ΑΘΗΝΑ
04:05
|
30.09.2022
Ποια είναι η Κριστιάν Τομπιρά, που επανήλθε στην πολιτική ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά της για τη γαλλική προεδρία και επικρίνεται για «διάσπαση της αριστεράς»;
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

«Η αριστερά πεθαίνει. Η αριστερά, έτσι όπως την ξέρουμε από τη Γαλλική Επανάσταση, πεθαίνει, γιατί πολύ απλά έχει ξεχάσει τον γαλλικό λαό και δεν ασχολείται με τίποτε άλλο πέρα από μειονότητες. Σεξουαλικές μειονότητες, εθνοτικές μειονότητες… Η Κριστιάν Τομπιρά αποτελεί την ενσάρκωση αυτής της προδοσίας του γαλλικού λαού από την αριστερά. Είναι μια πολύ καλή υποψήφια για να σηματοδοτήσει ξεκάθαρα για τον γαλλικό λαό ότι η αριστερά δεν ενδιαφέρεται πλέον για αυτόν, και ότι ζει μια άλλη σφαίρα, δίπλα στον γαλλικό λαό, ενάντια στον γαλλικό λαό» έσπευσε να σχολιάσει δηκτικά ο ακροδεξιός Ερίκ Ζεμούρ (Éric Zemmour) για την υποψηφιότητα της Κριστιάν Τομπιρά (Christiane Taubira), η οποία έχει μπει επισήμως στην κούρσα για τις προεδρικές εκλογές, ανακοινώνοντας το Σάββατο 15 Ιανουαρίου την υποψηφιότητά της.  

Η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του Φρανσουά Ολάντ (François Hollande), η οποία, όπως σημειώνει δημοσίευμα του ouest-france σε περίπτωση που εκλεγεί πρόεδρος θα είναι η πρώτη γυναίκα με το συγκεκριμένο αξίωμα στη χώρα, όπου πέντε χρόνια μετά την αποχώρηση Ολάντ η αριστερά θα επανέλθει στην εξουσία, θέλησε μετά από απουσία ετών από το πολιτικό προσκήνιο να παρουσιαστεί ως το σημείο ισορροπίας μιας αριστεράς που αναζητά τον νόμιμο εκπρόσωπό της, 

Υπενθυμίζεται ότι μετά από μια μακρά πορεία στην πολιτική, και έχοντας συμβάλλει κομβικά σε νομοθεσίες – ορόσημα για την εποχή τους, όπως η αναγνώριση του δουλεμπορίου και της δουλείας ως εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και ο γάμος μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών, η 69χρονη πολιτικός, γεννημένη στην Καγιέν της Γαλλικής Γουιάνας, παραιτήθηκε από την κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2016, μετά τη συζήτηση για την υπό προϋποθέσεις στέρηση της γαλλικής υπηκοότητας από άτομα που έχουν καταδικαστεί για τρομοκρατική δράση, λίγες εβδομάδες μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι, δηλώνοντας πως «η μεταρρύθμιση αυτή δεν συνάδει με τις αρχές μου». 

«Δεσμεύομαι ενώπιόν σας γιατί συμμερίζομαι τη φιλοδοξία σας για έναν άλλο τρόπο διακυβέρνησης. Υπάρχει οργή και πολύ ισχυρό αίτημα για δημοκρατία στη χώρα» υπογράμμισε η Τομπιρά, εγκαλώντας την κυβέρνηση Μακρόν για «ροή της εξουσίας αυστηρά εκ των άνω προς τα κάτω και την απουσία κοινωνικού διαλόγου», ενώ υποστήριξε πως με την υποψηφιότητά της επιδιώκει να απαντήσει στον θυμό και την κοινωνική αδικία. «Βλέπω και διαισθάνομαι την οργή μπροστά στις ανισότητες» ανέφερε, προσθέτοντας πως η κυβέρνησή της θα ευνοούσε τον διάλογο, «αντί να ηθικολογεί και να αποκεντρώνει». 

«Θέλω να εκτελέσω το χρέος μου ενάντια στη ρητορική μίσους και την επιθετικότητα, ώστε να αντιμετωπίσουμε μαζί τους παλιούς κινδύνους, δηλαδή τους κινδύνους της κοινωνικής εξάρθρωσης, και ταυτόχρονα τις νέες προκλήσεις, δηλαδή, την απαραίτητη και επείγουσα οικολογική μετάβαση», σημείωσε μεταξύ άλλων κατά την ομιλία της η πολιτικός που, σύμφωνα με το δημοσίευμα του L’ OBS, φαίνεται πως επιδιώκει να μειώσει τα ποσοστά αποχής των νεότερων ηλικιών, με σκοπό να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότεορους ψηφοφόρους στις προκαταρκτικές εκλογές που πρόκειται να καθορίσουν την υποψηφιότητά της στα τέλη Ιανουαρίου. 

Η Τομπιρά, την οποία οι επικριτές και αντίπαλοί της παρουσιάζουν ως υποψήφια μιας «αριστεράς της ηθικής» που περιορίζεται σε «κοινωνικές μεταρρυθμίσεις», επέλεξε να  απευθυνθεί κυρίως στην εργατική τάξη και τους χαμηλόμισθους, με το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης να κυριαρχεί στην 25λεπτη ομιλία της, για την οποία επέλεξε τη συνοικία Croix-Rousse, τόπο που κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία της εργατικής τάξης όπου οι Canuts (εργάτες απασχολούμενοι στη μεταξουργία) εξεγέρθηκαν πριν από 200 χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, προέταξε στις προεκλογικές της δεσμεύσεις την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.400€ καθαρών αποδοχών, υποσχόμενη πως θα συγκαλέσει «μια μεγάλη διάσκεψη για την αύξηση των μισθών» όπου ως κεντρικό όρο θα προτείνει  «οι εταιρείες που ούτε θέλουν να διαπραγματευτούν, ούτε να αναπροσαρμόσουν τους μισθούς» να μην απολαμβάνουν «κρατική ενίσχυση ή απαλλαγές από εισφορές». Ταυτόχρονα, η νεολαία βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο της ομιλίας της, με την ίδια να δηλώνει πως εφόσον εκλεγεί θα προτείνει να παρέχεται στους 18χρονους μηνιαίο εισόδημα 800€ για πέντε χρόνια, ώστε να μπορούν να αφοσιωθούν στις σπουδές τους χωρίς να χρειάζεται να εργαστούν.  

Την ίδια ώρα στηλίτευσε το ζήτημα των «περιουσιών που εκρήγνυνται», ορισμένες εκ των οποίων, όπως ανέφερε «διαφεύγουν της φορολογίας» και υποσχέθηκε την αύξηση της φορολόγησης περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση που υπερβαίνουν τα 10 εκατομμύρια ευρώ.  «Ενώ η μεσαία τάξη συνεισφέρει το 40%, η συνεισφορά των μεγάλων περιουσιών, όταν αυτή υπάρξει, κυμαίνεται στο 15%. Είναι απαράδεκτο. Ἐχουμε ανάγκες και χρειαζόμαστε αλληλεγγύη» σημείωσε, μεταξύ άλλων. 

Σε ό,τι αφορά στον τομέα της υγείας, η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης δεσμεύτηκε για την πρόσληψη 100.000 φροντιστών, οι οποίοι θα πληρώνονται σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, καθώς και  για την απαλλαγή των δημοσίων νοσοκομείων «από την «τυραννία της λογιστικής τιμολόγησης της δραστηριότητάς τους».

Ιδιαίτερη έμφαση προσπάθησε να δώσει και στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, την οποία χαρακτήρισε ως «το ζήτημα του αιώνα» προτείνοντας την αύξηση του «οικολογικού μπόνους» για όσους έχουν χαμηλότερο  εισόδημα και τον μηδενισμό του ΦΠΑ για τα βιολογικά προϊόντα. Απέφυγε, ωστόσο, ακόμη και να ακουμπήσει το ακανθώδες ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, περιοριζόμενη σε γενικόλογες αναφορές σχετικά με την κατανάλωση σταδιακά λιγότερης ενέργειας και την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές. 

Κλείνοντας, η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης υπενθύμισε ότι κατά το παρελθόν είχε ηγηθεί ενός υπουργείου με κομβικό ρόλο υπογραμμίζοντας πως ενώ ζητά την υπεράσπιση της «αδιαίρετης και “λαϊκής” Δημοκρατίας» απέναντι σε ύπουλες και μετωπικές επιθέσεις, δεσμεύεται για «την ίδια επαγρύπνηση και την ίδια αδιαλλαξία στον αγώνα κατά των διακρίσεων και του στιγματισμού, αυτών των τραυμάτων που μας εμποδίζουν να επιβιώσουμε».

Διασπαστικό το κίνητρο πίσω από την «ένωση της αριστεράς»;

Ωστόσο, το εγχείρημα για την «ένωση των δυνάμεων της αριστεράς» υπό την Τομπιρά επικρίθηκε δριμύτατα από τους υπολοίπους υποψηφίους, ανεξαρτήτως του σεβασμού που χαίρει η ίδια, με το επιχείρημα ότι προσπαθεί να διασκορπίσει τις ψήφους του σχεδόν 30% του εκλογικού σώματος που η ψήφος του κατευθύνεται προς την αριστερά, σε ένα ήδη γεμάτο πεδίο υποψηφίων για την προεδρία. 

Την επομένη της ανακοίνωσης της υποψηφιότητα, η δήμαρχος του Παρισιού, Αν Ινταλγκό (Anne Hidalgo) εξέφρασε τη λύπη της «για μια απόφαση που κατακερματίζει περαιτέρω την αριστερά». υποστηρίζοντας ότι «αντί ένωσης, η υποψηφιότητα της Κριστιάν Τομπιρά θα χωρίσει περαιτέρω, θα διχάσει και θα δημιουργήσει σύγχυση. Στο τέλος, όλοι θα λογοδοτήσουν για τις πράξεις και τα λόγια τους». Την ίδια ώρα, η πολιτικός επικρίθηκε για το ότι «όλα όσα προσφέρει έχουν ήδη συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα  του Γιανίκ Ζαντότ, το οποίο διαμορφώνεται πάνω από ένα χρόνο», με τοπικό αιρετό να αναφέρει ότι «δεν βλέπουμε τι θα φέρει εκτός από μια νέα υποψηφιότητα στο 5%».  

Σε σχετική δημοσκόπηση του Ιανουαρίου, η πρόθεση ψήφου για την Τομπιρά ανήλθε περίπου στο 4,5%, ενώ σύμφωνα με δημοσκόπηση της Journal de Dimanche, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν εξασφαλίζει μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο ποσοστό (σχεδόν 10%), με τον υποψήφιο των Πρασίνων Γιανίκ Ζαντό και την δήμαρχο του Παρισιού Αν Ινταλγκό να κατακτούν ένα 6,5% και 3,5% αντίστοιχα. Οι άλλοι τρεις διεκδικητές της προεδρίας, η συντηρητική Βαλερί Πεκρές, η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν και ο επίσης ακροδεξιός Ερίκ Ζεμούρ, φέρεται να έχουν ορισμένες πιθανότητες να αναμετρηθούν με τον απερχόμενο Γάλλο πρόεδρο στον δεύτερο γύρο των εκλογών.

Γεγονός παραμένει ότι έχει μπροστά της την προκαταρκτική διαδικασία που έχει ως στόχο να ορίσει έναν κοινό υποψήφιο για την αριστερά, η οποία θα πραγματοποιηθεί από τις 27 έως τις 30 Ιανουαρίου. Η ίδια, όπως υπενθυμίζει δημοσίευμα της Marianne, έχει δηλώσει επανειλημμένως πως θα αποδεχθεί χωρίς ενστάσεις το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και πως είναι έτοιμη να αποσυρθεί εάν μια άλλη υποψηφιότητα από τη δική της είναι σε πλεονεκτικότερη θέση. «Αποδέχομαι τον ρίσκο της δημοκρατίας. Είναι το πιο όμορφο πράγμα της νομιμότητας», είχε δηλώσει σχετικά ήδη από τις 9 Ιανουαρίου κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στο Μποντί (Bondy) κατά το ίδιο δημοσίευμα.

*Επιμέλεια κειμένου: Χριστίνα Χελά

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα