηκε δύσκολα – ένα χωράφι κάποιου φιλικού αγρότη, του Μαξ Γιάσγκουρ, που παραχώρησε μέρος της γης του για τη διοργάνωση. Που είχε ποια αυτονομηθεί, με έναν τρόπο. «Κάνεις ό,τι μπορείς για να βάλεις φράχτες και πόρτες, αλλά οι προτεραιότητες δεν είναι αυτές. Έρχεται κόσμος και πρέπει να μπορείς να τους ταΐσεις, να τους φροντίσεις, και να τους παρουσιάσεις το θέαμα. Πρέπει να βάλεις προτεραιότητες», θα πει αργότερα σε κάποια συνέντευξη ο Μάικλ Λανγκ. Οι προτεραιότητες μπήκαν. Αφού ο χώρος δεν μπορούσε να περιφρουρηθεί, περιφραχθεί, το φεστιβάλ θα ήταν δωρεάν. Η πρώτη έκδοση 50.000 εισιτηρίων εξαφανίστηκε αμέσως, ενώ ήδη πάνω από 100.000 άνθρωποι είχαν φτάσει στο χωριό κι έστηναν σκηνές. Ο τελικός αριθμός όσων έφτασαν στο Γούντστοκ για να παρακολουθήσουν άγγιξε το εκατομμύριο. Οι επίσημες στατιστικές λένε πως περίπου οι μισοί από αυτούς όντως παρακολούθησαν το φεστιβάλ. 

Ήταν που και οι μέρες του φεστιβάλ αποδείχθηκαν δύσκολες. Κακοκαιρία και λάσπη, προβλήματα υγιεινής, ελλείψεις σε τρόφιμα και υπερπαροχή ναρκωτικών, έρωτας κάθε μορφής και, φυσικά, μουσική, γέμισαν τη μνήμη όσων θυμούνται ακόμη, με ιστορίες από αυτές που γίνονται ιστορίες μιας γενιάς, και των αγώνων της. Όσων θυμούνται ακόμη: ο Σαντάνα έχει δηλώσει πως ήταν τόσο μαστουρωμένος που δεν θυμάται τίποτε.

Κι όμως, όλα πήγαν καλά. Κάποιοι λένε ότι πήγαν καλά ακριβώς λόγω των ψυχεδελικών που έδιναν και έπαιρναν σε κοινό και μουσικούς. Σίγουρα δεν πήγαν καλά εξαιτίας του νόμου και της τάξης: η αστυνομία δεν έγινε δεκτή, οι ειδήσεις της εποχής λένε πως 12 μόλις αστυνομικοί βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή, μπας και χρειαστούν. Δεν έχει τόση σημασία. Σημασία έχει πως το φεστιβάλ ήταν ένα φεστιβάλ ειρήνης και μουσικής, ελευθερίας και απολύτως ελεύθερης έκφρασης, με τον μοναδικό τρόπο των ’60ς. Γι αυτό και κατάφερε να τα εμπεριέξει και να κερδίσει περίβλεπτη θέση στην ιστορία. Η επιτομή, που λέγαμε και πριν.  

Χίπηδες, ακτιβιστές και πολίτες ενάντιοι στον πόλεμο του Βιετνάμ, ακτιβιστές και μέλη του κινήματος των αφροαμερικάνων για τα πολιτικά δικαιώματα, απλοί εραστές της μουσικής της αμφισβήτησης, όλοι βρέθηκαν εκεί.

Ήταν εκεί στις 5μμ της Παρασκευής 15 Αυγούστου, για να ακούσουν το Ρίτσι Χέιβενς επί σκηνής, πρώτον από τα 32 σχήματα που συμμετείχαν, και που τα έδωσαν όλα, παρά τον καιρό: η Τζόαν Μπαέζ, που έκλεισε την πρώτη μέρα ξημερώματα της 16ης Αυγούστου έπαιξε υπό κατακλυσμιαία βροχή.

Εκείνος που έκλεισε το φεστιβάλ, με τον πιο συμβολικό τρόπο, ήταν ο Τζίμι Χέντριξ, το μεγαλύτερο όνομα της εποχής (και πολλών άλλων εποχών) – απόφαση που είχε λάβειο ο Λανγκ, υπεύθυνος και για τη σειρά εμφάνισης. Ξημερώματα της Δευτέρας, όταν τελικά η βροχή τον άφησε να ανέβει στη σκηνή, έπαιξε μπροστά σε μόλις 25.000 ανθρώπους τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο, με τρόπο που έχει καταγραφεί ως κορύφωση της αμφισβήτησης στην παγκόσμια συλλογική μνήμη. 

Ο τρόπος που έφυγαν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι από το Γούντστοκ, οι εβδομάδες, οι εκσκαφείς κι οι μπουλντίζες που χρειάστηκαν για να καθαριστεί η περιοχή του φεστιβάλ, όλα χάθηκαν, ξεχάστηκαν κάτω από το θρύλο του, που γεννήθηκε σχεδόν αμέσως και σημάδεψε όλη την καριέρα του Μάικλ Λανγκ, όσο κι αν βρίσκεται πίσω από την «ανακάλυψη» μουσικών σαν το Τζο Κόκερ και το Μπίλι Τζόελ: ήταν δικά του «τέκνα» και οι δύο προσπάθειες επανάληψης, το 1994 και το 1999, που καμμία τους, όμως, δεν πλησίασε καν τη θρυλική, πρώτη και αυθόρμητη δημιουργία του, αυτή που χάραξε το όνομά του στην ιστορία της μουσικής και των κινημάτων.

*το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του θεσσαλονικιού δημιουργού του Rolling Under, Μπάμπη Αργυρίου, αγαπημένης και εμβληματικής ροκ εν ρολ μορφής, που έφυγε επίσης από τη ζωή την περασμένη εβδομάδα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Ξέμειναν από μουστάρδες ντιζόν οι Γάλλοι

Ρατσισμό και αντισημιτισμό βλέπει η Πατέλ στο κίνημα για τερματισμό του ισραηλινού άπαρτχαϊντ

Μάνα, απέλυσα τον… εργοδότη – Αποζημίωση να πάρεις (και ζακέτα)

Χιλιάδες τίμησαν τον Γιόσιπ Μπροζ Τίτο στην Κροατία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα