ΑΘΗΝΑ
10:49
|
18.05.2022
Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε στον Βρετανό πρωθυπουργό ότι «δεν τον ένοιαζε» ποιος θα αντικαθιστούσε τον πρόεδρο του Ιράκ. Τον ένοιαζε μόνο να «πουλήσει» τον πόλεμο.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζορτζ Μπους είχε πει στον τότε πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Τόνι Μπλερ ότι δεν ήξερε ποιος θα αντικαταστήσει τον Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ όταν θα τον ανατρέψουν και ότι «δεν τον ένοιαζε πολύ». Αυτό αποκαλύπτει μια άκρως απόρρητη αφήγηση της συνάντησης των δύο ηγετών που είδε και έφερε στο φως της δημοσιότητας ο ιστότοπος «Middle East Eye». Σύμφωνα με το υπόμνημα ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν χαλαρός για τις συνέπειες μιας εισβολής σε μια κρίσιμη συνάντηση που είχε με τον Βρετανό πρωθυπουργό στο ράντσο του στο Τέξας το 2002, σχεδόν ένα χρόνο πριν από την έναρξη του πολέμου.

«Δεν ήξερε ποιος θα έπαιρνε τη θέση του Σαντάμ αν και εφόσον τον ανατρέπαμε. Αλλά δεν τον ένοιαζε πολύ. Λειτουργούσε με την υπόθεση ότι οποιοσδήποτε θα αποτελούσε βελτίωση», αναφέρει το βρετανικό υπόμνημα, που γράφτηκε από τον τότε κορυφαίο σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής του Τόνι Μπλερ. Ο Μπους πίστευε – αλλά το υπόμνημα ξεκαθαρίζει ότι δεν θα το έλεγε δημοσίως – ότι ένα «μέτριο κοσμικό καθεστώς» στο Ιράκ μετά τον Σαντάμ θα είχε ευνοϊκό αντίκτυπο τόσο στη Σαουδική Αραβία – στενό σύμμαχο των ΗΠΑ – όσο και στο Ιράν. Είχε πει ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η δράση κατά του Σαντάμ θα ενίσχυε παρά θα μείωνε την περιφερειακή σταθερότητα. Ο Μπους «είχε διαβεβαιώσει λοιπόν τους Τούρκους ότι δεν υπήρχε θέμα διάλυσης του Ιράκ και ανάδυσης κουρδικού κράτους».

Το υπόμνημα αποκαλύπτει επίσης πως ήδη από τον Απρίλιο του 2002, περισσότερο από οκτώ μήνες πριν οι επιθεωρητές όπλων των Ηνωμένων Εθνών φτάσουν στο Ιράκ, ο Μπλερ γνώριζε ότι ίσως έπρεπε να «προσαρμόσουν την προσέγγισή τους» εάν ο Σαντάμ τους έδινε απόλυτη ελευθερία. Αυτή πιστεύεται ότι είναι η πρώτη αναφορά σε μια στρατηγική που ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία του διαβόητου «αναξιόπιστου φακέλου» κατασκευασμένων πληροφοριών που στήριξαν τον πόλεμο, βασικές λεπτομέρειες του οποίου αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν ψευδείς.

Το υπόμνημα εσκεμμένα «φούσκωσε» τα κεντρικά ευρήματα της δημόσιας έρευνας για τον πόλεμο με επικεφαλής τον Τζον Τσίλκοτ, η οποία κατέληξε το 2016 στο συμπέρασμα  ότι το Ηνωμένο Βασίλειο επέλεξε να συμμετάσχει στην εισβολή προτού διερευνηθούν ειρηνικές επιλογές, ότι ο Μπλερ σκόπιμα υπερέβαλε την απειλή του Σαντάμ και ότι ο Μπους αγνόησε συμβουλές για τον μεταπολεμικό σχεδιασμό. Γράφτηκε από τον Ντέιβιντ Μάνινγκ, τον κορυφαίο σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής του Μπλερ, μια μέρα μετά τη συνάντηση στο ράντσο του Αμερικανού προέδρου στο Κρόφορντ του Τέξας, το Σάββατο 6 Απριλίου 2002.

Εκτός από τον Μπους και τον Μπλερ, μόνο λίγοι αξιωματούχοι ήταν παρόντες και από τις δύο πλευρές, και μεγάλο μέρος της συζήτησης μεταξύ των δύο ηγετών διεξήχθη ενώπιος ενωπίω. Ο Πρόεδρος και ο Πρωθυπουργός είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερα στενή σχέση μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 της Αλ Κάιντα στις ΗΠΑ, μετά τις οποίες ο Μπλερ είχε δεσμευτεί να «σταθεί πλάι στους Αμερικανούς φίλους μας». Οι δυο τους εμπιστεύτηκαν  ο ένας τον άλλον περισσότερο από ό,τι κάποιους δικούς τους συναδέλφους.

Το ΗΒ υπήρξε βασικός υποστηρικτής και συμμετέχων στην εισβολή στο Αφγανιστάν  υπό την ηγεσία των ΗΠΑ τον Οκτώβριο του 2001. Το Ιράκ, το οποίο εδώ και καιρό τελούσε σε καθεστώς κυρώσεων από τον ΟΗΕ για τα οπλικά προγράμματα του Σαντάμ Χουσεΐν, ήταν επίσης στο στόχαστρο των ΗΠΑ από την έναρξη του επονομαζόμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Σε άλλο υπόμνημα που εστάλη στον Μπλερ εβδομάδες πριν από τη συνάντηση στο Κρόφορντ, ο Μάνινγκ ανέφερε ότι η Κοντολίζα Ράις, σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Μπους, του είχε πει κατά τη διάρκεια του δείπνου ότι ο Μπους χρειαζόταν πραγματικά την υποστήριξη και τη συμβουλή του Μπλερ, όντας θυμωμένος με την αντίδραση που είχε στην Ευρώπη.

«Εξαιρετικά ευαίσθητο»

Εκείνη την εποχή, το σχέδιο για την έναρξη ενός πολέμου ήταν ένα καλοφυλαγμένο μυστικό ακόμη και στους ανώτερους στρατιωτικούς κύκλους των ΗΠΑ. Ο Μάνινγκ σημειώνει ότι μόνο ένας «πολύ μικρός πυρήνας» στην Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (Centcom) συμμετείχε στην κατάρτιση σχεδίων και ότι γίνονταν «εν κρυπτώ» από τους περισσότερους υψηλόβαθμους στρατιωτικούς. Έγραψε τότε: «Αυτή η επιστολή είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και ο Πρωθυπουργός έδωσε εντολή να κρατηθεί μυστική, να εμφανίζεται μόνο σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη να μάθουν και να μην γίνουν άλλα αντίγραφα». Το σημείωμα απευθυνόταν στον Σάιμον Μακντόναλντ, τον κύριο ιδιωτικό γραμματέα του υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, Τζακ Στρο, και κυκλοφόρησε σε λίγους άλλους ανώτερους Βρετανούς αξιωματούχους. Αυτοί ήταν ο Τζόναθαν Πάουελ, επικεφαλής του προσωπικού του Μπλερ – ο Μάικλ Μπόις, αρχηγός του επιτελείου άμυνας, ο Πίτερ Ουάτκινς, κύριος ιδιωτικός γραμματέας του υπουργού Άμυνας Τζεφ Χουν , ο Κρίστοφερ Μάιερ, ο Βρετανός πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον και ο Μάικλ Τζέι, ο μόνιμος γραμματέας στο εξωτερικό.

Η Κοντολίζα Ράις είπε στη συνάντηση στο ράντσο του Κρόφορντ ότι το «99 τοις εκατό» της Centcom δεν γνώριζε τα σχέδια πολέμου στο Ιράκ.

Ο Μάνινγκ αφηγείται πώς οι Μπους και Μπλερ μετέτρεψαν σε παιχνίδι πολέμου το ζήτημα της αποστολής επιθεωρητών όπλων στο Ιράκ. Και οι δύο ηγέτες ανησυχούσαν για το επίπεδο της ευρωπαϊκής αντίθεσης στη στρατιωτική δράση και το υπόμνημα σημειώνει ότι ο Μπους αποδέχτηκε ότι «πρέπει να διαχειριστούμε την πτυχή των δημοσίων σχέσεων όλων αυτών με μεγάλη προσοχή». Ο Μάνινγκ έγραψε: «Ο Πρωθυπουργός είπε ότι χρειαζόμασταν μια συνοδευτική στρατηγική δημοσίων σχέσεων που υπογράμμιζε τους κινδύνους του προγράμματος Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ) του Σαντάμ και το φρικτό ιστορικό του στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Μπους συμφώνησε έντονα».

«Ο Πρωθυπουργός θα τονίσει στους Ευρωπαίους εταίρους ότι δόθηκε στον Σαντάμ η ευκαιρία να συνεργαστεί. Αν, όπως περίμενε, ο Σαντάμ δεν το έκανε, οι Ευρωπαίοι θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να αντισταθούν στη λογική ότι πρέπει να αναλάβουμε δράση για να αντιμετωπίσουμε ένα κακό καθεστώς που μας απειλεί με το πρόγραμμα των ΟΜΚ του».

Τότε ο Μπλερ ανησυχούσε για το ενδεχόμενο ο Σαντάμ να άφηνε τους επιθεωρητές του ΟΗΕ να μπουν και να τους επιτρέψει να κάνουν τις έρευνες τους – όπερ και εγένετο στη συνέχεια. Οι επιθεωρητές επέστρεψαν στη χώρα τον Νοέμβριο του 2002 και παρέμειναν εκεί μέχρι τις 18 Μαρτίου 2003, μία ημέρα πριν από την έναρξη της επίθεσης στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Τον Φεβρουάριο του 2003, ο Χανς Μπλιξ, ο επικεφαλής επιθεωρητής του ΟΗΕ, είπε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι το Ιράκ φαίνεται να συνεργάζεται με τις επιθεωρήσεις και τόνισε ότι δεν βρέθηκαν όπλα μαζικής καταστροφής.

Ο Μπλερ είπε στον Μάνινγκ μετά από μια ιδιωτική συνομιλία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ: «Ο Μπους είχε αναγνωρίσει ότι υπήρχε απλώς μια πιθανότητα ο Σαντάμ να τους επέτρεπε να μπουν και να ασχοληθούν με τις δικές τους δουλειές. Εάν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να προσαρμόσουμε την προσέγγισή μας ανάλογα».

Κατακραυγή για την απονομή του τίτλου του ιππότη

Το υπόμνημα Μάνινγκ διέρρευσε για πρώτη φορά στη βρετανική εφημερίδα «Daily Mail» (Ντέιλι Μέιλ), εν μέσω της δημόσιας οργής για την απονομή του τίτλου του ιππότη στον Μπλερ. Το Middle East Eye έλαβε αντίγραφο του κειμένου του σημειώματος, το οποίο δημοσιεύει ολόκληρο. Μια αίτηση για την ανάκληση του τίτλου του ιππότη του Μπλερ έχει συγκεντρώσει έκτοτε περισσότερες από ένα εκατομμύριο υπογραφές.

Το υπόμνημα είναι το δεύτερο που γράφτηκε από τον Μάνινγκ για το Ιράκ που βλέπει το φως της δημοσιότητας. Το 2004, η εφημερίδα «Daily Telegraph» (Ντέιλι Τέλεγκραφ) δημοσίευσε λεπτομέρειες για ένα υπόμνημα του Βρετανού διπλωμάτη προς τον Μπλερ σχετικά με τις προετοιμασίες για τη σύνοδο κορυφής του Κρόφορντ.

Με ημερομηνία 13 Μαρτίου 2002, ο Μάνινγκ λέει στον Μπλερ για το δείπνο του με τη Ράις και το συμπέρασμά τους, το οποίο ήταν ότι η αποτυχία «δεν ήταν επιλογή». Ο Μάνινγκ γράφει: «Είναι ξεκάθαρο ότι ο Μπους είναι ευγνώμων για την υποστήριξή σας και έχει αντιληφθεί ότι δέχεστε επικρίσεις. Είπα ότι δεν θα υποχωρούσατε στην υποστήριξή σας για αλλαγή καθεστώτος, αλλά έπρεπε να διαχειριστείτε έναν Τύπο, ένα κοινοβούλιο και μια κοινή γνώμη που ήταν πολύ διαφορετική από ο,τιδήποτε άλλο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και δεν θα υποχωρούσατε ούτε στην επιμονή σας ότι, εάν επιδιώξουμε την αλλαγή καθεστώτος, αυτή πρέπει να γίνει πολύ προσεκτικά και να φέρει το σωστό αποτέλεσμα. Η αποτυχία δεν ήταν επιλογή».

Ο Μάνινγκ είπε στον Μπλερ ότι το θέμα των επιθεωρήσεων όπλων «πρέπει να αντιμετωπιστεί με τρόπο που θα πείσει την ευρωπαϊκή και ευρύτερη άποψη ότι οι ΗΠΑ είχαν επίγνωση της… επιμονής πολλών χωρών για νομική βάση». Στην ίδια την επίσκεψη, ο Μπλερ ενημερώθηκε ότι ο Μπους θα ήθελε να ακούσει τη γνώμη του. «Θέλει τη στήριξή σας. Εξακολουθεί να είναι νιώθει ενοχλημένος από τα σχόλια των άλλων Ευρωπαίων ηγετών για την πολιτική του στο Ιράκ».

Ο Μπλερ έλαβε μια σειρά από προειδοποιήσεις από κορυφαίους συμβούλους του λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής. Ο Πίτερ Ρίκετς, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας της βρετανικής κυβέρνησης, έγραψε στον Μπλερ ότι η προσπάθεια για τη δημιουργία σύνδεσης μεταξύ του Ιράκ και της Αλ Κάιντα ήταν «μέχρι στιγμής ειλικρινά μη πειστική». Ακόμα κι αν υποστήριζαν επιτυχώς ότι η απειλή που θέτει το Ιράκ θα έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη λόγω της χρήσης χημικών όπλων από τη χώρα στον πόλεμο της δεκαετίας του 1980 κατά του Ιράν, «έχουμε ακόμα το πρόβλημα του πώς να κάνουμε την κοινή γνώμη να αποδεχθεί την επικείμενη απειλή από το Ιράκ. Αυτό είναι κάτι για το οποίο ο πρωθυπουργός και ο πρόεδρος πρέπει να έχουν μια ειλικρινή συζήτηση».

Ο Στρο, τότε υπουργός Εξωτερικών, έγραψε στον Μπλερ στις 25 Μαρτίου 2002 ότι τα οφέλη από το τετ α τετ στο Κρόφορντ θα ήταν λίγα και οι κίνδυνοι μεγάλοι. Προειδοποίησε για «δύο τεράστιες νόμιμες παγίδες». Ο Στρο έγραψε ότι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράκ αυτή καθαυτή δεν δικαιολογεί στρατιωτική δράση, σημειώνοντας ότι «θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της μεθόδου οποιασδήποτε στρατηγικής, αλλά όχι τον στόχο».

Το δεύτερο ήταν εάν οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια θα απαιτούσε νέα εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. «Οι ΗΠΑ είναι πιθανό να αντιταχθούν σε οποιαδήποτε ιδέα νέας εντολής. Από την άλλη πλευρά, η άποψη της νομικής συμβουλής εδώ είναι ότι μπορεί κάλλιστα να απαιτηθεί μια νέα εντολή», έγραψε ο Στρο. «Αν και αυτό είναι πολύ απίθανο, δεδομένης της θέσης των ΗΠΑ, ένα σχέδιο ψηφίσματος κατά της στρατιωτικής δράσης με 13 υπέρ (ή παρών) και δύο βέτο κατά θα μπορούσε να εξελιχθεί πολύ άσχημα εδώ».

Το υπόμνημα Μάνινγκ εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας για το Ιράκ, αλλά δεν δημοσιεύτηκε ποτέ και αναφέρθηκε μόνο έμμεσα από τον Ρόντρικ Λάιν, μέλος της ερευνητικής ομάδας, όταν ο Μάνινγκ έδωσε κατάθεση το 2010. Απευθυνόμενος στον Μάνινγκ, ο Λάιν είπε: «Ήσουν προφανώς το πιο κοντινό άτομο στην πηγή θέμα» και ρώτησε τον Μάνινγκ εάν στο Τέξας ο Μπλερ πήρε την απόφαση να οδηγήσει τη χώρα του σε πόλεμο. Ο Μάνινγκ απάντησε ότι στο Κρόφορντ οι ΗΠΑ δεν περίμεναν τον Μπλερ να αποφασίσει αλλά απλά να τις ακολουθήσει σαν «πιστό σκυλί».


Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Σρι Λάνκα: Συλλήψεις βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος

Φινλανδία και Σουηδία ανοίγουν συζήτηση για την ουδετερότητα της Αυστρίας

Μητσοτάκης σε ομογενείς: «Η Ελλάδα να γίνει το μοντέρνο κράτος που μας αξίζει»

Στα χέρια του Στόλντεμπεργκ τα αιτήματα Σουηδίας και Φινλανδίας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα