ΑΘΗΝΑ
10:05
|
06.07.2022
Ίσως τελικά να μην ήταν «γκάφα» η δήλωση Μπάιντεν περί «μικρής εισβολής» της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παιχνίδια μπορεί να γίνονται και «κάτω από το τραπέζι».
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

«Γλώσσα λανθάνουσα τα αληθή» λέει μία πολύ παλιά ελληνική παροιμία για να εξηγήσει πως μερικές φορές αυτά που κρύβουμε βαθύτερα στο μυαλό μας μπορούν καμία φορά να αποκαλυφθούν σαν ένα φραστικό λάθος.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, λοιπόν, είναι από αυτούς που πέφτουν συχνά σε γλωσσικά ολισθήματα. Μερικές φορές σκορπούν γέλιο. Άλλες φορές έντονες αντιδράσεις και ενίοτε αποκαλύπτουν αλήθειες…

Η 19η Ιανουαρίου ήταν μία από αυτές τις φορές κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος ξεστόμισε, όπως αποδεικνύεται, την αλήθεια προκαλώντας τότε έντονη δράση στην (λυπηρά κατώτερη των περιστάσεων) πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας.

Είχε πει τότε κάνοντας δηλώσεις σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο τα εξής:

«Νομίζω πως αυτό που θα δείτε είναι πως η Ρωσία θα θεωρηθεί υπόλογη εάν εισβάλει. Και εξαρτάται από το τι κάνει. Είναι ένα πράγμα εάν πρόκειται για μία μικρή εισβολή και μετά καταλήξουμε να τσακωνόμαστε για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει, κ.λπ.»

Η δήλωσή του χτύπησε καμπανάκι σε μία δημοσιογράφο η οποία προφανώς δεν πίστευε τα αυτιά της με αυτό που άκουσε ρωτώντας τον ευθέως:

«Δηλαδή δίνετε πρακτικά στον Πούτιν την άδεια να κάνει μία μικρή εισβολή στη χώρα;»

Ο πρόεδρος τότε γέλασε και απάντησε προσπαθώντας ατυχώς να σώσει τα προσχήματα:

«Καλή ερώτηση.  Έτσι ακούστηκε, ε;»

Αυτό που πιθανώς να εννοούσε ο πρόεδρος Μπάιντεν στις 19 Ιανουαρίου ενδεχομένως να είναι κάπως διαφορετικό από αυτό που ζούμε σήμερα, δεύτερη μέρα της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης ευρείας κλίμακας στην Ουκρανία (σε όλη την χώρα και όχι μόνον στο ανατολικό τμήμα της περιοχής Ντονμπάς όπου υπάρχουν οι δύο «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ).

Η πιθανή προσυνεννόηση και η σχετικότητα μίας «μικρής εισβολής»

Ωστόσο, μία «μικρή εισβολή» είναι ένα μέγεθος σχετικό.

Ο επιθετικός προσδιορισμός στο ουσιαστικό «εισβολή» ενδεχομένως να αναφέρεται όχι στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της στρατιωτικής επιχείρησης αλλά στη χρονική της διάρκεια. Και εάν κρίνουμε από την ποιότητα της σχεδόν ανύπαρκτης αντίδρασης του ουκρανικού στρατού, τότε μάλλον ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να εννοούσε μία «μικρής διάρκειας εισβολή» στην Ουκρανία.

Εάν, όντως, είναι έτσι, τότε μήπως έχουμε να κάνουμε με μία προσυμφωνημένη επιχείρηση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας;

Μολονότι δεν μπορεί κάποιος να είναι εντελώς σίγουρος για κάτι τέτοιο, δεν θα πρέπει να αποκλείσει το ενδεχόμενο μίας ρωσο-αμερικανικής «συνεννόησης» στο θέμα της Ουκρανίας, όσο και εάν αυτό ακούγεται κάπως «περίεργο» στο φόντο της όξυνσης της έντασης μεταξύ ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και ΕΕ με τη Ρωσία.

Ας παραμερίσουμε τις σημερινές ρητορικές κορώνες, τις απειλές και τους υψηλούς τόνους ένθεν κακείθεν και ας δοκιμάσουμε να δούμε λίγο την «μεγάλη εικόνα» στο βάθος του τελευταίου χρόνου, που σημειωτέον, είναι ο πρώτος χρόνος του Τζο Μπάιντεν στην εξουσία…

Όπως θυμόμαστε, προεκλογικά, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προσπαθήσει (όχι με ιδιαίτερη επιτυχία) να παίξει το ρόλο του Τζον Γουέιν, καθώς (προσπαθώντας να πείσει τους άλλους υποψήφιους για το χρίσμα των Δημοκρατικών πως αυτός μπορεί αφενός να συσπειρώσει ένα μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος και αφετέρου να τα βάλει με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν) είχε αναφέρει προ διετίας σε ανάρτησή του στο Τουίτερ: «Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν θέλει να είμαι πρόεδρος. Δεν θέλει να είμαι υποψήφιός μας. Εάν αναρωτιέστε γιατί, είναι επειδή είμαι το μόνο πρόσωπο σε αυτό το επίπεδο που μπορεί να κοντραριστεί μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο…»

Όταν όμως ο Μπάιντεν εξελέγη και ανέβηκε στην εξουσία το τροπάριο άλλαξε. Αντί για πιστολάς «Τζον Γουέιν», έγινε ρεαλιστής «διπλωμάτης» μην κρύβοντας πως επιθυμεί να έχει με τη Ρωσία μία προβλέψιμη σταθερή σχέση, όπου βεβαίως, είναι δυνατόν κάτι τέτοιο.

Βήματα προσέγγισης και συνεννόησης

Οι κινήσεις προσέγγισης και συνεννόησης ανάμεσα στους προέδρους ΗΠΑ και Ρωσίας ξεκίνησαν περίπου ενάμιση μήνα μετά την άνοδο του Τζο Μπάιντεν στον προεδρικό θώκο.

  • Το Μάρτιο του 2021 ΗΠΑ και Ρωσία αποφάσισαν την ανανέωση της συνθήκης START για άλλα πέντε χρόνια.
  • Το Μάιο του 2021 (και ενώ παρέμενε στο «τιμόνι» της Γερμανίας η τότε Καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ) οι ΗΠΑ ήραν τις ενστάσεις για την λειτουργία του ρωσο-γερμανικού αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2, ο οποίος ολοκληρώθηκε λίγους μήνες αργότερα.
  • Στις 16 Ιουνίου ήρθε η ώρα της πρώτης διά ζώσης συνάντησης των προέδρων ΗΠΑ-Ρωσίας  με τον Μπάιντεν να επιβεβαιώνει την επιθυμία του για «προβλέψιμες και σταθερές» σχέσεις με τη Μόσχα και τον Πούτιν να επιχειρεί να διασφαλίσει πως η Ρωσική Ομοσπονδία θα αντιμετωπίζεται ως «υπολογίσιμη» διεθνής δύναμη. Τότε, μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο Τζο Μπάιντεν είχε χαρακτηρίσει τον Πούτιν «έξυπνο, σκληρό και άξιο αντίπαλο».

Οι συζητήσεις στη Βίλα Λα Γκρανζ της Γενεύης κράτησαν περίπου τρεις ώρες σε μία συνάντηση που χαρακτηρίστηκε από αμφότερες τις πλευρές πιο πολύ ρεαλιστική παρά φιλική.

«Στρατηγική Σταθερότητα» και συνεννόηση

Στην κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν τότε έδειξαν πως σημείωσαν πρόοδο σε κοινούς στόχους σημειώνοντας πως αν επιβεβαίωσαν κάτι σημαντικό είναι πως «ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί και δεν πρέπει ποτέ να γίνει».

Συμφώνησαν επίσης να ξεκινήσουν διάλογο για τη «Στρατηγική Σταθερότητα» ώστε να θέσουν θεμέλια για τη «μελλοντική λήψη μέτρων» για τον έλεγχο των εξοπλισμό και τη μείωση των κινδύνων.

Συνεννόηση φαίνεται πως υπήρχε και στο θέμα κυβερνο-επιθέσεων με τον Πρόεδρο Μπάιντεν να ομολογεί πως έδωσε στον Ρώσο ομόλογό του λίστα με 16 κρίσιμες ρωσικές υποδομές «από τον τομέα της Ενέργειας ως τα συστήματα μεταφοράς νερού» τα οποία οι αμερικανικές υπηρεσίες είναι διατεθειμένες να πλήξουν σε περίπτωση που η Μόσχα «υπερβεί τα εσκαμμένα».

Συμφωνήθηκε επίσης (όπως είχε δηλώσει ο Ρώσος πρόεδρος μετά τη συνάντηση) με πνεύμα κατανόησης των εκατέρωθεν θέσεων να αποκατασταθεί μόνιμη διπλωματική επικοινωνία σε επίπεδο υπουργείων Εξωτερικών ώστε να αποφεύγονται «οι παρεξηγήσεις και οι αχρείαστες εντάσεις, όσο αυτό είναι δυνατό».

Με άλλα λόγια ως στον περασμένο Ιούνιο οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον-Μόσχας όχι μόνον είχαν αποκατασταθεί αλλά και είχαν προχωρήσει οι προσπάθειες συνεννόησης στα θέματα σύγκλισης γεωπολιτικών συμφερόντων.

Χρειάστηκε να περάσουν άλλοι πέντε μήνες μέχρις ότου οι δύο πρόεδροι πραγματοποιήσουν μία νέα συνάντηση, έστω και εξ αποστάσεως.

Στις 7 Δεκεμβρίου 2021 οι πρόεδροι Μπάιντεν και Πούτιν πραγματοποίησαν τηλεδιάσκεψη (με τη χρήση ειδικών συστημάτων ασφαλείας ώστε να αποφευχθούν «διαρροές») συζητώντας και πάλι μία ευρεία γκάμα θεμάτων μεταξύ των οποίων ήταν αναπόφευκτα η κατάσταση στην Ανατολική Ουκρανία και τα ρωσικά επόμενα σχέδια στην περιοχή.

Εάν κρίνουμε από τις δηλώσεις που επακολούθησαν είχαν μάλλον φθάσει σε προχωρημένο επίπεδο οι διμερείς διαβουλεύσεις, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε έκτοτε πως ΗΠΑ και ΕΕ θα απαντούσαν με σθεναρά οικονομικά και άλλα μέσα σε πιθανή κλιμάκωση ρωσικών κινήσεων και ο Ρώσος ομόλογός του έδειξε να χαράζει, πιο έντονα από κάθε άλλη φορά, κόκκινες γραμμές αφενός για ανάσχεση της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς ανατολάς αφετέρου για απόσυρση πυραυλικών συστημάτων στο «μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας» που στόχευαν τη Μόσχα.

«Το ΝΑΤΟ κάνει επικίνδυνες απόπειρες να χρησιμοποιήσει το ουκρανικό έδαφος και να αναπτύξει το στρατιωτικό δυναμικό του στα σύνορά μας, για αυτό η Ρωσία ενδιαφέρεται σοβαρά να λάβει ασφαλείς εγγυήσεις που θα αποκλείουν τη διεύρυνση» του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, ανέφερε τότε η ανακοίνωση του Κρεμλίνου. Επιπλέον, σύμφωνα τότε με τον διπλωματικό σύμβουλο του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσάκοφ, ο Μπάιντεν είπε στον Πούτιν ότι θα συζητήσει με τους συμμάχους του το θέμα της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς ανατολάς και «όλες τις ανησυχίες» που του εξέφρασε ο Ρώσος ομόλογός του.

Στις 30 Δεκεμβρίου 2021 ακολούθησε μία 50λεπτη τηλεδιάσκεψη των Προέδρων Μπάιντεν-Πούτιν στη διάρκεια της οποίας έθιξαν ευρεία γκάμα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης ξανά της Ουκρανίας και αφού προηγουμένως ο Μπάιντεν είχε πει πως είχε συμβουλευτεί τους εταίρους και τους συμμάχους τους στην Ευρώπη ώστε να έχουν μία «κοινή προσέγγιση». Εκεί πιθανότατα να έκλεισε και μία πιθανή «συμφωνία» κάτω από το τραπέζι της τηλεδιάσκεψης, εάν βάλουμε σε αυτό το τμήμα του «παζλ» και τις περίεργες δηλώσεις του Μπάιντεν στις 19 Ιανουαρίου 2022 περί μίας ρωσικής μικρής εισβολής στην Ουκρανία…

«Μικρή εισβολή» και «μεγάλα παιχνίδια» ΗΠΑ-Ρωσίας

Σε περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με ρωσο-αμερικανική συνεννόηση στο φόντο του ουκρανικού χάρτη (που από τις 5.00 το πρωί της 24ης Φλεβάρη 2022 χρωματίζεται από τις ρωσικές στοχευμένες, επιδρομές χειρουργικής ακρίβειας) τι θα μπορούσαν να επιδιώκουν ΗΠΑ και Ρωσία σε μία μεταξύ τους (αμοιβαίως επωφελή) συνεννόηση;

Οι ΗΠΑ εποφθαλμιούν τη σχεδόν αποκλειστική πρόσβαση στις αγορές Ενέργειας της Ευρώπης (αρχικά σε συνεργασία με άλλους εταίρους τους όπως πχ η Αλγερία, το Κατάρ κ.ά.) προωθώντας εκεί το δικό τους ακριβότερο LNG.

Παράλληλος στόχος της Ουάσιγκτον είναι ενδεχομένως και το φρενάρισμα της σινικής ισχυρής επιρροής στην Ευρώπη, που και εκεί έχει απλωθεί όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου μέσω του στρατηγικού σχεδίου «Μία Ζώνη- Ένας Δρόμος» (γνωστή διεθνώς ως Belt and Road Initiative). Σχέδιο που εκσυγχρονίζει τους παλιούς σινικούς δρόμους του μεταξιού από την Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρώπη.

Κλείνοντας οι ΗΠΑ το μάτι στη «μικρή εισβολή» του Πούτιν στην Ουκρανία, συσπειρώνουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους και τους κλείνουν στο ευρω-ατλαντικό, ΝΑΤΟϊκό μαντρί, έχοντάς τους γερά δεμένους χειροπόδαρα.

Ούτως ή άλλως οι Ευρωπαίοι εταίροι των ΗΠΑ στην ΕΕ ούτε στρατό έχουν (για να επιβάλλουν ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις), ούτε κοινή εξωτερική πολιτική και πολύ περισσότερο στερούνται την ισχύ που επιβάλλεται να διαθέτει κανείς για να προστατεύσει και να επιβάλλει τα δικά του συμφέροντα έναντι ισχυρότερων ανταγωνιστών. Οι διατλαντικές συγκρούσεις συμφερόντων (κυρίως επί Τραμπ) απέδειξαν πως οι σχέσεις στις δύο μεριές του Ατλαντικού δεν είναι διόλου ανέφελες. Γιατί λοιπόν οι ΗΠΑ να μην επωφεληθούν στην παρούσα φάση από την αντικειμενική αδυναμία των Ευρωπαίων συμμάχων τους να προασπίσουν τα συμφέροντά τους και να αποτρέψουν ενδεχόμενη μελλοντική «κηδεμονία» τους από την Κίνα;

Η Ρωσία από την άλλη είναι βέβαιο πως επιλέγει την παρούσα γεωπολιτική συγκυρία για να φρενάρει (εάν μπορέσει μακροπρόθεσμα) τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, την ανάπτυξη ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων και βαλλιστικών πυραύλων σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που στοχεύουν στην καρδιά της ρωσικής χέρσας (εν πολλοίς) ενδοχώρας. Και το επιδιώκει αυτό θέλοντας να αποσπάσει γραπτές εγγυήσεις ώστε να διορθωθεί η ζημιά της (προ τριών δεκαετιών) αφελούς και ασυγχώρητης αποκοτιάς να καθησυχάσει (επί του ανεκδιήγητου Ρώσου πρώην προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν) με τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις παλιότερων Αμερικανών και Ευρωπαίων ηγετών περί μη διεύρυνσης του ΝΑΤΟ με χώρες μέλη του παλιού (αλλά διαλυθέντος) στρατιωτικού συμφώνου της Βαρσοβίας…

Για να το πετύχει αυτό η σημερινή πολιτική και οικονομική ελίτ της Ρωσίας (που έχει συσπειρωθεί πίσω από τον ισχυρό Βλαντίμιρ Πούτιν) ενδεχομένως να είναι σε θέση να θυσιάσει τις ευρωπαϊκές αγορές Ενέργειας.

Τι και εάν ο δεύτερος ρωσο-γερμανικός αγωγός Nord Stream 2 κόστισε πάνω από 10 δισ. δολάρια για να φτιαχτεί;

Τι και εάν τα ρωσικά μονοπώλια κερδίζουν ως σήμερα σημαντικά κεφάλαια από την ενεργειακή τροφοδοσία των περισσότερων χωρών της ΕΕ;

Ασφαλώς και οι αγορές Ενέργειας της Βόρειας και Δυτικής (ενδεχομένως και της Νότιας…) Ευρώπης δεν είναι οι μόνοι προνομιακοί πελάτες της Ρωσίας, η οποία πλέον δεν επιθυμεί να παίζει κυρίως ρόλο της αποθήκης καυσίμων της υφηλίου αλλά διεκδικεί την παλιά θέση διεθνούς γοήτρου, επιρροής και ισχύος που είχε κάποτε η ΕΣΣΔ σε ένα νέο μεταβαλλόμενο, ρευστό, διεθνές περιβάλλον στο οποίο αυτή την περίοδο διαδραματίζεται μία σκληρή, σφοδρή και αβυσσαλέα σύγκρουση για τη διαμόρφωση δύο, τριών ή και περισσότερων πόλων-κέντρων εξουσίας διεθνούς εμβέλειας.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η Ρωσία επωφελείται από την εκρηκτική άνοδο της τιμής φυσικού αερίου και πετρελαίου (σε επίπεδα που ξεπερνούν ενδεχομένως και τα ρεκόρ του 2014, χρονιά ρωσικής επέμβασης για την ανάκτηση της Χερσονήσου της Κριμαίας) αλλά και από μελλοντικούς μεγάλους πελάτες, όπως η Κίνα.

Εάν η Ρωσία είναι διατεθειμένη να θυσιάσει τις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας (σε βάρος των συμφερόντων της Ευρώπης που δείχνει χειροπόδαρα δεμένη στο άρμα συμφερόντων των ΗΠΑ), τότε θα το πράξει γιατί έχει ήδη προετοιμάσει το έδαφος για εναλλακτικούς πελάτες εξίσου προσοδοφόρους.

Οι αγωγοί της Σιβηρίας προς Κίνα

Ήδη από το 2014, ο ρωσικός ενεργειακός κολοσσός Gazprom και η κινέζικη εταιρία ενέργειας CNPC είχαν υπογράψει συμφωνία ύψους 400 δισ. δολαρίων με στόχο τον ανεφοδιασμό των σινικών αγορών Ενέργειας για τουλάχιστον 30 χρόνια. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας δημιουργήθηκε και λειτουργεί από τον Δεκέμβρη του 2019 ο αγωγός φυσικού αερίου Power of Siberia 1 (Sila Sibiri δηλαδή η Ισχύς της Σιβηρίας).

Ο πρώτος αγωγός Ισχύς Σιβηρίας 1 παρέχει ήδη ετησίως αρκετές δεκάδες δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της περιοχής Αλτάι της ρωσικής Άπω Ανατολής στη Βορειοδυτική Κίνα (και στην επαρχία Xinjiang όπου οι ΗΠΑ μεθοδικά επιχειρούν ταραχές και αποσχιστικά κινήματα αξιοποιώντας τη μουσουλμανική μειονότητα των Ουιγούρων).

Εάν νομίζετε πως οι αριθμοί δεν βγαίνουν, ας το ξανασκεφθείτε, ρίχνοντας μία ματιά στους μεσοπρόθεσμους σχεδιασμούς νέων αγωγών.

Η Βορειοδυτική Ευρώπη εισάγει ετησίως 200 δις. κυβικά μέτρα ρωσικού φυσικού αερίου  και είναι ο μεγαλύτερος πελάτης της Ρωσίας ως σήμερα εφοδιάζοντας το 30% των αναγκών της ηπείρου.

Η Κίνα από την άλλη σήμερα αγοράζει ετησίως περίπου 38 δις. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Ισχύς της Σιβηρίας 1.

Όμως, αυτό μπορεί να αλλάξει σύντομα μέσω του αγωγού Ισχύς της Σιβηρίας 2 που θα διπλασιάσει τις εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου στην βορειοανατολική Κίνα, φθάνοντας μέχρι το Πεκίνο, και διοχετεύοντας εκεί το ρωσικό φυσικό αέριο που παράγεται από τα κοιτάσματα της χερσονήσου Γιαμάλ μέσω Μογγολίας.

Με άλλα λόγια σε μία κάτω από το τραπέζι πιθανή «συμφωνία των κυρίων» ΗΠΑ και Ρωσία λύνουν ένα μέρος των διαφορών τους σε βάρος των συμφερόντων της Ευρώπης, με αμοιβαία οφέλη (η μία οικονομικά-ενεργειακά, η άλλη στρατιωτικά) δίχως να αποκλείεται μελλοντικά το ξαναζέσταμα της μεταξύ τους συνεργασίας έναντι του κοινού τους ανταγωνιστή, της Κίνας. Μίας Κίνας που δεν κρύβει, όσο περνούν τα χρόνια, τη διάθεσή της να παραλάβει από τις ΗΠΑ τη σκυτάλη της διεθνούς υπερδύναμης ως το τέλος του 21ου αιώνα…

Στο κάτω-κάτω (και θα το επαναλάβουμε παρά τον κίνδυνο να γινόμαστε κουραστικοί) στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν φιλίες, ούτε αέναες συμμαχίες. Υπάρχουν μόνον γεωπολιτικά συμφέροντα. Και αυτά καθορίζουν σχεδόν τα πάντα…

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Έληξε η απεργία στις γεωτρήσεις πετρελαίου στη Νορβηγία

Ή θα φύγει αυτός ή εγώ! Ο Λάρι πήρε θέση

Στρατηγική η αμυντική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ

Απομακρύνεται από το πόστο του πρέσβη της Ουκρανίας στη Γερμανία ο Μέλνικ

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα